You are currently viewing   Φάνης Κωστόπουλος: Τ.  S . Ε L I O T – Ο ποιητής που σφράγισε τον 20ο αιώνα

  Φάνης Κωστόπουλος: Τ.  S . Ε L I O T – Ο ποιητής που σφράγισε τον 20ο αιώνα

 

    Έτσι τελειώνει ο κόσμος

                                      Έτσι τελειώνει ο κόσμος

                                Όχι με πάταγο, μα μ’ ένα λυγμό.

                                                     Τ.Σ.ΕΛΙΟΤ

  

 

Όλα έχουν την αστεία τους πλευρά, ακόμα και η λογοτεχνική δόξα. Δεν θυμάμαι ποιος το είπε, αλλά κολλάει στο θέμα μας: Όπως ο ελληνικός ποιητικός 19ος αιώνας, στη συνομιλία του με τον ευρωπαϊκό, είχε χαρακτηριστεί «βυρωνομανής» (κατά τον  Παλαμά) ή «βυρωνίζων» (κατά τον Ροΐδη), έτσι και ο ελληνικός ποιητικός 20ος  αιώνας  θα μπορούσε να ονομαστεί «ελιοτικός». Θα έλεγα όμως ακόμη ότι δεν πρέπει να πιστεύει κανείς ότι όλοι ανεξαιρέτως οι άνθρωποι του πνεύματος «προσκύνησαν» την ποίηση και γενικά το έργο του Έλιοτ. Υπάρχουν και μερικοί άλλοι, και μάλιστα  στην αγγλόφωνη λογοτεχνία, όπως για παράδειγμα ο Φίλιπ Λάρκιν στου οποίου τη συλλογή δοκιμίων  (Required Writing,1983) υπάρχουν αρκετές επιθέσεις ενάντια στον Έλιοτ και στον Πάουντ ακόμα.

Ο Τ. Σ. Έλιοτ (1888-1965) γεννήθηκε στον Άγιο Λουδοβίκο, τη μεγάλη βιομηχανική πόλη στο Μισσούρι των ΗΠΑ, από πατέρα επιχειρηματία. Καταγόταν, και από τους δυο γονείς του, από οικογένειες των πρώτων αποίκων της Νέας Αγγλίας, που του κληροδότησαν  τον πουριτανισμό τους. Στα ποιήματα   του  1909,  οι αυστηρές ηθικές αρχές,   του δίνουν λαβές για ειρωνικούς υπαινιγμούς. Το 1915 δημοσίευσε Το ερωτικό τραγούδι του Τζον Άλφρεντ Προύφροκ και αργότερα τη συλλογή Ποιήματα. Αυτά τα ποιήματα  έφερναν έναν νέο τόνο στην αγγλική ποίηση.

Η Αγγλική Αυτοκρατορία – στην οποία ο Έλιοτ εγκαταστάθηκε το 1915 και πέρασε την υπόλοιπη ζωή του – είχε μπει στο στάδιο της παρακμής. Τα ποιητικά του θέματα έφερναν τότε όχι μόνο καινούργιες μεθόδους, αλλά και μια ολότελα  πρωτόγνωρη  στάση απέναντι στη ζωή, μια στάση απελπισίας, τρομακτικής αγωνίας και περιφρόνησης του ανθρώπου ως όντος. Σπούδασε φιλολογία στο Χάρβαρντ και αργότερα στη Σορβόννη. Η επίδραση των γάλλων συμβολιστών είναι έκδηλη στα ποιήματα που έγραψε όταν ήρθε σε επαφή με τη γαλλική ποίηση, ιδιαίτερα με τον Λαφόργκ. Είχε γίνει αρκετά γνωστός ήδη από το 1917. Με την Έρημη Χώρα, όμως, το 1922, η φήμη του Έλιοτ απέκτησε μυθικές διαστάσεις  και για περισσότερο από τριάντα χρόνια θα κυριαρχήσει, ως ποιητής και θεωρητικός, στον αγγλόφωνο χώρο και στα ευρωπαϊκά γράμματα γενικότερα. Το επιστέγασμα της  καθολικής αυτής αναγνώρισης ήταν το Βραβείο Νόμπελ το 1948. Το «τρίκλωνο» έργο του, όπως θα ‘λεγε ο Σεφέρης, ποίηση, δοκίμιο και θέατρο, εξηγεί, κατά κάποιο τρόπο, με το εύρος του και την ποιότητά του, τη διεθνή παρουσία του στον χώρο της λογοτεχνία. Το 1927 διακήρυξε πως είναι Βρετανός υπήκοος, κλασικιστής στη λογοτεχνία, βασιλόφρων και Αγγλοκαθολικός στο θρήσκευμα. Για όλα αυτά  τιμήθηκε από τον Βασιλιά της  Αγγλίας  με το παράσημο της Αξίας. Αυτή η τελευταία διάκριση έδωσε αφορμή σε έναν κύκλο διανοουμένων να χαρακτηρίσει τον ποιητή «σνόμπ».

