You are currently viewing Φάνης Κωστόπουλος: ΜΙΛΑΝ  ΚΟΥΝΤΕΡΑ ( 1929-2023 ) – Ένας από τους κορυφαίους συγγραφείς του μυθιστορήματος του 20ου αιώνα

Φάνης Κωστόπουλος: ΜΙΛΑΝ  ΚΟΥΝΤΕΡΑ ( 1929-2023 ) – Ένας από τους κορυφαίους συγγραφείς του μυθιστορήματος του 20ου αιώνα

Η ομορφιά είναι εξέγερση ενάντια στον χρόνο.

Μίλαν  Κούντερα

 

      Δεν πρέπει να είμαστε υπερβολικοί, αν πούμε ότι ο Μίλαν Κούντερα, όπως τουλάχιστον φάνηκε από τη ζωή του και το έργο του, αισθανόταν,  περισσότερο από Τσέχος, περισσότερο κι  από Γάλλος, Ευρωπαίος. Και αυτό μετά την Άνοιξη της Πράγας και την εισβολή των τανκς του Συμφώνου της Βαρσοβίας το 1968. Άλλωστε, ο ίδιος υποστήριζε συχνά ότι τα έθνη της Ανατολικής Ευρώπης δεν ανήκουν στο σοσιαλιστικό μπλοκ γιατί η ταυτότητά τους είναι ευρωπαϊκή. Δικαίως λοιπόν  τον αποκάλεσαν σήμερα «ανατόμο της ανθρώπινης ύπαρξης και φρουρό του ευρωπαϊκού πολιτισμού».

Ο Κούντερα, ως συγγραφέας, υπηρέτησε κυρίως το μυθιστόρημα και το δοκίμιο. Και αυτά είναι, θα λέγαμε , η λογοτεχνική του ταυτότητα: μυθιστοριογράφος και δοκιμιογράφος και όχι γενικά και αόριστα συγγραφέας. Μάλιστα, σε ένα από τα υπέροχα δοκίμια που μας άφησε, καταπιάνεται με το μυθιστόρημα που τόσο αγάπησε όχι μόνο ως δημιουργός, αλλά και ως θεωρητικός του λογοτεχνικού αυτού είδους. Πρόκειται για το δοκίμιο που επιγράφεται Η τέχνη του Μυθιστορήματος, όπου αναφερόμενος στον Χέρμαν Μπροφ, έναν από τους αγαπημένους του συγγραφείς , λέει για το λογοτεχνικό αυτό είδος: «Συμμερίζομαι την εμμονή με την οποία επαναλάμβανε ο Χέρμαν Μπροφ: Μοναδικός λόγος ύπαρξης ενός μυθιστορήματος είναι να ανακαλύπτει αυτό που μόνο ένα μυθιστόρημα μπορεί να ανακαλύψει. Το μυθιστόρημα που δεν ανακαλύπτει ένα άγνωστο ως τότε μέρος της ύπαρξης είναι ανήθικο. Η μόνη ηθική του μυθιστορήματος είναι η γνώση». Ίσως θα ρωτούσε κανείς ποιο απ’ όλα τα είδη του μυθιστορήματος επέλεξε: το ρεαλιστικό ή το ψυχολογικό; το φιλοσοφικό ή το αυτοβιογραφικό;  Ο κατάλογος θα μπορούσε ακόμη να συνεχιστεί ως προς τις κατηγορίες του μυθιστορήματος που υπάρχουν από τότε που εμφανίστηκε στην Ευρώπη με τον Θερβάντες, τον Ραμπελαί και τον Στερν μέχρι σήμερα.

