You are currently viewing Γιώργος Ι. Βοϊκλής: Ελευθερία Παναγιωτοπούλου: «Αναμνήσεις από τη Σοβιετική Μόσχα 1980-1986», Εκδόσεις Εύμαρος 2026

Γιώργος Ι. Βοϊκλής: Ελευθερία Παναγιωτοπούλου: «Αναμνήσεις από τη Σοβιετική Μόσχα 1980-1986», Εκδόσεις Εύμαρος 2026

Το τέλος μιας εποχής

Μνήμες μιας Ψυχολόγου απ’ τις σπουδές της στη Μόσχα πριν από 40 χρόνια

Στον πρόλογο της Σέλμα Ασίρα στο βιβλίο της Ελευθερίας Παναγιωτοπούλου με τίτλο «Αναμνήσεις από τη Σοβιετική Μόσχα 1980-1986» (εκδόσεις εύμαρος 2026) διαβάζουμε: «Στα βήματα των Ελλήνων λογοτεχνών (ο Καζαντζάκης ξαναφέρνει στη ζωή τον Ζορμπά, η Ιορδανίδου τη γιαγιά της τη Λωξάντρα), η Ελευθερία (Ρίτσα) Παναγιωτοπούλου αισθάνεται την ανάγκη να ζωντανέψει σήμερα μια Ρωσία που έχει πια χαθεί, μια Μόσχα που τώρα φαντάζει βγαλμένη από κείνο το όνειρο με το οποίο ξεκινούν οι σελίδες των ρωσικών της αναμνήσεων».

Πραγματικά, με ένα όνειρο – εφιάλτη ότι βρίσκεται ξανά στη Μόσχα μετά από 40 χρόνια ξεκινάει η συγγραφέας την καταγραφή των αναμνήσεών της από τα πέντε χρόνια (1980-1986) που σπούδασε Ψυχολογία στο Πανεπιστήμιο Λομονόσοφ.

«Ξυπνώ», γράφει, «Συνέρχομαι γρήγορα απ’ το όνειρο. Τελευταία με πλημμυρίζει η νοσταλγία για τα φοιτητικά μου χρόνια στη Μόσχα. Ξεπηδούν σκέψεις που στήνουν χορό.

-Δεν μπορείς να μας αγνοήσεις πια. Γράψε, σβήσε όσο θες. Και ξαναγράψε».

Αποτέλεσμα αυτής της παρόρμησης είναι το μόλις 86 σελίδων βιβλίο της, για το οποίο γράφει η ίδια στον Επίλογό του (σελ. 80): «Παραθέτω τη δική μου αντίληψη των πραγμάτων όπως παρουσιάζονται σαν ψίθυροι στο μυαλό μου, σαν μέρος ενός ψηφιδωτού μιας χώρα που εκείνη η περίοδος έμελλε να γίνει υποσημείωση στην ιστορία της».

Το λογοτεχνικό της αφήγημα αναπτύσσεται, βέβαια, σε πολλά επίπεδα, αντίστοιχα στις πλευρές της πραγματικότητας που βίωσε τα πέντε χρόνια των σπουδών της και σε δυο ταξίδια στην ΕΣΣΔ πριν και μετά από αυτές.

Στο επίπεδο της γνωριμίας με τον χώρο και τη διείσδυση στην ψυχοσύνθεση των κατοίκων της. Στο επίπεδο των σπουδών και της ζωής των ξένων φοιτητών, καταγόμενων από διάφορες χώρες του πλανήτη. Στο επίπεδο των συνθηκών διαβίωσης των πολιτών, αλλά και της Νομενκλατούρας, στο επίπεδο του Πολιτισμού.

Στο πρώτο επίπεδο, τη γνωριμία με τον χώρο, αναφέρεται κυρίως στο κεφάλαιο με τίτλο «Προηγούμενο ταξίδι» (σελ. 72-79) όπου καταγράφει τις εντυπώσεις της από το πρώτο της ταξίδι τέσσερα χρόνια πριν, το 1976, όταν ήταν 16 χρόνων, σε μια εκδρομή του Ελληνο-Σοβιετικού Συνδέσμου, όπου γράφει ανάμεσα σε άλλα: «Στο ταξίδι εκείνο επισκεφτήκαμε τη Μόσχα, το Λένινγκραντ και την Κεντρική Ασία, το Ουζμπεκιστάν, τις πόλεις Τασκένδη, Σαμαρκάνδη, Φεργκάνα […] Η Μόσχα με εντυπωσίασε με τα μεγάλα κτήριά της, τα λίγα αυτοκίνητα, την καθαριότητα στους δρόμους, το Μετρό της». Με ιδιαίτερη συγκίνηση περιγράφει την ξενάγησή τους στην Γιασνάγια Πολιάνα, το σπίτι που γεννήθηκε και είναι θαμμένος ο Λέων Τολστόι.

