You are currently viewing Γιάννης Κολοκοτρώνης: Ο Εικονικός Ογκομορφισμός (Virtual Volumism) του Θανάση Λεονταρίδη

Γιάννης Κολοκοτρώνης: Ο Εικονικός Ογκομορφισμός (Virtual Volumism) του Θανάση Λεονταρίδη

Ο Θανάσης Λεονταρίδης έχει διαμορφώσει μια αναγνωρίσιμη εικαστική γλώσσα, ένα υβρίδιο σουρεαλισμού, εικονικής αφήγησης και αρχιτεκτονικής κατασκευής του ίδιου του καμβά. Τα έργα του μοιάζουν με εικαστικά παζλ. Έχουν τρισδιάστατη, σχεδόν θεατρική παρουσία, βασίζονται στον ρεαλισμό που διακόπτεται από συμβολικά σχήματα, αποδίδονται με καθαρά χρώματα (γαλάζια, κεραμιδί, ώχρες, πρασινογάλαζα) και υφές που θυμίζουν μάρμαρο. Η βασική αρχή που διατρέχει τα έργα του είναι ότι ο καμβάς δεν είναι περιορισμός, αλλά τμήμα της αφήγησης.

 

 

Ωστόσο, η τέχνη του Λεονταρίδη δεν είναι πλήρως κατανοητή αν δεν αναγνωρίσει κάποιος τη διπλή του ταυτότητα: ζωγράφος και εφευρέτης. Η εφεύρεση δεν είναι παράλληλη δραστηριότητα αλλά η εσωτερική μηχανική λογική των έργων του. Η επαγγελματική του ενασχόληση με μηχανισμούς κλειδώματος, συστήματα σύνδεσης και λειτουργικές κατασκευές (https://cal.gr/) μετασχηματίζεται στη ζωγραφική σε αίσθηση κατασκευαστικής ακριβείας. Η μορφή δεν είναι διακοσμητική, αλλά καθορίζει τη λειτουργία, όπως στη δομή του DNA, όπου μορφή και λειτουργία είναι αδιαχώριστες. Τα πολυσχηματικά, συναρμολογημένα τελάρα του είναι δομές χωρικής σκηνογραφίας: επίπεδα που επικοινωνούν, ανοίγματα που διαμορφώνουν το νόημα, μηχανισμοί που αρθρώνουν την αφήγηση. (https://www.periou.gr/giannis-kolokotronis-i-efevretikotita-tou-thanasi-leontaridi/).

Στιλιστικά, ο Λεονταρίδης ανήκει στη μεγάλη παράδοση των shaped canvases, των πολυσχηματικών τελάρων που εμφανίστηκαν στη διεθνή σκηνή από τη δεκαετία του 1960 και έπειτα. Καλλιτέχνες όπως ο Frank Stella, ο Ellsworth Kelly ή ο Kenneth Noland απελευθέρωσαν το περιεχόμενο της εικόνας από το ορθογώνιο τελάρο, αναγάγοντάς το σε καθαρή γεωμετρική δομή. Ο πρωτοπόρος Αχιλλέας Δρούγκας και ο Θανάσης Λεονταρίδης προχώρησαν παραπέρα, εντάσσοντας τη γεωμετρία σε μια αφηγηματική, εννοιολογική,  συμβολική και σουρεαλιστική μυθολογία. Αν οι shaped canvases ήταν ψυχροί, μινιμαλιστικοί και αντικειμενικοί, ο Δρούγκας και ο Λεονταρίδης μετέτρεψαν τη γεωμετρία σε σκηνογραφία: σε σημειολογικές εικόνες όπου η ζωγραφική τρισδιάστατη ψευδαίσθηση μαζί με τη διακριτική ενσωμάτωση υλικών στοιχείων που ολοκληρώνουν τη σύνθεση, οργανώνει την αφήγηση.

Στη ζωγραφική του Θανάση Λεονταρίδη, ο συνδυασμός διαφορετικών τελάρων, μετατρέπεται σε αρχιτεκτονικό μόρφωμα: γωνία, παράθυρο, πύλη ή πλαίσιο που άλλοτε αποκαλύπτει κι άλλοτε αποκρύπτει. Άλλοτε η εικόνα ξεδιπλώνεται σαν θεατρική σκηνή με τοπία, μορφές και αντικείμενα (κλειδί, κορδέλες, κύκλους, σχοινί κ.ά.) και άλλοτε αποκρύπτεται, δίνοντας αποσπασματικές πληροφορίες, σαν επεισόδιο μιας μεγαλύτερης ιστορίας.