 

Είναι γνωστό ότι ο Έζρα Πάουντ συνέβαλε καθοριστικά στην τελική μορφή του δημοφιλέστερου και κορυφαίου έργου του Έλιοτ  The Waste Land, όπως τη γνωρίζουμε σήμερα. Πάντως, η συλλογή δημοσιεύτηκε πρώτη φορά στην Αγγλία, χωρίς τις σημειώσεις του ποιητή, τον Οκτώβριο του 1922, στο πρώτο τεύχος του λογοτεχνικού  περιοδικού Τhe Criterion , το οποίο εξέδιδε ο Έλιοτ. Στις ΗΠΑ πρωτοκυκλοφόρησε  στα τέλη του ίδιου μήνα στο περιοδικό The Dial. Ήταν στις 15 Δεκεμβρίου του 1922 που η συλλογή κυκλοφόρησε ως βιβλίο (σε 1.000 αντίτυπα μαζί με τις σημειώσεις) από τις εκδόσεις Βoni and Liveright. H Έρημη χώρα πενθεί τις ηθικές και πολιτισμικές απώλειες που προκάλεσε στην Ευρώπη ο Α΄ Παγκόσμιος πόλεμος, ενώ με το τέλος του το ποίημα δεν υπόσχεται σωτηρία, αλλά επιβεβαιώνει την πτώση της πίστης στον σύγχρονο άνθρωπο.  Η Έρημη χώρα κέρδισε το βραβείο Ντόιαλ  του 1922 και μεταφράστηκε σε πάρα πολλές γλώσσες. Ο Αντώνης Δεκαβάλλες όμως – που μετάφρασε τα Τέσσερα κουαρτέτα του Έλιοτ το 1952 – ισχυρίζεται ότι «εάν η Έρημη χώρα τράβηξε το ενδιαφέρον μιας μεγάλης μερίδας του πνευματικού κόσμου, το ευρύτερο κοινό, κατά γενική αναγνώριση, το κέρδισαν τα Τέσσερα κουαρτέτα».

Πάντως, ο Τ. Σ. Έλιοτ δεν είναι ποιητής που προσεγγίζεται εύκολα. Αυτό το επεσήμαναν και οι Σκανδιναβοί ελλανοδίκες.  Έως τότε είχαν να κάνουν με συγγραφείς που το έργο τους είχε μια αμεσότητα στο αναγνωστικό κοινό. Με τον Έλιοτ όμως δεν συνέβαινε το ίδιο. Αυτός απαιτούσε μιαν άλλη προσέγγιση, άκρως αποκλειστική και προμελετημένη, γιατί το ποιητικό του έργο είναι σε θέση να ασκήσει μια παγκόσμια επίδραση. Την ίδια άποψη έχει και η Μπριτάνικα: «Οι πειραματισμοί του όσον αφορά τη γραφή, το στυλ και τον στίχο, αναζωογόνησαν την αγγλική ποίηση και σε μια σειρά κριτικών δοκιμίων γκρέμισε τις παλιές ορθόδοξες απόψεις και ύψωσε νέες ». Επίσης η ποίησή του σημειώνει και μια επιστροφή στον λυρισμό των Έλισαβετιανών ποιητών, των μεταφυσικών  ποιητών του 17ου αιώνα  (Donne) και του κλασικισμού του Dryden. Τέλος, δεν πρέπει να μας εκπλήσσει  το γεγονός  ότι αυτός ο ερμητικός ποιητής έγραψε και ένα βιβλίο με στίχους για παιδιά.

