ΑΜΕΤΡΗΤΕΣ ΦΟΡΕΣ
Οι θάμνοι με τ’ αγκάθια όλο ψήλωναν.
Μεταφερόμασταν στο σύνορο της νύχτας.
Εγώ είχα δετά τα μάτια.
Η αδερφή μου όχι.
Μοιάζαμε με νεκρές αλλά δεν ήμασταν.
Μοιάζαμε ζωντανές αλλά ούτε αυτό.
Ανέβαινα όπως η στάθμη του νερού μες στο ποτήρι
όταν ξεχείλιζα η αδερφή μου βυθιζόταν.
Ζούσαμε και πεθαίναμε μαζί αμέτρητες φορές.
ΔΙΑΔΟΧΗ
Εκείνη τη νύχτα όλα τα φεγγάρια ήταν ένα
δεν είχα ενθύμια
κατοικούσα σε μια διαδοχή:
«Θα ζήσουν οι νεκροί σου αλλιώς;»
με ρωτούσε το άλλο μου πρόσωπο
κι άναβε άφιλτρα αστέρια,
άφηνε ψίχουλα στο δάσος για να βγω,
για να χαθώ ολότελα.