Στη Στροφή, για παράδειγμα, που θυμίζει μακέτα ερημικών πόλεων του De Chirico, ένα υπερμεγέθες ρόπτρο που περιβάλλεται από πολύχρωμη ελικοειδή κορδέλα, διαπερνά τους ζωγραφικούς τοίχους του έργου και εισβάλει στο χώρο του θεατή. Το συμπαγές σχήμα και μέγεθος του ρόπτρου κυριαρχεί στην εικόνα, μετατρέποντάς το σε ζωγραφικό αντικείμενο με γλυπτική βαρύτητα.

Ο Λεονταρίδης δείχνει ότι ο εικαστικός του κόσμος δεν περιορίζεται στην ψευδαίσθηση της αναπαράστασης, αλλά δημιουργεί ένα είδος χωρικής φαντασίας με τη γεωμετρία, το χρώμα και την αφήγηση να συνυπάρχουν σ’ ένα πρωτότυπο παιχνίδι ανάμεσα στο πραγματικό και στο σουρεαλιστικό. Οι όγκοι, τα επίπεδα και οι καμπύλες, καθώς επεκτείνονται από τα όρια του τελάρου και εξαπλώνονται στον επίπεδο τοίχο, κάνουν την εικόνα να μην χωρά πλέον στο πλαίσιό της. Η ελικοειδής κορδέλα, σαν μαθηματική τροχιά γύρω από το υπερμεγέθες γαλάζιο ρόπτρο, τονίζει τη γλυπτική του υπόσταση και ταυτόχρονα δίνει έναν ανάλαφρο ρυθμό στη συμπαγή στατικότητα του.

Έτσι το ζωγραφικό συνυπάρχει με το πραγματικό, το παράδοξο με τη λογική, πάντα με κοινό παρονομαστή τη διαρκή κίνηση των σχημάτων. Όλα αναδιπλώνονται, περιστρέφονται ή εκβάλλουν από τα όρια του τελάρου, σαν να αρνούνται την ηρεμία της στατικής εικόνας. Ο ζωγραφικός χώρος απλώνεται και διασπάται ταυτόχρονα, δημιουργώντας ένα σύμπαν όπου η ζωγραφική δεν καταγράφει, αλλά μετασχηματίζει.

Όπου εμφανίζεται η ανθρώπινη μορφή, ενσωματώνεται σε ένα σύστημα συμβόλων, σαν να ανήκει σε μια μεγαλύτερη εικονογραφική μηχανή. Στη Στροφή, οι μικρές μορφές μοιάζουν με μυρμήγκια, τονίζοντας την κλίμακα του χώρου και την κυριαρχία των γεωμετρικών αρχιτεκτονικών στοιχείων. Στον Ρωμαίο και Ιουλιέττα, τα προσωπεία σαν απολιθωμένες μάσκες ανήκουν στη μνήμη του μύθου. Στην Προφητεία της Πτώσης, ενσωματωμένες στη λιθοδομή σαν πρόσωπα λαξευμένα στον βράχο, γίνονται αλληγορίες και οι λευκές αιωρούμενες μορφές προεικονίσεις ενός μετέωρου μέλλοντος.

Το λεπτό χιούμορ του Θανάση Λεονταρίδη, είναι αναπόσπαστο μέρος της τέχνης του. Στο Η Λίζα με την Κορνίζα, η έμμεση αναφορά στην Μόνα Λίζα και στο γνωστό χιουμοριστικό ελληνικό τραγούδι, είναι εργαλείο παιχνιδιού. Η Λίζα, προστατευμένη μέσα στο ίδιο της το πλαίσιο, μοιάζει σαν ειρωνικό σχόλιο στον ρόλο της αναπαράστασης. Οι κυκλικές φόρμες που αιωρούνται πάνω από το κεφάλι της σαν ένα διακριτικό οπτικό αστείο, σπάνε την αυστηρότητα του πορτρέτου και ταυτόχρονα μας θυμίζει ότι η ζωγραφική μπορεί να διατηρεί την ποίησή της χωρίς να χάνει την ελαφρότητά της.