Στο δεύτερο επίπεδο, των σπουδών και της ζωής των ξένων φοιτητών και ιδιαίτερα των Ελλήνων φοιτητών μεταξύ τους, καθώς και στο εκπαιδευτικό σύστημα, αναφέρεται στο κεφάλαιο «Σπουδές» (σελ. 37-46) όπου διαβάζουμε ανάμεσα σε άλλα: «Οι καθηγητές στη σχολή σε γενικές γραμμές ήταν, αν και αυστηροί, προσιτοί. Οι νεότεροι, οι βοηθοί, μπορούσαν πιο εύκολα να καβαλήσουν το καλάμι. Οι πιο γνωστοί καθηγητές της σχολής ήταν ανταγωνιστικοί μεταξύ τους. Εμείς βλέπαμε αυτόν τον ανταγωνισμό, που ήταν κυρίως για επιστημονικούς λόγους […] Ήμουν ενθουσιασμένη με τους πιο πολλούς καθηγητές μου, διαφόρων ειδικοτήτων».

Σημειώνει, βέβαια, ότι εκεί δεν υπήρχαν «αιώνιοι φοιτητές». «Αν κάποιος δεν περνούσε το μάθημα ή ήταν ασθενής», γράφει, «είχε τη δυνατότητα να το ξαναδώσει μια εβδομάδα μετά τις εξετάσεις. Σε περίπτωση δεύτερης αποτυχίας θα έπρεπε να αποχαιρετήσει τη σχολή».

Στο επόμενο κεφάλαιο με τίτλο «Μπερδέματα» αναφέρεται σε τρία υποχρεωτικά μαθήματα από το πρώτο έως το πέμπτο έτος: Την Ιστορία του ΚΚΣΕ, την Πολιτική Οικονομία του Καπιταλισμού και του Σοσιαλισμού, τον Επιστημονικό Αθεϊσμό και τον Επιστημονικό Κομμουνισμό. Και γράφει γι’ αυτά: «Ήταν αρκετές οι φορές που ένιωθα ότι απείχαν παρασάγγες από την πραγματικότητα αυτά που διδασκόμασταν». Τόσο σ’ αυτό το κεφάλαιο όπως και στο επόμενο με τίτλο «Φαγητά – Αγαθά» (58 – 62), αναφέρει πολλά παραδείγματα αυτής της αναντιστοιχίας, για να καταλήξει στην εξής επισήμανση ως προς τη διάρθρωση της Σοβιετικής κοινωνίας: «Αν αυτό που βλέπαμε αφορούσε όλους τους πολίτες δεν θα δημιουργούσε ερωτηματικά. Το ότι τα στελέχη του κόμματος ψώνιζαν από αλλού […] μόνο θυμό μου προκαλούσε».

Αποκορύφωμα της κριτικής στάσης της απέναντι στο σοβιετικό καθεστώς αποτελεί η αναφορά της στο πυρηνικό ατύχημα του Τσέρνομπιλ (σελ. 70-71) όπου αναρωτιέται: «Πώς και στο όνομα τίνος γίνεται απόκρυψη ενός γεγονότος που κόστισε και κοστίζει πολύ σε πολλούς ανθρώπους; Παρά τις πολυσυζητημένες έννοιες «Περεστρόικα» (ανασυγκρότηση) και «Γκλάσνοστ» (διαφάνεια), η Δημοκρατία απείχε παρασάγγας».

Για τις μετά το 1989 εξελίξεις γράφει στον Επίλογο του βιβλίου της: «Επέστρεψα το 2004 στη Μόσχα για να συναντήσω την καθηγήτριά μου Λ. Σ. Τσβετκόβα […] Σ’ αυτό το ολιγοήμερο ταξίδι ήθελα να δω τις αλλαγές που είχαν προκύψει, αλλά και να βρω κάτι από τα φοιτητικά μου χρόνια […] Με την πάροδο των χρόνων κυριολεκτικά είχαν αλλάξει όλα, όχι απαραίτητα προς το καλύτερο».

 

Είχα το προνόμιο να το διαπιστώσω αυτό σε μεγάλη έκταση τέσσερα χρόνια πριν από τη συγγραφέα, στα εννιά ταξίδια μου στην Ουκρανία από το 1998 μέχρι το 2000, στο πλαίσιο ενός Ευρωπαϊκού Προγράμματος Ενημέρωσης και Προστασίας Καταναλωτών. Τις πολύμορφες εμπειρίες μου στη συνολικής διάρκειας  πέντε μηνών παραμονής μου στο Κίεβο και τις επισκέψεις μου σε άλλες έξι πόλεις της Ουκρανίας, κατέγραψα στο μυθιστόρημά μου με τίτλο «Ο μικρός Ταράς και η Μαύρη Προφητεία» (εκδόσεις Πατάκη 2001). Γι’ αυτό και διάβασα με ιδιαίτερο ενδιαφέρον αυτό το βιβλίο.

 Οι «Αναμνήσεις από τη Σοβιετική Μόσχα 1980-1986» της Ελευθερίας Παναγιωτοπούλου είναι λογοτεχνική αφήγηση για τις συνθήκες που επικρατούσαν στη «Μητρόπολη του Υπαρκτού Σοσιαλισμού» λίγα χρόνια πριν την κατάρρευσή του, που μας διευκολύνει στο να κατανοήσουμε  αυτή τη μεγάλη στροφή στην παγκόσμια ιστορία στο τέλος του 20ού αιώνα.
Το πιο μεγάλο του πλεονέκτημα, όμως, είναι ότι διαβάζεται και ξαναδιαβάζεται ευχάριστα.

 

Ο Γιώργος Βοϊκλής είναι δημοσιογράφος και συγγραφέας

 

Αφήστε μια απάντηση

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.