Το ενιαίο ποίημα «Κύθηρα», του εικαστικού και ποιητή Γιώργη Μπαδόλα από τη Νάουσα που έφυγε από τη ζωή το 2010, κυκλοφόρησε με πρωτοβουλία της κόρης του Κατερίνας Μπαδόλα από τις εκδόσεις Ανάλεκτο το 2025, με πρόλογο δικό της και επίμετρο του Μιχάλη Μπαρτσίδη.Το ποίημα αυτό, γράφτηκε το 1982 και συνομιλούσε με πίνακες του καλλιτέχνη
σε έκθεση ζωγραφικής εκείνης της περιόδου. Το εξώφυλλο είναι από το έργο του με τίτλο «Χρωματιστή σπουδή γλυπτού».
Ο τίτλος «Κύθηρα», πριν αρχίσουμε την ανάγνωση, φέρνει εικόνες από το ομώνυμο τραγούδι, μ’ εμάς τους αναγνώστες να γινόμαστε κύματα του Αιγαίου αφού χάσαμε το πλοίο της γραμμής μακριά από τα Κύθηρά μας. Παράλληλα, σκηνές από το «Ταξίδι στα Κύθηρα» του Θόδωρου Αγγελόπουλου έρχονται στο νου με τα απέραντα τοπία κάτω από το Ελληνικό φως. Τα Κύθηρα κι εκεί, ένας φαντασιακός προορισμός, ένας τόπος ελπίδας, επιστροφής και λύτρωσης που όμως παραμένει άπιαστος. Το ταξίδι προς αυτόν τον τόπο είναι πιο σημαντικό από την άφιξη, γιατί εκφράζει την ίδια την ανθρώπινη αναζήτηση.Το ταξίδι. Αυτό είναι που έχει σημασία. Ο ίδιος ο Γιώργης Μπαδόλας είχε πει σε μια συνέντευξή του: «Τον δικό μου δρόμο τον λέω Κύθηρα. Στ’ αλήθεια δεν με πειράζει αν δεν φτάσω ποτέ. Ο δρόμος για εκεί
με νοιάζει. Για τα Κύθηρά μου».
Μια διαδρομή είναι και αυτό το ποίημα, μια πορεία αυτογνωσίας που εκφράζει το πάθος του δημιουργού του για όσα τον απασχόλησαν σε όλη την καλλιτεχνική του διαδρομή: την αγάπη, τον έρωτα, την αναζήτηση της προσωπικής ελευθερίας.
Το βιβλίο διαβάζεται απνευστί. Με τις αισθήσεις να μαζεύουν φως, μυρωδιές, έρωτες, απογοητεύσεις, πτώση και ανάταση. Σε αέναους κύκλους. Κι όταν το ολοκληρώνεις, σκέφτεσαι ότι ο Γιώργης Μπαδόλας ζωγράφιζε μέσα από την ποίησή του και έγραφε ποίηση μέσα από τη ζωγραφική του. Δύο διεργασίες αλληλένδετες που και να θέλεις να τις διαχωρίσεις, δεν γίνεται. Ιδιαίτερα αν ο ίδιος ο δημιουργός διαθέτει αυτήν την ευαισθησία
να συνδέεται με τις συμπαντικές δονήσεις, να ανακαλύπτει το χτυποκάρδι από κάθε τι γύρω του.Γιατί όλα γύρω είναι ζωντανά και μπορεί να τα νιώσει, να τα μετρήσει, να ακούσει την ιστορία τους.
Πριν διαβάσουμε τους πρώτους στίχους υπάρχει αναφορά στον Οδυσσέα Ελύτη και το «Άξιον εστί». Τίποτα δεν είναι τυχαίο. Από την αρχή υμνείται το φως και δεν αργούν να ξεπροβάλλουν ήχοι απ’ το μελίσσι, μια είδηση στη συνοικία που μένουν οι καμπανούλες.
Το ξέσπασμα του έρωτα, σαν συνωμοσία, συντελείται όταν κάποιο μπουμπούκι κουράστηκε να περιμένει. «Το κακό γίνεται δίχως να το καταλάβεις, κι/απλώνει σαν φλόγα στα ξερόχορτα»(Σελ. 20). Οι παπαρούνες μοιάζουν με κόκκινες καρδιές. Μέσα στο πανηγύρι
του έρωτα, παίρνει μέρος ολόκληρο το σύμπαν. Η γυναίκα έχει λευκό δέρμα και είναι η ίδια
η γιορτή. Το ποιητικό υποκείμενο προσκαλεί σε απόλυτη παράδοση.
Πρώτα το φιλί κι ύστερα η έκσταση που μεταμορφώνει: «Άνθισε το πρόσωπό σου και το στήθος σου και το κορμί σου όταν/ρούφηξες τις ανοιξιάτικες ανάσες της έκστασής μας»
(σελ. 25). Ακολουθεί ύμνος στη γυναίκα, ύμνος στο σώμα της και η χαρά της ζωγραφισμένη
σε τριαντάφυλλα, αγριοκέρασα, σπασμένα κοχύλια του καλοκαιριού.