Εξίσου χαρακτηριστική είναι η παιχνιδιάρικη και ταυτόχρονα αυστηρά γεωμετρική εμμονή του Λεονταρίδη με τα ανοίγματα (παράθυρο, οπή, φινιστρίνι). Πρόκειται για οριακά σημεία, περάσματα ανάμεσα σε κόσμους, τόπους και τοπία, όπου ο θεατής αλλάζει θέση: άλλοτε ως παρατηρητής, άλλοτε ως νοερά συμμετέχων λύνοντας γρίφους, κι άλλοτε ως ενδιάμεσος μεταξύ φαντασίας και ψευδαίσθησης.

Εδώ, εντοπίζεται και η θεωρία του για την «αμφίδρομη σταγόνα»: η εικόνα επηρεάζει το βλέμμα όσο το βλέμμα επηρεάζει την εικόνα. Η μορφή μεταβάλλεται νοητικά ανάλογα με τη διαδρομή της θέασης. Έτσι, ο καμβάς γίνεται επίπεδο που μπορεί να αναδιπλωθεί, να στρίψει, να σπάσει, να υποχωρήσει ή να προεξέχει. Ένας διαρκής χώρος παρατήρησης και μεταμόρφωσης ή, ένας ενεργός χώρος που ενώνει το βλέμμα και τον υλικό κόσμο με τη φαντασία και το συναίσθημα.

Αυτή η συνολική οπτική, που συνδυάζει την εφεύρεση με την ογκοπλαστική ψευδαίσθηση, την αφήγηση και τη γεωμετρική δομή, οδηγεί σ’ αυτό που ο ίδιος αποκαλεί Virtual Volumism: έναν φαντασιακό ογκομορφισμό, όπου ο όγκος γεννιέται από την επίμονη παρατήρηση της εικόνας και η εικόνα αποκτά χωρική υπόσταση χωρίς να χάνει τον εικονιστικό της χαρακτήρα. Στο σύστημα αυτό, η ζωγραφική δεν παραμένει επίπεδη. Μετατρέπεται σε ενεργό χώρο, σε οπτικό μηχανισμό που επεκτείνεται πέρα από τα όρια του τελάρου και διαλέγεται με τον υλικό χώρο του πραγματικού κόσμου. (https://www.periou.gr/giannis-kolokotronis-o-doureios-ippos-tis-logikis-tou-thanasi-leontaridi/)

Γι’ αυτό ο Virtual Volumism / Εικονικός Ογκομορφισμός του Θανάση Λεονταρίδη δεν είναι σχολή, αλλά μια προσωπική εφεύρεση, μια συνεκτική καλλιτεχνική στρατηγική που ενώνει τον ογκοπλαστικό πειραματισμό με την αλληγορία, τη σημειολογία, το χιούμορ και τη χωρική ψευδαίσθηση.

 

Γιάννης Κολοκοτρώνης
Καθηγητής Ιστορίας και Θεωρίας της Τέχνης Τμήμα Αρχιτεκτόνων Μηχανικών / Δ.Π.Θ.

 

Yannis Kolokotronis: Thanasis Leontaridis’ Virtual Volumism (Virtual Volumism)

Thanasis Leontaridis has forged a recognizable visual language: a hybrid of surrealism, pictorial storytelling, and the architectural construction of the canvas itself. His works resemble visual puzzles. They possess a three-dimensional, almost theatrical presence: grounded in realism yet interrupted by symbolic forms, rendered in pure colors (blues, brick reds, ochres, blue-greens) and marble-like textures. The fundamental principle running through his work is that the canvas is not a limitation, but part of the narrative.

Yet Leontaridis’ art cannot be fully understood unless one acknowledges his dual identity: painter and inventor. Invention is not a parallel activity but the inner mechanical logic of his work. His professional engagement with locking mechanisms, connection systems, and functional constructions (https://cal.gr/)  is translated into painting as a deep sense of structural precision. Form is not decorative; it determines function—much like DNA, where form and function are inseparable. His multi-formed, assembled stretchers are structures of spatial scenography: communicating planes, openings that shape meaning, mechanisms that articulate the narrative. (https://www.periou.gr/giannis-kolokotronis-i-efevretikotita-tou-thanasi-leontaridi/)

Stylistically, Leontaridis belongs to the great tradition of shaped canvases—the multi-formed supports that entered the international scene from the 1960s onward. Artists such as Frank Stella, Ellsworth Kelly, and Kenneth Noland freed the image from the rectangular stretcher, elevating it into a pure geometric structure. The pioneer Achilleas Droungas and Thanasis Leontaridis went further, embedding geometry within a narrative, conceptual, symbolic, and surreal mythology. If shaped canvases were cold, minimalist, and objective, Droungas and Leontaridis transformed geometry into scenography: semiological images in which painted three-dimensional illusion—together with the discreet integration of material elements that complete the composition—organizes the narrative.

