Το αβάν-γκάρντ μαρκάρισμα στην ποίηση
Το βιβλίο του πρόκειται για τον ορισμό του αβάν-γκάρντ: πυκνές προτάσεις που εμφανίζονται ως αξιώματα–συνοδεύομενα από σχόλια, σημειώσεις, ερίσματα και πορίσματα που λιώνουν τους πάγους της αυστηρότητάς τους– μας δίνουν μέσα στο διαστρεβλωμένο γεωμετρικό πνεύμα τους ένα διαυγές ποιητικό σύμπαν:
«Κυρίως ρεύμα κοιμίζει πνεύμα. Βραδύτητα αυξάνει τον αποδότη.
Πέρασμα
Εδώ στάζει ζωντανό. Τεντωμένες γυναίκες σε αμήχανα τεχνικά: άνυδροι άνδρες στεριά νεαρών. Μηχάνημα συσκευάζει κλειδιά το οινόπνευμα τα ούλα. Κάθε νύχτα– μπαίνει σε αιμοσφαίρια σκέψη σκέψη αμφίδρωση (η ορχήστρα)– όχι πάντοτε αίσθηση της μουσικής.

Βάζουμε το δάχτυλο στο στόμα ήσυχοι ως σκυλί.
Κάνει πλαστές απλανείς γραμμές – σε βαθμό που είναι έγινε ό,τι οφειλόταν. Ωμά με τα μισά. Δόντια και δάχτυλο δαπανώντας παραπλεύρως συμπτώσεις»(σελ.17)
Ένα σημαντικό κομμάτι της Ποίησης, η οποία εμπεριέχει όλες τις μορφές και τις μέλλουσες μορφές κι εντάσεις της, είναι το παιχνίδι, το παιχνίδισμα με τις λέξεις και το ύφος, το υψηλό παιχνίδι των λεκτικών παιχνιδιών, το οποίο γίνεται άριστα και με το λεγόμενο–αστικά πάντα δοσμένο– χαμηλό λεξιλόγιο. Στην Εισαγωγή στο Α κεφαλαίο ο Μελάς ρίχνει μια τέτοια ποιητική φράση που κάθεται και στέκεται αυτοτελής σαν ατάκα, σαν πρόκα στον τοίχο:
Λιθοβολείτε την ώρα σημαίνει σχολάς; (σελ.16).
Η μαγεία της ποίησης βρίσκεται στο να προσεγγίζεις τον Άλλο χωρίς κανένα περιττό στολίδι, χωρίς βέβαια να χάνεις τη μυσταγωγία της φράσης, τον ρυθμό–τον ενδογενή, όχι τον αναγκαστικά επιβεβλημένο από τη μορφή– και κυρίως με τις λέξεις σου: αυτό είμαστε, αυτό έχουμε, είμαστε ότι έχουμε, έχουμε ότι είμαστε, είμαστε ότι χάνουμε καθώς το δίνουμε στον Άλλο, τον Έτερο, το Άλλο Εγώ, το Εγώ ως Άλλος, ο Άλλος ως Εγώ, το Εγώ ως Εμένα, το Εμείς ως Εμένα και Σένα μέσα από τη μυστική διαδρομή της ποίησης ή όπως το γράφει ο ποιητής:
«Αν η κατεύθυνση είναι ελκυστική θα σε τραβήξει.
Ηθική Ιθάκη (στην αρχή τα μάτια παραδόθηκαν στον κόσμο) στη συνέχεια κατακρατήθηκαν από διάρκεια. Έξυπνοι άνθρωποι-μπαλώνουν δυσαρέσκεια- δύο μέτρα τη γη και το μέτρο. Μεταξύ σκηνής και πελατείας τα καθέκαστα με χρήση των εσύ-επιμένουν σε βαθύτερο άλμα. Καθυστέρηση με επιστροφή. Τι έβαλε και τι έβγαλε έργο ανάστημα- σε ανάστατο – κατανόηση χωρίς τη μορφή.
Σεμνότυφο με κορσέ;
Ή από ράμματα δεν έχει οράματα;….»(σελ. 19)
Eν κατακλείδι η ποίηση του Θεοφάνη Μελά δεν ζητά να γίνει κατανοητή με τους όρους της ευκολίας, αλλά να βιωθεί ως ρήξη, ως μετατόπιση, ως ένα είδος εσωτερικού σεισμού που αναδιατάσσει τα όρια της γλώσσας και της εμπειρίας. Το αβάν-γκάρντ εδώ δεν είναι αισθητική πόζα, αλλά πράξη ευθύνης απέναντι στο ανείπωτο· μια επίμονη άρνηση να συμβιβαστεί το ποίημα με την κατανάλωση και την αδράνεια του «κυρίως ρεύματος». Μέσα από τις σπασμωδικές του διατυπώσεις, τις πυκνές του εκρήξεις και τις φαινομενικά ασύνδετες εικόνες, αναδύεται μια βαθιά ηθική της γραφής: να μιλήσεις χωρίς εγγυήσεις, να εκτεθείς χωρίς προστατευτικά σχήματα, να δώσεις τη λέξη σου εκεί όπου η λέξη ακόμη δεν έχει στεριώσει. Κι έτσι, το ποίημα δεν κλείνει — παραμένει ανοιχτό, όπως μια πληγή που επιμένει να σημαίνει.Ένα ανοιχτό μαρκάρισμα στην ποίηση.