Η αιωνιότητα και ολόκληρο το σύμπαν απλώνονται μπροστά στους ερωτευμένους κι όταν αρχίζουν να μετράνε μαργαρίτες, παπαρούνες, στάχυα, κύματα, βουνά, αστέρια, μένουν εκστατικοί στην απεραντοσύνη της ομορφιάς. Φιλοσοφικοί στοχασμοί όπως «τόσο/κοντά/στο τίποτα/το παν» (Σελ. 40)μπαίνουν κι αυτοί στον ξέφρενο χορό. Μέχρι που νυχτώνει κι ένα φεγγάρι το πρόσωπό της γλυκοκοιμάται στα χέρια του.
Κάποια στιγμή μεταφερόμαστε στην πόλη. Ένα κοινό όνειρο για μια μηχανή που γυαλίζει
στη βιτρίνα της λεωφόρου και οι υπολογισμοί των χρημάτων που κάνουν για να την αποκτήσουν. Και ακόμα και στο αστικό τοπίο μέσα στην καθημερινότητα, κυριαρχούν μοναδικοί συνδυασμοί χρωμάτων «Μόνο/εσύ/ ξέρεις/να βάφεις/τις μέρες μου/πορτοκαλένιες/και την ψυχή μου/γαλανή». (Σελ. 47).
Από την άλλη εμφανίζονται οι αναμνήσεις που μοιάζουν με πολύτιμες φωτογραφίες από τα καλύτερα ταξίδια: Ρούχα που πρασίνισαν στη χλόη, ένα ταβερνάκι δίπλα στη λίμνη, ένα φαράγγι. Εικόνες που βοηθούν ν’ αντέξουμε την καθημερινότητα σαν να εξαργυρώνουμε «κορναρίσματα/με δίχτυα μνήμης»(Σελ. 49).
Όμως οι πολεμικοί όροι δεν αργούν να φανούν, με λέξεις όπως κερκόπορτα, προμαχώνες, άλωση. Τα πρώτα σύννεφα, η κρίση κι ένα καράβι ριγμένο στην ξέρα. «Ό,τι ανάστησε ο Απρίλης/το ρήμαξε απρόσμενα ο Σεπτέμβρης/πριν τελειώσει το καλοκαίρι» λέει στη σελίδα 58. Ακόμα και ο ήλιος ξεψυχάει. Κι ο ποιητής θα αναζητάει την αγαπημένη του, τώρα
που ολόκληρο το σύμπαν, θα θυμίζει αυτήν. Η πικρία και η ήττα θα εκφραστούν με σύμβολα. Οπισθοχώρηση, χάρτινες υποσχέσεις, καλοσιδερωμένα πουκάμισα, ανύποπτοι εξαναγκασμοί. Οι ρόλοι που καλούνται να παίξουν και οι συμβάσεις, αποτελούν τα δεσμά τους. Ακόμα και
ο γαλαξίας φαίνεται να υψώνει τις σιωπηλές σιδεριές του. Προδομένα όνειρα και η λέξη «λυπάμαι» επαναλαμβάνεται καθώς ο ποιητής κάνει τον απολογισμό του και με απογοήτευση δηλώνει ότι πίστεψε σε μια ουτοπία: «Λυπάμαι/που δόθηκα/άσκοπη θυσία/σ’ ανύπαρκτους θεούς//λυπάμαι/που φούσκωσα/πλατιά πανιά/σε ρηχά πέλαγα//λυπάμαι/που ρίζωσα/πλατάνι χιλιόφυλλο/σ’ άνυδρη γης» (σελ. 72)
Τα στήθη που πριν ήταν ανθισμένα, τώρα είναι θρυμματισμένα. Τώρα το σπίτι είναι βουβό.
Η μετάβαση από τη μία κατάσταση στην άλλη, από την έκσταση του έρωτα στο κομμάτιασμα και στο ποδοπάτημα, ήταν ακαριαία.
Ωστόσο, ακολουθώντας τους κύκλους της φύσης, μετά από την ερημιά θα έρθει η ανθοφορία. Το ποιητικό υποκείμενο ελπίζει, ανασυγκροτείται, μαζεύει τα σπασμένα, τα συναρμολογεί, γεμίζει με σοφία και αποκτάει συναίσθηση της πορείας αυτογνωσίας. Μέσα σ’ αυτήν τη συνθήκη έχει ξεχωρίσει ότι αυτό που αξίζει στη ζωή είναι ο πηγαιμός «Ο πηγαιμός που έσπειρες στεγνές ώρες/ο πηγαιμός που ζέσταινες παγερές στιγμές/ο πηγαιμός για κει που όρισαν τα όνειρά σου/ο πηγαιμός για κει που όρισες εσύ/ο πηγαιμός σου». (σελ. 93). Κι αφού οι αναγνώστες-κοινωνοί οδηγούμαστε στην κάθαρση καθώς φτάνουμε προς το τέλος, αντιλαμβανόμαστε ότι τελικά δεν ήταν απλά ένα ποίημα για τον έρωτα, αλλά για ολόκληρη την πορεία της ζωής.
Και φυσικά, ο Γιώργης Μπαδόλας καταφέρνει σ’ αυτήν τη διαδρομή, «σαν μέλισσα που ανακάλυψε κάποιες καλές ανοιξιάτικες μεριές» (σελ. 98)να μας οδηγήσει σ’ αυτές, ώστε να γευτούμε μαζί την ομορφιά και το φως που ζωγραφίζει η ποίησή του.
