Ένα βιβλίο που σε ταξιδεύει στην παράδοση, πάντα αποτελεί γενέθλια πηγή εμβάπτισης στην αφηγηματική σοφία του λαού. Οι λαϊκές ιστορίες, τα παραμύθια εκφράζουν βιωμένες κοινωνικές πραγματικότητες οι οποίες εκφράστηκαν μέσα από εικόνες- σύμβολα του κάθε τόπου. Η γλώσσα τους είναι οικουμενική, ενοποιητική. Μεταδίδουν αξίες και ηθικά μηνύματα. Τα παραμύθια είναι πανανθρώπινο είδος, αποτελούν δε την πολιτιστική κληρονομιά ενός λαού. Στις προβιομηχανικές κοινωνίες η αφήγηση παραμυθιών σε ακροατήριο ενηλίκων ήταν μία από τις λιγοστές διασκεδάσεις των ανθρώπων. Παράλληλα αποτελούσαν και τις γοητευτικές στιγμές των μεγαλύτερων –παππούδων και ιδίως γιαγιάδων- μαζί με τα μικρά παιδιά της οικογένειας ή και της γειτονιάς. Τη σημερινή εποχή η αφήγηση παραμυθιών στα σχολεία λειτουργεί και ως ένας από τους στόχους των αναλυτικών προγραμμάτων. Συμβάλλει στην πνευματική ανάπτυξη των παιδιών, στην καλλιέργεια της συναισθηματικής νοημοσύνης, στην κοινωνικοποίησή τους. Δεν σκοπεύουν να διδάξουν τα παραμύθια, για τούτο πάντα τελειώνουν με τον θρίαμβο του καλού και την τιμωρία του κακού.
Στο εν λόγω βιβλίο, η συγγραφέας υπογραμμίζει ότι τα παραμύθια που αφηγείται, αποτελούν ακούσματά της από παραμυθάδες και παραμυθούδες της Ρόδου τα οποία η ίδια μετέγραψε, μένοντας όμως στο ίδιο πολιτισμικό πλαίσιο. Η συλλογή περιλαμβάνει τρία παραμύθια («Το μυρόπανο», «Ο Σταχοχουλουλιάρης και η πάπια», «Η Μάνα του Φωτός»). Σε αυτά το αναγνωστικό κοινό συναντά μαγικά μέσα, θαύματα, μεταμορφώσεις, δοκιμασίες -μέσα από διακειμενικές λειτουργίες που υπάρχουν σε ελληνικά και σε ξένα παραμύθια-, όλα δοσμένα με έναν αφηγηματικά ενδιαφέροντα τρόπο και σε πλαίσια εναλλαγής συναισθημάτων, μαγικών διαδρομών και αίσιου τέλους.
Στο παραμύθι «Το μυρόπανο», με θλιβερό περιεχόμενο αλλά με αστείο τέλος, η όμορφη μητριά κακοποιεί την άσχημη κόρη που είναι υπομονετική και συγκινητικά αλληλέγγυα προς τους άλλους. Η εικόνα των δύο προσώπων αντιστρέφεται με τη μεσολάβηση του μαγικού μέσου. Το κορίτσι έγινε πανέμορφο χρησιμοποιώντας το μυρόπανο που της έδωσε ένας ζητιάνος τον οποίο βοήθησε ενώ η μητριά χρησιμοποιώντας τα μαντήλια διάφορων ζητιάνων που υποκριτικά τους δεξιώθηκε «όσο σκούπιζε τη μούρη της, τόσο χειρότερη γινόταν. Ώσπου μεταμορφώθηκε σε γαϊδάρα, άσχημη, άσπρη με μια βούλα στο μέτωπο. Ούρλιαξε. Έβγαλε ένα γκάρισμα τόσο άγριο, που λένε πως ακόμα και οι σαύρες έφυγαν τρομαγμένες από τα χαλάσματα» (σελ. 14).
