Γιὰ ὄχι λίγους ἀνθρώπους, ὁ ἐρχομὸς τῆς Μεγάλης Ἑβδομάδας συνοδεύεται ἀπὸ συχνὸ ἐκκλησιασμὸ καὶ παρουσία στὶς λατρευτικὲς ἀκολουθίες.
Τὸ φαινόμενο τοῦτο εἶναι ἀρκούντως συνηθισμένο, ὥστε τείνουμε νὰ τὸ θεωροῦμε καὶ ὡς αὐτονόητο. Ἐμπεριέχει ὅμως ἕνα τόσο θεαματικὸ ἅλμα (μιὰ τόσο βασικὴ διαφοροποίηση) ἐν σχέσει μὲ ὅλες τὶς ὑπόλοιπες μέρες τοῦ χρόνου τῶν ἴδιων ἀνθρώπων, ὥστε ἀξίζει ἴσως νὰ δοκιμάσουμε νὰ τὸ ἀναλύσουμε.
Ἡ εἴσοδος στὸν χῶρο τοῦ ναοῦ ἰσοδυναμεῖ προφανῶς μὲ τὴν προσέλευση σὲ ἕναν χρόνο προσευχῆς. Τὸ βῆμα ἐτοῦτο, πάντως, δὲν ἀποτελεῖ – νομίζω – μετάβαση καὶ σὲ ἰδιαίτερο πεδίο αἰσθήματος: Ἡ πράξη τῆς προσευχῆς δὲν προβαίνει οὔτε ἀδιανόητη, οὔτε κἂν ἀπόμακρη ἢ ξένη πρὸς ἕναν ἄνθρωπο ποὺ διαφυλάσσει, στοιχειώδη ἔστω, ἐπίγνωση τῶν ὁρίων του. Ἡ ἐπιτέλεσή της δὲν ἀποτελεῖ, λοιπόν, κάποια δύσκολη ἀπόφαση. Ἡ δυσκολία ποὺ προκύπτει, ἐν τούτοις, ἔχει νὰ κάνει μὲ μιὰ δυστοκία προσαρμογῆς στὸ συγκεκριμένο βιωματικὸ περιεχόμενο μὲ τὸ ὁποῖο ἡ ἐκκλησιαστικὴ πρακτικὴ ἔχει ἐπιφορτίσει τὴν ἄρθρωση τῆς ἱκεσίας της.
Ἀναφέρομαι ἀσφαλῶς στὴ βυζαντικὴ μουσική. Ἕνα ἄκουσμα, τὸ ὁποῖο ἀπέχει τόσο πλατειὰ καὶ τόσο βαθειὰ ἀπὸ ὁποιοδήποτε ἄλλο, μὲ τὸ ὁποῖο εἶναι ἐξοικειωμένος ὁ σημερινὸς πολίτης τοῦ τόπου μας, ὥστε ἀποβαίνει ἴσως ὁ ἀποτρεπτικώτερος παράγοντας ἐνώπιον τῆς βούλησής του νὰ μπεῖ στὸν ναό.

Νὰ διευκρινήσουμε κάτι, ἐδῶ: Ἡ “πλατειὰ καὶ βαθειά”, αὐτή, ἀπόσταση δὲν εἶναι κάτι ποὺ προκύπτει… ἀνοργάνωτα. Ἔχει προηγηθεῖ, ἴσα ἴσα, μιὰ ἐπιμελὴς μέριμνα νὰ δομηθεῖ γύρω μας – σημεῖο πρὸς σημεῖο – ἕνα ὁλόκληρο πολιτιστικὸ στερέωμα, μὲ κύριο γνώρισμα τὴν ἀποτροπὴ ἀπὸ τὸ πεδίο τῆς Ἱερότητας. Ἐπὶ μέρους χαρακτηριστικὸ τοῦ ὁποίου (στερεώματος) εἶναι καὶ ἡ μουσικὴ ἐκείνη παραγωγὴ ποὺ ἀποξενώνει, ἀκριβῶς, ἀπὸ κάθε ἀντίληψη ρίγους.