In Leontaridis’ painting, the combination of different stretchers becomes an architectural formation: a corner, a window, a gate, or a frame that at times reveals and at times conceals. Sometimes the image unfolds like a theatrical stage with landscapes, figures, and objects (a key, ribbons, circles, rope, and so on); at other times it withdraws, offering fragmentary information, like an episode from a larger story.

In The Turn (Strophi), for example—reminiscent of De Chirico’s maquettes of deserted cities—an oversized door knocker, encircled by a multicolored spiral ribbon, pierces the painted “walls” of the work and intrudes into the viewer’s space. The knocker’s compact form and scale dominate the image, turning it into a pictorial object with sculptural weight.

Leontaridis shows that his visual world is not confined to the illusion of representation. He creates a kind of spatial imagination in which geometry, color, and narrative coexist in an original play between the real and the surreal. Volumes, planes, and curves extend beyond the stretcher’s boundaries and spread across the flat wall, so that the image no longer fits within its frame. The spiral ribbon—like a mathematical trajectory around the oversized blue knocker—emphasizes its sculptural nature while lending a light rhythm to its dense stillness.

Thus the pictorial coexists with the real, the paradoxical with the logical, always with the constant movement of forms as a common denominator. Everything folds, rotates, or spills beyond the limits of the stretcher, as if refusing the calm of the static image. Painted space expands and fractures at once, creating a universe in which painting does not record, but transforms.

Wherever the human figure appears, it is incorporated into a system of symbols, as though it belonged to a larger iconographic machine. In The Turn, the small figures resemble ants, underscoring the scale of the space and the dominance of geometric architectural elements. In Romeo and Juliet, the faces—like fossilized masks—belong to the memory of the myth. In The Prophecy of the Fall, embedded in masonry like faces carved into rock, they become allegories, while the white floating forms serve as prefigurations of a suspended future.

Thanasis Leontaridis’ subtle humor is an integral part of his art. In Liza with the Frame, the oblique reference to the Mona Lisa and to a well-known humorous Greek song becomes a tool of play. Liza, protected within her own frame, reads as an ironic comment on the role of representation. The circular forms hovering above her head—like a discreet visual joke—break the portrait’s austerity and, at the same time, remind us that painting can preserve its poetry without losing its lightness.

Equally characteristic is Leontaridis’ playful, yet strictly geometric, fixation on openings (window, aperture, porthole). These are threshold points—passages between worlds, places, and landscapes—where the viewer shifts position: sometimes as an observer, sometimes as a mental participant solving riddles, and sometimes as an intermediary between fantasy and illusion.

Here, too, we find his theory of the “two-way drop”: the image influences the gaze as much as the gaze influences the image. Form changes mentally according to the route of looking. The canvas thus becomes a plane that can fold, twist, break, recede, or protrude: a continuous space of observation and transformation—an active space that connects the gaze and the material world with imagination and emotion.

This overall vision, combining invention with volumetric illusion, narrative, and geometric structure, leads to what he himself calls Virtual Volumism: an imaginary volumism in which volume is born from sustained attention to the image, and the image acquires spatial substance without losing its figurative character. In this system, painting does not remain flat. It becomes an active space, a visual mechanism that extends beyond the limits of the stretcher and enters into dialogue with the material space of the real world. (https://www.periou.gr/giannis-kolokotronis-o-doureios-ippos-tis-logikis-tou-thanasi-leontaridi/)

For this reason, Thanasis Leontaridis’ Virtual Volumism / Eikonikos Ogkomorfismos is not a “school,” but a personal invention: a coherent artistic strategy that unites volumetric experimentation with allegory, semiotics, humor, and spatial illusion.

 

Yannis Kolokotronis
Professor of Art History and Theory. Department of Architecture / Democritus University of Thrace

 

 

Αφήστε μια απάντηση

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.