Κρίνοντας κανείς με βάση το έργο που άφησε, θα έλεγε ότι ο Κούντερα δεν στάθηκε σε καμία από αυτές τις κατηγορίες, ίσως μονάχα στα ονόματα συγγραφέων που λάτρευε. Και αυτό γιατί το μυθιστόρημα τον απασχολούσε «ως συνέχεια, ως ιστορία, ως παράδοση και ως επέκταση στο μέλλον». Οι δυνατότητες, άλλωστε, του μυθιστορήματος ως λογοτεχνικού είδους είναι ανεξάντλητες. Μάλιστα για τις προβλέψεις ή εκφάνσεις ότι «το μυθιστόρημα πέθανε» ο Κούντερα διατεινόταν πάντα  ότι οι δυνατότητές του δεν έχουν ακόμα καλυφθεί. Ένα από τα κύρια χαρακτηριστικά των μυθιστορημάτων του είναι ότι ο Κούντερα εμβολιάζει συχνά τις αφηγήσεις του με δοκιμιακά στοιχεία, δημιουργώντας, με αυτό τον τρόπο, μια άτυπη, θα λέγαμε, παράδοση για τους νεότερους πεζογράφους. Φαεινό παράδειγμα η Πολωνέζα νομπελίστρια Όλγα Τοκάρτσουκ.

Για τους χαρακτήρες των μυθιστορημάτων του έλεγε ότι «δεν γεννιούνται όπως οι άνθρωποι. Γεννιούνται από μια  κατάσταση, μια πρόταση, μια μεταφορά, φέρνοντας μέσα στο κέλυφός τους μια βασική ανθρώπινη πιθανότητα. Οι χαρακτήρες στα έργα μου είναι οι δικές μου μη υλοποιημένες πιθανότητες. Γι’ αυτό τους αγαπώ αλλά και τους φοβάμαι». Αυτό που λέει στο τέλος αυτού του αποσπάσματος, ότι «οι χαρακτήρες μου στα έργα μου είναι οι δικές μου μη υλοποιημένες πιθανότητες, ισχύει και για τον μεγάλο Κρητικό της λογοτεχνίας μας, τον Νίκο Καζαντζάκη. Ο Κούντερα είναι ακόμα ανεπανάληπτος, όταν γράφει για άλλους συγγραφείς, όπως, για παράδειγμα, είναι ο Ανατόλ Φρανς ή ο Κούρτσιο Μαλαπάρτε. Είπα πιο πάνω ότι η μυθοπλασία και η δοκιμιογραφία συγκλίνουν, γι’ αυτό και πολύ εύκολα ο αναγνώστης  περνάει από τα μυθιστορήματα στα υπέροχα δοκίμιά του, όπως  είναι, για παράδειγμα , Η συνάντηση, Η τέχνη του μυθιστορήματος ή Ο πέπλος. Στο τελευταίο, ο δοκιμιογράφος Κούντερα –που συνεντεύξεις δεν έδινε και ζούσε αποστρεφόμενος οποιαδήποτε μορφή δημοσιότητας στο Παρίσι – λέει, μεταξύ άλλων, για την ανθρώπινη ζωή, αλλά και για την τέχνη του μυθιστορήματος : «Η ανθρώπινη ζωή καθαυτή είναι ήττα. Το μόνο που μας μένει απέναντι σ’ αυτή την αναπότρεπτη ήττα που λέγεται ζωή είναι να προσπαθήσουμε να την κατανοήσουμε. Εδώ βρίσκεται ο λόγος ύπαρξης του μυθιστορήματος». Γενικά πάντως τα μυθιστορήματα του Μίλαν  Κούντερα αποπνέουν μια γλυκιά (αλλά και σαρδόνια) μελαγχολία, με την οποία παγιδεύουν τον αναγνώστη στο παιχνίδι που στήνουν ανάμεσα στο κωμικό και το σοβαρό, κάτι που παρατηρείται και στα θεατρικά έργα του Τσέχοφ.

Portrait taken on October 14, 1973 shows Czech-born French writer Milan Kundera. (Photo by AFP)

 

