Ιστορίες, ερωτικές και άλλες, στην παλιά Κέρκυρα
Η Πέπη Γιάννου, φιλόλογος-ιστορικός, απόφοιτος της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Κρήτης και υποψήφια διδάκτορας του Ιόνιου Πανεπιστήμιου, υπήρξε αρχισυντάκτρια του λογοτεχνικού περιοδικού Πορτόνι. Το 2024 εξέδωσε το μυθιστόρημα Βαγκαμπόντο με κεντρικό ήρωα τον Μάρκο, ένα από τα ορφανά παιδιά που τριγύριζαν μόνα στην πόλη της Κέρκυρας, την πρωτεύουσα του Ιονίου Κράτους το 1843.
Πρόσφατα, κυκλοφόρησε το δεύτερο σχετικό μυθιστόρημά της, το Βαγκαμπόντο-Οι άλλοι (εκδ. Λοράνδου). Εδώ, δέκα χρόνια αργότερα, τα Ιόνια νησιά βρίσκονται σ’ ένα ιστορικό μεταίχμιο, καθώς πλησιάζει η ένωσή τους με την Ελλάδα. Ο βαγκαμπόντο Μάρκος (vagabondi είναι τα ορφανά παιδιά των μεταναστών και προσφύγων από το Σούλι, την Πάργα και τη Μάλτα), έχει μεγαλώσει και έπειτα από την αποφυλάκισή του δουλεύει σε μια βιοτεχνία με κεραμικά. Η συγγραφέας μαζί με τις δικές του περιπέτειες, αφηγείται και άλλες ιστορίες κατοίκων της Κέρκυρας, οι οποίοι κινούνται στην πόλη, τη Χώρα, και σε ορισμένα χωριά.
Η πρώτη ιστορία αφορά μια ομάδα ανθρώπων, μιας γυναίκας, της Μαριάννας, και τριών ανδρών που ύστερα από μια κλοπή εγκαταλείπουν την Κέρκυρα και καταφεύγουν στην απέναντι Αλβανία με μια βάρκα. Η δεύτερη έχει ως ήρωα τον Ταμπούρο, ο οποίος συχνάζει σε μια ταβέρνα στο χωριό Σπαρτύλας. Παρακάτω γνωρίζουμε την Άννα Κονταρίνι, μια Βενετσιάνα καλλιτέχνιδα, η οποία από τον ιμπρεσάριό της χαρακτηρίζεται πουτάνα, επειδή παίρνει χρήματα από τους θαυμαστές της για να τους προσφέρει τις υπηρεσίες της.
Καθώς διαβάζουμε το βιβλίο, διαπιστώνουμε πως την συγκεκριμένη εποχή η Κέρκυρα ήταν μια πολυεθνική πόλη, όπου ζούσαν αρμονικά Έλληνες, ντόπιοι και Ηπειρώτες, Αλβανοί, Βενετοί, Εβραίοι, Άγγλοι , Γάλλοι. Σε αυτήν συγχρωτίζονταν αστοί, έμποροί, εργάτες, φτωχοί και άνεργοι, λωποδύτες, κλέφτες και απατεώνες, οι οποίοι σύχναζαν σε ποικίλα μέρη, καφενεία και ταβέρνες, και αρκετοί διασκέδαζαν με υψηλού επιπέδου θεάματα, όπως οι θεατρικές παραστάσεις στο θέατρο Σαν Τζάκομο. Η συγγραφέας δεν παραλείπει να θίξει το θέμα των ερωτικών σχέσεων των ηρώων και των ηρωίδων της –ο Ταμπούρος είναι ερωτομανής, όπως και μερικές από τις γυναίκες–, ενώ στο τέλος κι ο Μάρκος βρίσκει το ταίρι του στο πρόσωπο της Έλενας.
Η Πέπη Γιάννου έγραψε δύο ομοειδή ιστορικά μυθιστορήματα που έχουν εξαιρετικό ενδιαφέρον διότι μας μεταφέρουν σ’ ένα νησί, όπου οι άνθρωποι βιώνουν τα πάθη τους, όπως στα διηγήματα και τα μυθιστορήματα του Κωνσταντίνου Θεοτόκη. Ταυτόχρονα ζουν σε μια μεταβατική εποχή, καθώς τα πάντα στην Κέρκυρα, αλλά και στην Ευρώπη αλλάζουν. Ο Κριμαϊκός Πόλεμος (1853-1856), ήταν ο πόλεμος των Άγγλων, των Γάλλων και των Τούρκων εναντίον των Ρώσων. Ο πόλεμος εκείνος έγινε για χάρη της επιρροής και της εκμετάλλευσης των ανατολικών εδαφών της παραπαίουσας Οθωμανικής Τουρκίας και σε λίγα χρόνια μετέβαλε την πραγματικότητα σε πολλές χώρες. Η Ελλάδα, δηλαδή ο βασιλιάς Όθων και η κυβέρνησή του, είχε ταχθεί με τους Ρώσους, αποβλέποντας σε ωφελήματα.
Η συγγραφέας κατάφερε να ζωντανέψει την καθημερινότητα στο νησί, αφηγούμενη μικρά και μεγάλα περιστατικά –ένα έχει ως ήρωα τον Διονύσιο Σολωμό– κι αυτό έγινε χάρη στα βιβλία που έχει μελετήσει, ιστορικά, λαογραφικά, ταξιδιωτικά. Η αφήγησή της, καθώς και οι διάλογοι των προσώπων της πλοκής, περιέχουν λέξεις και φράσεις που σήμερα δεν συναντώνται στην καθημερινή ομιλία και προέρχονται κυρίως από την ιταλική γλώσσα, που είχε διαδοθεί στην πόλη και τα χωριά εξαιτίας της πολύχρονης κατοχής των Βενετών. Στο βιβλίο δεν υπάρχει σχετικό λεξιλόγιο, απλώς οι άγνωστες λέξεις –άγνωστες ακόμα και στους σύγχρονους Κερκυραίους – ερμηνεύονται σε σημειώσεις στις σελίδες του.