Στην ελληνική λογοτεχνία, είναι σημαντική η επίδραση και η γοητεία που άσκησε το έργο του και που,  όπως αποδεικνύεται, συνεχίζει να ασκεί στους Έλληνες δημιουργούς,   από τη δεκαετία του ‘30 ως και σήμερα. Μάλιστα θα μπορούσε κανείς να πει ότι στην Ελλάδα τιμήθηκε όσο κανένας άλλος από τους πολλούς και σπουδαίους δημιουργούς του 20ου αιώνα και ίσως περισσότερο από ό,τι σε πολλές άλλες χώρες. Και είναι επίσης εξ ίσου αξιοσημείωτο ότι πολύ γρήγορα έγινε γνωστό όχι μόνο το ποιητικό και θεατρικό του έργο, άλλα και το δοκιμιακό, ιδιαίτερα τα κείμενα για την ποίηση και την κριτική, που επηρέασε σημαντικά και για πολύ χρονικό διάστημα τον τρόπο της λογοτεχνικής κριτικής στη χώρα μας. Όπως ο ελληνικός πολιτισμός μεταδόθηκε στην Ευρώπη μέσω των Ρωμαίων, έτσι και στην ελληνική λογοτεχνία η ποίηση του Έλιοτ έγινε γνωστή μέσω του μαθητή του Σεφέρη, ο οποίος μετέφρασε νωρίς το έργο του και το συνέδεσε με τις αναζητήσεις του ελληνικού μοντερνισμού.

Η ύπαρξη του Έλιοτ ήταν γνωστή στον Σεφέρη από τα Χριστούγεννα του 1931, όταν αγόρασε στο Λονδίνο ένα βιβλίο  με ποιήματα του Έλιοτ και ανάμεσά τους ήταν και η  Έρημη χώρα. Η πορεία που πήρε από τότε η ποίηση του Σεφέρη  είναι γνωστή. Το ίδιο και η πορεία της ‘σεφερικής’ μετάφρασης του ποιήματος (1936, 1949, με σημαντικές βελτιώσεις), που μαζί με το ‘ελιοτικό’ Μυθιστόρημα (1935), κατά τους επικριτές του Σεφέρη, αποτέλεσαν τον κύριο μοχλό της ελληνικής ποίησης προς νέες κατευθύνσεις. Επίσης σημαντικό ρόλο έπαιξε η γνωριμία και φιλία που αναπτύχθηκε μεταξύ Σεφέρη και Έλιοτ. Το 1951, στο Λονδίνο και σε μια δεξίωση προς τιμή του ποιητή Auden, ο Σεφέρης γνώρισε τον Έλιοτ και από τότε πήγαινε συχνά στο μικρό γραφείο του Έλιοτ στον εκδοτικό οίκο όπου εργαζόταν. Αργότερα και μετά τον θάνατο του  Έλιοτ, ο Σεφέρης συγκέντρωσε τις συναντήσεις που είχε με τον Έλιοτ σε μια από τις δοκιμές του με τίτλο Τ.Σ.Έλιοτ, σελίδες από ένα ημερολόγιο.

 