Στα ολοκληρωτικά καθεστώτα το Κόμμα είναι σαν τον άξεστο άνθρωπο: δεν καταλαβαίνει από χιούμορ ή αστεία. Ακόμη περισσότερο δεν ανέχεται τη διαφορετική γνώμη. Σε τέτοιες πολιτικές καταστάσεις βασιλεύει ο  φ α ν α τ ι σ μ ό ς και η   σ υ κ ο φ α ν τ ί α . Μια τέτοια περίπτωση βρίσκουμε στο μυθιστόρημά  του Το βιβλίο του γέλιου και της λήθης. Τον Ιούνιο του 1950 απαγχόνισαν τη Μιράντα Χοράκοβα, αντιπρόσωπο του σοσιαλιστικού  κόμματος στο Κοινοβούλιο. Το κομμουνιστικό δικαστήριο (κάτι ανάλογο μ’ εκείνο όπου ήταν πρόεδρος ο Φουκέ Τενβίλ στη Γαλλική Επανάσταση) την κατηγόρησε για συνωμοσία εναντίον του κράτους. Μαζί της απαγχόνισαν και τον Ζαβίς Καλάντρα, Τσέχο υπερρεαλιστή ποιητή και φίλο του Αντρέ Μπρετόν και του  Πώλ Ελυάρ. Τον κατηγόρησαν  ως προδότη του λαού, δηλαδή του Κόμματος. Στη συνέχεια ο Κούντερα λέει: «Ο Αντρέ Μπρετόν δεν πίστευε ότι ο Καλάντρα πρόδωσε τον λαό και τις ελπίδες του και κάλεσε στο Παρίσι τον Ελυάρ (με ένα ανοιχτό γράμμα στις 13 του Ιούνη του 1950) να διαμαρτυρηθεί για την παράλογη κατηγορία και να προσπαθήσει να σώσει τον παλιό τους φίλο της Πράγας. Αλλά ο Ελυάρ, ακριβώς εκείνο τον καιρό, χόρευε  σ’ έναν τεράστιο κύκλο ανάμεσα Παρίσι, Μόσχα, Βαρσοβία, Πράγα, Σόφια, Ελλάδα, ανάμεσα σ’ όλες τις σοσιαλιστικές χώρες και σ’ όλα τα κομμουνιστικά κόμματα του κόσμου και παντού απάγγελλε τα όμορφα ποιήματά του για τη χαρά και την αδερφοσύνη.  Όταν διάβασε το γράμμα του Μπρετόν έκανε δυο βήματα επί τόπου, ένα βήμα μπροστά, τίναξε το κεφάλι κατά πάνω κι αρνήθηκε να παρασταθεί σ’έναν προδότη του λαού ( στο περιοδικό Action στις 19 του Ιούνη του 1950 ) κι άρχισε με μεταλλική φωνή ν’ απαγγέλλει:

Θα γεμίσουμε την αθωότητα

                              Με δύναμη που τόσο καιρό

Μας έλειπε

                             Και ποτέ δε θα ‘μαστε μόνοι ».

Το απόσπασμα αυτό από το βιβλίο του Κούντερα μου έφερε στη μνήμη την αντιπάθεια του Σεφέρη για τον Ελυάρ, όταν στις 20 του  Μάη του 1946 συναντήθηκαν στην Αθήνα. Δεν αποκλείεται αυτή η αντιπάθεια του νομπελίστα ποιητή για τον Γάλλο ομότεχνό του να οφείλεται όχι τόσο στο ότι ήταν κομμουνιστής, όσο στο ότι  ήταν ένας φ α ν α τ ι κ ό ς κομμουνιστής, όπως τον παρουσιάζει στο βιβλίο του ο Κούντερα. Για τη συνάντηση αυτή με τον Γάλλο ποιητή στην Αθήνα ο Σεφέρης λέει στις Μέρες του 1945-1951: «Δεξίωση στη Γαλλική Πρεσβεία. Ο Εluard, μόλις έφθασε. Αλλάξαμε μονάχα λίγες λέξεις. Πρόσωπο και σώμα κουρασμένα× θαρρείς και περιμένει ένα φύσημα να τον πάρει.  Αυτός ο άνθρωπος γύρω στα πενήντα μού δίνει την  εντύπωση πως είναι ο παππούς του Gide του εβδομηντάρη, όταν τον πρωτογνώρισα. Όλα τα σύνεργα έτοιμα εδώ για να τον κάνουν πολιτικό κοκορέτσι”.

