You are currently viewing Φάνης Κωστόπουλος: ΤΑ  ΜΕΣΗΜΕΡΙΑ ΓΥΡΙΖΟΝΤΑΣ ΑΠΟ ΤΟ ΣΧΟΛΕΙΟ

Φάνης Κωστόπουλος: ΤΑ  ΜΕΣΗΜΕΡΙΑ ΓΥΡΙΖΟΝΤΑΣ ΑΠΟ ΤΟ ΣΧΟΛΕΙΟ

Τα  παιδία παίζει.

Αθήνα, τέλη δεκαετίας του ’40. Τις «ένδοξες» εκείνες μέρες ήμασταν τα κακά παιδιά του Δημοτικού Σχολείου. Απολυτήριο μας έδωσαν, στο τέλος της σχολικής χρονιάς, για να ηρεμήσει, αν όχι και για να σωθεί το σχολείο. Διαφορετικά δεν θα τελειώναμε ποτέ το Δημοτικό. Ο Βίκτωρ Ουγκώ, αυτός ο χαροκαμένος πατέρας, λέει στο «κοινωνικό του ευαγγέλιο», τους Αθλίους, για τον μικρό Γαβριά, πως «μόνο στο δρόμο ήταν ευτυχισμένος». Το ίδιο, θα ‘λεγα, ίσχυε τότε και για μας, τα χερουβείμ και τα σεραφείμ των αθηναϊκών δρόμων. Κάποια στιγμή, ιερή στιγμή θα ‘λεγα, άκουσα, τώρα στα γερατειά, μια φωνή μέσα μου να λέει: «Λύσε τη ΜΝΗΜΗ κι ασ’ τη να τρέχει, σαν κουτάβι, πίσω, στους δρόμους της π α ι δ ι κ ή ς  α λ η τ ε ί α ς » .

 

Κάθε φορά που χτυπούσε το κουδούνι για σχόλασμα, εμείς, τα μαθητούδια της  Έκτης δημοτικού, βγαίναμε τρέχοντας και φωνάζοντας χαρούμενα από την εξώπορτα του καινούργιου σχολικού κτιρίου, του χτισμένου με τη μοντέρνα αρχιτεκτονική του Κούλη Παναγιωτάκου, του αρχιτέκτονα της μπλε πολυκατοικίας των Εξαρχείων, και τα μεγάλα παράθυρα που γέμιζαν με  φως και ευλογία Θεού τις αίθουσες διδασκαλίας. Ζαλισμένα, θα ‘λεγα , απ’ τα «πολλά γράμματα», αντί να πάμε για το σπίτι, τραβούσαμε κατά Θεού και φτάναμε στον προαύλιο χώρο της εκκλησίας  που ήταν αρκετά κοντά στο σχολείο και που, με την παιδική μας σοφία και γλώσσα, τον θεωρούσαμε και τον λέγαμε μεταξύ μας ‘Παράδεισο της κλοτσοπατινάδας.’ Εκεί λοιπόν, στον πλακοστρωμένο αυλόγυρο του ιερού ναού, πετάγαμε τις σάκες μας, πετάγαμε τα παλτά μας, πετάγαμε και τη σκοτούρα τι θα λέγαμε στο σπίτι, αν αργούσαμε, και, μ’ ένα τόπι που είχαμε φτιάξει από τρύπιες κάλτσες (δεν μπορούσε η μπάλα μας να ήταν καλύτερη σε μια εποχή που η φτώχεια, λόγω του Πολέμου και του Εμφύλιου Σπαραγμού που ακολούθησε, έμπαινε κι έβγαινε σχεδόν από κάθε σπίτι), ριχνόμασταν, ξένοιαστα και ασυγκράτητα, στη μαγεία του ποδοσφαίρου, δικαιώνοντας, πέρα για πέρα, τον Έρασμο που λέει στο Μωρίας Εγκώμιο: «Όπου δε νοιάζεσαι για τίποτα, εκεί είναι η πιο γλυκιά ζωή».