 Αυτή λοιπόν η σχέση του με τον ελληνικό μοντερνισμό, του οποίου υπήρξε, κατά κάποιο τρόπο, ανάδοχος, εξηγεί ενδεχομένως την αγάπη με την οποία τον προσέγγισαν πολλοί Έλληνες ποιητές  από τον Τάκη Παπατσώνη (είναι ο πρώτος που μετάφρασε την Έρημη χώρα) και τον Νικήτα Ράντο, τον Καίσαρα Εμμανουήλ και τον Αντώνη Δεκαβάλλε, τη Ζωή Καρέλλη και τον Κλείτο Κύρου, ώς τον Αριστοτέλη Νικολαϊδη και τον Στέφανο Μπεκατώρο ή την Παυλίνα Παμπούδη και τον Χάρη Βλαβιανό, πιο πρόσφατα. Είναι μεγάλος ο κατάλογος όσων ασχολήθηκαν με το έργο του Έλιοτ, περισσότερο στην ποίηση και λιγότερο στα δοκίμια, τα οποία το ευρύτερο κοινό άρχισε να προσεγγίζει διαμέσου μεταφράσεων  από τη δεκαετία του 1970 και εξής κυρίως. Ο ίδιος ο Έλιοτ θεωρούσε τα δοκίμιά του  «προϊόν ( by-ptoduct ) του ιδιωτικού του ποιητικού εργαστηρίου». Τα δοκίμια του Έλιοτ, γραμμένα σε ουδέτερη  και κάπως άχρωμη γλώσσα, απηχούν την αντίληψη ότι η άποψη που εκφράζει ο κριτικός ισοδυναμεί με δικαστική απόφαση. Έχει πάντως συνείδηση ότι η κριτική ακολουθεί την εποχή της και παρακολουθεί την προσωπική  εξέλιξη του κριτικού.  Είναι επίσης προφανές ότι ο ομολογημένος δογματισμός του δεν του επέτρεψε να παρακολουθήσει άλλες σημαντικές καινοτομίες  του αιώνα, από τον υπερρεαλισμό ως τη γαλλική Νέα Κριτική. Αυτό όμως δεν αναιρεί την ευστοχία πολλών  τοποθετήσεών του και κυρίως την αξία της προσπάθειάς του να διαχωρίσει το προσωπικό γούστο από την κριτική αποτίμηση.

 

Ο  Μεσοπόλεμος  ήταν για τη λογοτεχνία, αλλά και για τις άλλες τέχνες, μεγάλη εποχή, μια εποχή που, θα ‘λεγε κανείς, «δημιουργούσε» συγγραφείς  ( Τζόις, Κάφκα, Προυστ, Έλιοτ, Πάουντ, Γουλφ, Ρίλκε, Σαιν  Τζων Περς ), τη  «δημιουργούσαν», βέβαια, από την πλευρά τους κι εκείνοι.  Κανένας, όμως, πριν από τον Έλιοτ, δεν μας έδωσε με την ίδια παραστατική δύναμη τη μητροπολιτική αίσθηση, που προϋπήρξε από την εποχή του Μπωντλαίρ, αλλά που ο ποιητής της Έρημης χώρας τής πρόσθεσε το αίσθημα του κ ε ν ο ύ,  της  α π ο σ π α σ μ α τ ι κ ό τ η τ ας, της α τ α ξ ί α ς  και  της  κ α τ α σ τ ρ ο φ ή ς. Για τον Έλιοτ οι πόλεις ανατέλλουν και δύουν, και είναι, όπως λέει  ο ίδιος,  α ν ύ π α ρ κ τ ε ς :

Ανύπαρκτη  Πολιτεία

                 Μέσα στην γκρίζα καταχνιά μιας χειμωνιάτικης  αυγής…

                                    ΕΡΗΜΗ  ΧΩΡΑ,  Η ταφή του νεκρού.