Το 1967, λίγο πριν από την Άνοιξη της Πράγας και τη Σοβιετική εισβολή, εκδόθηκε το πρώτο του μυθιστόρημα, Το αστείο, μια αιχμηρή και πικρή σάτιρα του κομμουνιστικού καθεστώτος στην Πράγα. Πρόκειται για το μυθιστόρημα που τον καθιέρωσε και τον έκανε γνωστό στους λογοτεχνικούς κύκλους της χώρας του.  Η φήμη αυτού του μυθιστορήματος απλώθηκε ακόμα περισσότερο, όταν το 1984 ο Κούντερα έγραψε το αριστούργημά του Η αβάστακτη ελαφρότητα του είναι (ή της ύπαρξης), που τον έκανε γνωστό σε όλο τον Κόσμο. Στο Αστείο, λοιπόν, και ανάμεσα στα τόσα που λέει για το κομμουνιστικό καθεστώς, δίνει και μια εικόνα για την κατάσταση που επικρατούσε στα πανεπιστήμια της Πράγας στη δεκαετία του 1950, μια κατάσταση που θυμίζει τη σημερινή των δικών μας πανεπιστημίων. Παραθέτω το σχετικό με αυτό το θέμα απόσπασμα: “ Εκείνη την εποχή, πραγματικά, αποφασίζαμε για τις τύχες ανθρώπων και πραγμάτων× κι ακριβώς στα πανεπιστήμια: ανάμεσα στους καθηγητές τότε υπήρχαν πολύ λίγοι κομμουνιστές, έτσι που τα πρώτα χρόνια τα πανεπιστήμια τα διεύθυναν οι κομμουνιστές  φοιτητές σχεδόν μόνοι, παίρνοντας αποφάσεις για την κατάληψη εδρών, για τη μεταρρύθμιση των μαθημάτων και προγραμμάτων. Η έξαρση που ζούσαμε παρουσιαζόταν σαν έξαρση της εξουσίας”. Δεν νομίζω πως τέτοιες καταστάσεις είναι τελείως άγνωστες στα δικά μας πανεπιστήμια, χωρίς να χρειαστεί να κάνω λόγο για  διακίνηση ναρκωτικών και βιαιοπραγίες φοιτητών και εξωπανεπιστημικών. Γενικά ο Κούντερα είναι ο συγγραφέας που ξεκινάει ως αυτόπτης μάρτυρας των ολοκληρωτικών καθεστώτων και “ εχθρός του λαού’’, όπως ο υπερρεαλιστής ποιητής Καλάντρα, που αναφέρει ο Τσέχος συγγραφέας στο Βιβλίο του γέλιου και της λήθης, για να παρακολουθήσει στη συνέχεια τη μεταμόρφωση της Ανατολικής Ευρώπης σε παράρτημα της κομμουνιστικής ανελευθερίας και να λειτουργήσει τελικά ο ίδιος ως συνείδηση της Ευρώπης ματά την αυτοεξορία του στο Παρίσι το 1975.