Τα λαϊκά παραμύθια προσφέρουν διάφορους τύπους ανθρώπων. Για παράδειγμα ο τεμπέλης είναι σχεδόν πάντα και πονηρός. Όπως ο Σταχτοχουχουλιάρης στο δεύτερο παραμύθι, ο οποίος με πονηριά παντρεύτηκε μια πάπια που είχε μεταμορφωθεί σε νεράιδα. Αλλά, έλα που την ερωτεύτηκε ένα βασιλόπουλο που τον απείλησε βάζοντάς τον σε απίστευτες δοκιμασίες! Η μία από αυτές ήταν να του κτίσει ένα παλάτι. Στις δοκιμασίες καθοριστικό ρόλο έπαιξε η μάνα της πάπιας-νεράιδας που ήταν η Κυρά-Θάλασσα. Έτσι κι αλλιώς η συμπεριφορά του βασιλόπουλου ήταν απαράδεκτη. Κι ο θεσμός του γάμου στα παραμύθια είναι ιερός. Έτσι την γλίτωσε ο Σταχτοχουλουλιάρης μας. Κι έγινε βασιλιάς κι η νεράιδα του βασίλισσα και το παλάτι τους γέμισε πάπιες. Η επωδός: «Ψέματα κι αλήθεια έτσι είναι τα παραμύθια» (σελ. 27).
Το καλό θα θριαμβεύσει και στο τρίτο παραμύθι «Η Μάνα του Φωτός», όταν μια γριά περιέθαλψε δυο μωρά, τον Ήλιο και το Φεγγάρι, παιδιά ενός βασιλόπουλου που είχε πάει στον πόλεμο, αλλά η βασιλομήτωρ πέταξε τα μωρά στο δάσος, παράλληλα φυλακίζοντας τη μητέρα τους. Ποιο είναι το τέλος του παραμυθιού; Δεν θα το αναφέρω, αλλά θα το καταλάβετε από την επωδό του: «Ααα κι αν με ρωτάς για το βασίλειο, φως γιόμισε αγάπης και δικαιοσύνης» (σελ. 33). Η συγγραφέας ιδιαίτερα στο τέλος των παραμυθιών χρησιμοποιεί ευφυώς και με διαφορετικό τρόπο γνωστά μοτίβα (βλ.παραπάνω) αλλά και δικά της.
Η Παυλούς με διδακτορικές σπουδές στην Παιδαγωγική και στην Περιβαλλοντική Εκπαίδευση, είναι ακτιβίστρια για τα δικαιώματα στην εκπαίδευση και ασχολείται με τη συλλογή και την έρευνα των ροδιακών διαλέκτων. Επίσης μελετά τις παραδόσεις τα ήθη και τα έθιμα του τόπου της κι έχει διασώσει σημαντικό μέρος της ροδιακής πολιτισμικής κληρονομιάς. Η γραφή της, στα προαναφερόμενα παραμύθια, είναι μεστή, ρέουσα και συνάμα δωρική. Ακολουθεί τον λιτό και κοφτό λόγο των παραμυθιών. Οι δε περιγραφές της είναι ζωντανές. Προσφέρονται σε μια πλούσια γλώσσα απολύτως κατανοητή και από τα παιδιά: «Εκείνον τον καιρό, ήταν ένας νεαρός τεμπελχανάς, που όλοι τον ονόμαζαν Σταχτοχουχουλιάρη, γιατί δεν έλεγε να ξεκολλήσει από τη φωτιά. Του έλεγε η μάνα του να πάει να κόψει ξύλα, δεν πήγαινε. Να πάει στο χωράφι να οργώσει, να φυτέψει, τίποτα. Ούτε νερό να φέρει. Ούτε φρούτο να κόψει. Μόνο στάχτη δίπλα του και τεμπελιά να καίει το μέσα του» (σελ. 19)».
Είναι μικρό το βιβλίο αλλά η συμβολή του μέγιστη. Κλείνει το μάτι και σε άλλες τοπικές κοινωνίες, ώστε να διασώσουν και να ανανεώνουν την παράδοσή τους. Γιατί πάντα ανευρίσκονται παραμύθια που είτε δεν έχουν καταγραφεί ή είτε υπάρχουν παρόμοια με διακειμενικές αναφορές. Οι τοπικές παραδοσιακές αφηγήσεις που καταγράφονται και διαδίδονται αποτελούν, θα έλεγα ως ένα βαθμό, εμπόδιο απέναντι σε ό,τι αρνητικό εισάγεται και επηρεάζει τον πολιτισμό ή αλλοιώνει τη γλώσσα μας.
Ένα μικρό διαμάντι έρχεται από το νησί του ήλιου! Διαβάζεται απνευστί, ανάμεσα σε τρία όμορφα ασπρόμαυρα σκίτσα, μεταδίδοντας εκείνη τη γοητεία που μόνο η μαγεία και η φαντασία των παραμυθιών προσφέρει. Και, βέβαια, η έξοχη γραφή της συγγραφέως!
Γιάννης Σ. Παπαδάτος, συγγραφέας, κριτικός, τ. πανεπιστημιακός