Σήμερα ανατέλλουν και δύουν στους ηλεκτρονικούς υπολογιστές, φάσματα και δαιμόνια μιας εποχής, όπου για πρώτη φορά ο συνολικός πληθυσμός των μεγαλουπόλεων είναι μεγαλύτερος των όσων ζουν στις μικρές  πόλεις και τα χωριά. Η μεταφυσική του κ ε ν ο ύ που διέγνωσε  ο Έλιοτ στην εποχή του ισχύει και για τη δική μας, ασχέτως του ότι έχει  πάρει διαφορετική μορφή. Τέλος,  δεν πρέπει να παραγνωρίζουμε, όσο κι αν η πλειονότητα των μελετών περιορίζεται  σε πραγματολογικά σχόλια,  την επίδραση  της Έρημης χώρας στη  μουσική, στο έργο, λόγου χάρη, συνθετών, όπως ο Στραβίνσκι και  ο  Σέμπεργκ. Να προσθέσω ακόμη  και τον Άντονι Μπέρτζες, ο οποίος, εκτός από μεγάλος πεζογράφος,  υπήρξε και σπουδαίος μουσικοσυνθέτης. Όσο για τα Τέσσερα Κουαρτέτα, οι  μουσικές αναλογίες τους δηλώνονται ίσως λιγότερο στον γενικό  τίτλο τους ‘Κουαρτέτα’ από ό,τι στο ίδιο το ποίημα. Ο ποιητής στο δοκίμιό του Η Μουσική της Ποίησης  διαψεύδει τους σχολιαστές  που υποστηρίζουν ότι δεν θα έπρεπε να δοθεί στη μουσική κατασκευή των  Κουαρτέτων μεγάλη σημασία. Μεταξύ άλλων ο Έλιοτ εκεί λέει: «Ξέρω πως ένα ποίημα ή ένα απόσπασμα από ένα ποίημα μπορεί να τείνει να πραγματωθεί  πρώτα σαν ένας ειδικός ρυθμός,  προτού φτάσει στην έκφρασή του σε λέξεις, και πως αυτός ο ρυθμός μπορεί να γεννήσει την ιδέα και την εικόνα, και δεν πιστεύω πως αυτό είναι μια προσωπική μου μόνο εμπειρία. Η χρησιμοποίηση των επανερχόμενων θεμάτων είναι τόσο φυσική στην ποίηση όσο και στη μουσική. Υπάρχουν δυνατότητες ένας στίχος να παρουσιάζει κάποια αναλογία με την ανάπτυξη ενός θέματος  από διάφορες οικογένειες  μουσικών οργάνων. Υπάρχουν δυνατότητες αντιστικτικής μεταχείρισης του κυρίου θέματος…  Στην αίθουσα συναυλιών περισσότερο παρά στην όπερα είναι που το σπέρμα ενός ποιήματος μπορεί να συλληφθεί».  Η κατασκευή του κάθε κουαρτέτου και η σχέση τους μεταξύ τους, όπως ακριβώς το δηλώνει και ο τίτλος, είναι κατά μεγάλο ποσοστό μ ο υ σ ι κ ή. Αποτελούνται το καθένα τους από πέντε μέρη που αναλογούν σε πέντε Κινήσεις ενός μουσικού κομματιού, ενός κουαρτέτου, μιας σονάτας ή ακόμα και μιας συμφωνίας. Εκείνοι που μελέτησαν ειδικότερα το θέμα βρήκαν συγκεκριμένα κάποια αναλογία με τα τελευταία Κ ο υ α ρ τ έ τ α  του Μπετόβεν, όπου ο μεγάλος μουσουργός μελετά «καινούργιες  πραγματικά περιοχές συναίσθησης, τέτοιες που κανείς άλλος δημιουργός δεν τις έφτασε  ποτέ ».  Θα έλεγα ακόμη ότι  η ποίηση του Έλιοτ  θα είχε πρωτίστως σημασία μόνο για τον αγγλόφωνο κόσμο, αν δεν γνώριζε μια ασυνήθιστη απήχηση ανάμεσα στους ποιητές της χώρας μας. Το ίδιο συνέβη ως ένα βαθμό και σε άλλες χώρες του δυτικού κόσμου, ενώ, με εξαίρεση τον Μπωντλαίρ και τον Μπρεχτ, για κανένα ξένο συγγραφέα του 20ου αιώνα δεν γράφτηκαν, όπως για τον Έλιοτ και τον Τζόις, τόσες μελέτες, άρθρα και δοκίμια στον τόπο μας.  Ακόμα, θα έλεγα,  ουδείς από τους ποιητές, πρώτης γραμμής, τόλμησε να αμφισβητήσει την αξία του έργου του, κάτι που δεν συμβαίνει στον αγγλόφωνο κόσμο, όπως ανέφερα πιο πάνω, για παράδειγμα, τον Φίλιπ Λάρκιν και τη συλλογή δοκιμίων του Required Writing 1983 .