Ο Μιλαν Κούντερα γεννήθηκε την 1η Απριλίου 1929 στο  Μπρνο της τότε Τσεχοσλοβακίας και έλαβε εξαιρετική μόρφωση στη μουσική, στην αισθητική και στον κινηματογράφο. Σπούδαζε τη μουσική με παρότρυνση του μουσικολόγου πατέρα του  Λούντβιχ, η μορφή του οποίου θα περάσει σε αρκετές από τις αυτοβιογραφικές σελίδες των έργων του. Μάλιστα σε ώριμη ηλικία θα γράψει μερικά θαυμάσια δοκίμια για τη μουσική και για  συνθέτες από τον Μπετόβεν ως τον δικό μας τον Ξενάκη. Το 1947 έγινε μέλος του Κομμουνιστικού Κόμματος της Τσεχοσλοβακίας, αλλά το 1950 τον διεγραψαν για αντικομμουνιστική δράση. Τον δέχτηκαν ξανά το 1956 για να τον διαγράψουν πάλι το 1970, μετά τη συντριβή της Άνοιξης της Πράγας από τα σοβιετικά τανκς , όπου συμμετείχε με άλλους συγγραφείς της κομμουνιστικής μεταρρύθμισης. Αξίζει να θυμηθούμε τα όσα λέει για τη μαρτυρική πατρίδα του στο περίφημο δοκίμιο Ο πέπλος, στο οποίο αναφέρθηκα και πιο πάνω: “Ποιος εξακολουθεί να θυμάται σήμερα την εισβολή του Κόκκινου Στρατού στην Τσεχοσλοβακία τον Αύγουστο του 1968; Στη δική μου ζωή έβαλε φωτιά. Κι όμως, έτσι και δοκίμαζα να ανασυντάξω τις αναμνήσεις εκείνης της εποχής, το αποτέλεσμα  θα  ήταν φτωχό, σίγουρα γεμάτο λάθη, αθέλητα ψέματα. Πλάι όμως στη μνήμη των γεγονότων υπάρχει και μια άλλη: έβλεπα τη μικρή μου χώρα στερημένη από τα τελευταία υπολείμματα της ανεξαρτησίας της, σαν να την είχε καταπιεί δια παντός ένας απέραντος ξένος κόσμος×  πίστευα ότι παρίσταμαι στην αρχή του ψυχορραγήματός της× φυσικά, αυτή η εκτίμηση της κατάστασης ήταν εσφαλμένη× αλλά παρά το σφάλμα μου (ή μάλλον χάρη σ’ αυτό) χαράχτηκε στην υπαρξιακή μνήμη μου μια μεγάλη εμπειρία: ξέρω  έκτοτε κάτι που κανένας Αμερικανός δεν μπορεί να ξέρει× ξέρω τι σημαίνει για έναν άνθρωπο να ζει  τον θάνατο του έθνους του”. Μια  από τις παράπλευρες απώλειες της σοβιετικής εισβολής ήταν και το πρώτο μυθιστόρημα του Κούντερα Το αστείο, το οποίο εξαφανίζεται από τα βιβλιοπωλεία και τις βιβλιοθήκες. “ Ο οπτιμισμός είναι το όπιο του λαού. Το υγιές πνεύμα βρομάει βλακεία. Ζήτω ο Τρότσκι!” Με αυτά τα λόγια ο Λούντβιχ (ο ήρωας του εν λόγω βιβλίου) θέλει να πειράξει αστειεύομενος την κομμουνίστρια φίλη του. Και γι’ αυτό το αστείο – που θα φτάσει στ’ αφτιά των φανατικών μελών του Κόμματος- θα διαγραφεί από το Κόμμα και θα αποβληθεί από το πανεπιστήμιο, όπως ακριβώς και ο συγγραφέας του βιβλίου.

Το 1975 ο Κούντερα αυτοεξορίζεται και επιλέγει  το Παρίσι ως τόπο διαμονής, ενώ το 1979 του αφαιρείται η τσεχική εθνικότητα. Θα την αποκτήσει όμως εκ νέου το 2019 με απόφαση του Τσέχου πρωθυπουργού Αντρέι Μπάμπιτς. Τρία χρόνια αργότερα μετά την εγκατάστασή του στο Παρίσι, θα αποκτήσει τη γαλλική υπηκοότητα, ενώ ο φίλος του Φίλιπ Ροθ, ένα από τα μεγάλα ονόματα της αμερικανικής λογοτεχνίας, έκανε γνωστό στη χώρα του  το έργο του Κούντερα,  εντάσσοντας τα βιβλία του στη σειρά Writers from the Europe, την οποία διηύθυνε. Από το 1993 και μετά ο Κούντερα άρχισε να γράφει τα βιβλία του, όπως ο Μπέκετ ή ο δικός μας Βασίλης Αλεξάκης, στα γαλλικά. Παρ΄όλα αυτά, δεν μπορούμε να χωρίσουμε το έργο του σε δυο περιόδους – τόσο συνεκτικό και  ενιαίο είναι. Το μόνο που μπορούμε να πούμε είναι ότι στα τελευταία μυθιστορήματα το δοκιμιακό στοιχείο παρουσιάζεται εντονότερο.  Ο Μίλαν Κούντερα έζησε 94 χρόνια και “έφυγε’’αυτό το καλοκαίρι από τον  μάταιο κόσμο μας, αφήνοντας πίσω του ένα έργο που τον κατατάσσει στη χορεία των μεγάλων μυθιστοριογράφων και δοκιμιογράφων του 20ου αιώνα. Όσο για τη Σουηδική Ακαδημία, με τον πρόσφατο θάνατο του Μίλαν Κούντερα, προσθέτει ακόμη μια αστοχία στο παθητικό της.

——————

Αφήστε μια απάντηση

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.