«Ευλογημένη ώρα!», έλεγε ο Άγιος της εκκλησίας που μας κρυφοκοίταζε πίσω απ’ τα πολύχρωμα βιτρό της . « Ευλογημένη ώρα!» έλεγε και συνάμα μας ευλογούσε. Όσο για τους τρεις παπάδες του ναού που είχαν, όπως φαίνεται, πάρει στραβά, από υπέρμετρο θρησκευτικό ζήλο, την καθημερινή ποδοσφαιρική μας διασκέδαση, μας είχαν– κρυφά βέβαια – στο ανάθεμα:«Τέτοια ασέβεια πού ακούστηκε; Σε ποια χώρα, σε ποιο βιλαέτι της υφηλίου ο προαύλιος χώρος ιερού ναού μετατρέπεται σε γήπεδο ποδοσφαίρου;» έλεγαν και ξανάλεγαν σε πιστούς  της ενορίας τους, με απανωτά σταυροκοπήματα, γιατί δεν μπορούσαν ν’ αντέξουν αυτή την παιδική, κατά τη γνώμη τους, «απρέπεια». Σίγουρα, (δεν έχει άλλη εξήγηση) για μας τα μικρά παιδιά συνηγορεί ο νομπελίστας ποιητής και λέει:

Πιάσε το ΠΡΕΠΕΙ από το ιώτα και γδάρε το ίσαμε το πι.

       Ο  ΜΙΚΡΟΣ ΝΑΥΤΙΛΟΣ

Ίσως θα προτιμούσαν να είναι γύρω απ’ την εκκλησία ταφόπλακες, όπως σ’ εκείνες τις παλιές εκκλησίες της Δύσης, και όχι μικρά παιδιά που, μες στο παιχνίδι τους, εκτόξευαν τις χαρούμενες φωνές τους στο ουράνιο στερέωμα τέρποντας τον Δημιουργό. Και όλα αυτά, αγαπητέ αναγνώστη,  σε μια εποχή που έβλεπε το παιδί παπά στον δρόμο και έτρεχε να του φιλήσει το χέρι.

Καθώς ήμασταν – σαν τα θεόπουλα  στον Αττικό ουρανό – αγαπημένα παιδιά της τότε βαριά πληγωμένης ελληνικής πρωτεύουσας, δοσμένα,ψυχή τε και σώματι, στο παιχνίδι, δεν δίναμε σημασία στη σιωπηλή οργή τους που κάπνιζε λιβάνι, λες κι έβλεπαν μπροστά τους τέκνα του Εωσφόρου. Ήμασταν, βλέπεις, σίγουροι πως τίποτα δεν μπορούσε να μας χαλάσει την ιερή αυτή παιδική στιγμή. Παίζαμε, άλλωστε, με την άδεια και την ευλογία του Νοικοκύρη και επιπλέον είχαμε με το μέρος μας τον Χριστό,που είπε στους μαθητές του που θεώρησαν – από υπερβολικό κι αυτοί ζήλο – ενοχλητική για τον Δάσκαλό τους τη  θορυβώδη παρουσία μικρών παιδιών και  «επετίμησαν αυτοίς»: « Άφετε τα παιδία και μη κωλύετε αυτά ελθείν προς με, των γαρ τοιούτων εστίν η βασιλεία των ουρανών». Μόνο που εμείς, επειδή ήμασταν μικρά παιδιά και δεν μπορούσαμε, όπως οι μαθητές του, να περιμένουμε, καρτερικά, αυτή  τη βασιλεία, τη βρίσκαμε  πρόωρα, θα ‘λεγε κανείς, παίζοντας ποδόσφαιρο στον αυλόγυρο της εκκλησίας και ξεχνώντας, με αυτό τον τρόπο,για λίγο τη φτώχεια και τις τραυματικές εμπειρίες που είχαμε  βιώσει στον Εμφύλιο. Όλα τούτα δείχνουν πως είχαμε – εκτός από την αγάπη του Χριστού και την άδεια του  Ν ο ι κ ο κ ύ ρ η – ακόμα και  τον Θεό μαζί μας. Το πείσμα και ο κρυφός  θυμός τριών ρασοφόρων θα μας τρόμαζε τώρα!  «Ει ο Θεός υπέρ ημών», θα ‘λεγα με τα δικά τους όπλα, «τις καθ’ ημών;» ( Προς Ρωμαίους, Η’, 31).

 

 

Φάνης Κωστόπουλος

Αφήστε μια απάντηση

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.