Και τώρα κάτι τελευταίο, για να ολοκληρώσω αυτή την ποιητική προσωπικότητα, κάτι που δεν μας έχουν συνηθίσει οι μελετητές του έργου του να διαβάζουμε, εννοώ τον Έλιοτ ως ε π ι σ τ ο λ ο γ ρ ά φ ο.  Το 1988 κυκλοφόρησαν στο Λονδίνο οι Επιστολές του Τ.Σ. Έλιοτ. Όσο κι αν ακούγεται παράξενο, είναι η πρώτη φορά που δημοσιεύονται επιστολές του Έλιοτ.  Πρόκειται για τον πρώτο τόμο από τους άλλους τρεις που θ’ ακολουθήσουν. Οι επιστολές αυτές καλύπτουν την περίοδο (1898-1922 ). Η επιμέλεια οφείλεται  στη Βάλερι Έλιοτ, δεύτερη σύζυγο του ποιητή, και εκδοτικός οίκος είναι ο γνωστός FABER στον οποίο ο ποιητής εργάσθηκε χρόνια ως διευθυντής εκδόσεων. Η έκδοση αυτή αναμενόταν με μεγάλο ενδιαφέρον από χρόνια, και φυσικά όλος ο αγγλικός Τύπος ασχολήθηκε μαζί της.   Οι Τάιμς ,για παράδειγμα, επί μίαν εβδομάδα, αφιέρωναν μια σελίδα, καθημερινά, για προδημοσίευση ορισμένων από τις επιστολές, ενώ οι κριτικές των αγγλικών εφημερίδων παρουσιάζουν ορισμένα κοινά σημεία στα σχόλιά τους  για τις επιστολές του πρώτου τόμου, από τα οποία θα αναφέρω  δύο, για να ικανοποιήσω την περιέργειά του αναγνώστη: Το ένα από τα δυο σημεία που πρόσεξαν οι κριτικοί των αγγλικών εφημερίδων είναι ότι οι Επιστολές παρουσιάζουν μια αξιοπαρατήρητη  έλλειψη «προσωπικής φωνής». Ή μάλλον οι «φωνές» που χρησιμοποιεί ο ποιητής γράφοντας, είναι τόσο πολλές, ώστε πουθενά δεν αφήνουν να φανεί η δική του, αν υπάρχει πράγματι. Και αυτό ίσως για να μην αποκαλύψει ο Έλιοτ τον βαθύτερο πυρήνα του εαυτού του. Σε κάθε  γράμμα που γράφει  χρησιμοποιεί το ύφος και τη φωνή του παραλήπτη του. Έτσι με άλλη φωνή γράφει στη μητέρα του,  με άλλη στην τράπεζα Λόιντς  όπου εργαζόταν, με άλλη στους φίλους του, με άλλη στη λαίδη Οτολέν Μορέλ – και στον καθένα με τη φωνή εκείνου.  Στον Πάουντ, για παράδειγμα, γράφει σε στυλ Πάουντ, δηλαδή με ιδιόρρυθμη ορθογραφία, συχνά κεφαλαία γράμματα, προσωπική στίξη, κομμένες λέξεις, συντομογραφίες, θαυμαστικά, και μερικές φορές τ ο λ μ η ρ έ ς  λέξεις που δεν θα περίμενε κανείς ποτέ από τον Έλιοτ.  Το δεύτερο σημείο που σχολιάστηκε από τους κριτικούς των εφημερίδων  είναι το κατά πόσο η παρουσίαση των επιστολών του πρώτου τόμου είναι πλήρης, ενώ σε μερικές επιστολές παρατηρούνται σημαντικές περικοπές. Η υπόνοια αυτή στηρίζεται κυρίως στην απουσία μιας γνωστής επιστολής του Έλιοτ προς τον Richard  Andington το 1917, στην οποία ο ποιητής εκφράζει τις συντηρητικές θέσεις του για την  πολιτική και την Δημοκρατία. Από την παρατήρηση αυτή των κριτικών, συμπεραίνει κανείς ότι ο Έλιοτ ήταν κλειστός χαρακτήρας και είχε ως μότο της ζωής του τη σοφή παροιμία που λέει: Τα εν οίκω μη εν δήμω, δηλαδή  στον φιλολογικό όχλο στην  προκειμένη περίπτωση. Ωστόσο, δεν γλίτωσε, κάτι του βρήκανε, και μάλιστα μέσα στο έργο του: τον κατηγόρησαν για αντισημιτισμό. Αντισημιτικοί υπαινιγμοί επισημάνθηκαν στο ποίημα Γερόντιον και κατά μείζονα λόγο  στο  Ο Μπέρμπανγκ μ’ ένα Ταξιδιωτικό Βιβλίο: ο Μπλαίσταϊν μ’ ένα Πούρο. Εκεί βρίσκει κανείς στίχους όπως αυτοί:

Οι ποντικοί είναι κάτω απ’ τους πασσάλους. 

Ο Εβραίος κάτω από τους άλλους.

                                     ——————-

 

.

Αφήστε μια απάντηση

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.