Ἡ εἴσοδος, καὶ μόνο, στὸ χῶρο τῆς ὀρθόδοξης λατρείας λοιπὸν προϋποθέτει ἤδη μιὰ ἑδραία ἀπόφαση, τοῦ πιστοῦ, νὰ παραμερίσει τὶς ἐπιταγὲς τῆς ἐπιφανειακότητας – νὰ διεκδικήσει ἀπὸ τὸν ἑαυτό του μιά, προσωρινὴ ἔστω, καταβύθιση σὲ ἕνα πολὺ πιὸ ἀπαιτητικό, πιἀ, πολιτιστικὸ περιβάλλον.
Διότι βέβαια τὸ ξέρει/διαπιστώνει/κατανοεῖ (μέσῳ τῶν ἴδιων τῶν κυττάρων τοῦ ὀργανισμοῦ του) ὅτι οἱ ἀνάγκες τῆς αὐτούσιας ζωῆς του μόνο ἐκεῖ / μόνο τότε βρίσκουν ἐν τέλει τὴν ἀνταπόκριση ποὺ τοὺς ἀνήκει.
Ἡ προσαγωγὴ στὸν χωροχρόνο τῆς ἐκκλησιαστικῆς λατρείας, ὑποστηρίζω, ἰσοδυναμεῖ – εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς – μὲ τὴν προσέλευση σὲ ἕνα πεδίο ἐκπληρώσεων. Ἀρκεῖ μονάχα νὰ γίνεται μὲ στέρεη (ἤ, ἁπλῶς ἤρεμη) βούληση καὶ μὲ κάπως τοὺς πόρους τῆς ψυχῆς διανοιγμένους. Ἀπὸ κεῖ καὶ μετά, εἶναι τὸ ἴδιο τὸ νέο περιβάλλον ἐκεῖνο ποὺ γνωρίζει νὰ παρέχει περισσότερη ἀνταπόκριση/πλήρωση, ἀπὸ ὅση ἐμεῖς ξέραμε πὼς χρειαζόμαστε.
Εἶναι αὐτὴ ἀκριβῶς ἡ ἀνταπόκριση, ἄλλωστε, ποὺ ἕλκει καὶ συνέχει τοὺς ὅσους τολμηροὺς ἀποφάσισαν (ὅπως εἶχε ὑποσχεθεῖ ἡ καινὴ διαθήκη τοῦ Θεοῦ στοὺς υἱούς Του) μιὰ στιγμὴ νὰ «ρθοῦν» και νὰ «δοῦν»!
Ἂν τυχὸν εὐστοχῶ, κατὰ τὴν ἀφήγησή μου, προκύπτει τώρα ἕνα εὔλογο ἐρώτημα: Γιατί ἄραγε ἡ πληρότητα, αὐτή, τὴν ὁποία ἔχουν ἀποκομίσει στὴ διάρκεια τῆς Μεγάλης Ἑβδομάδας, δὲν τοὺς ὠθεῖ νὰ καθιερώσουν τὴ συμμετοχή τους στὴν ἐκκλησιαστικὴ λατρεία καὶ καθ’ ὅλη τὴ λοιπὴ διάρκεια τοῦ ἔτους;
Γίνεται νομίζω πασιφανὲς ὅτι ἀγει σέ… μιὰ κάποια ἀμηχανία, ἕνα τέτοιο ἐρώτημα.
Ἡ ὁποία ἴσως αἴρεται ἂν μόνο θυμηθοῦμε τήν (ἀσύλληπτης συνθετικότητας) ἀπάντηση ποὺ διασώζει ἡ ἴδια ἡ Καινὴ Διαθήκη, ἀπὸ μιὰ ἄλλη παρόμοια περίσταση: «Πιστεύω Κύριε / βοήθει με τῇ ἀπιστία μου.»
Σὲ κάθε πάντως ἐκδοχή, μᾶς ἀπασχόλησε ὣς τώρα τὸ βίωμα τῶν ἀνθρώπων ἐκείνων ποὺ ἔχουν ἀποτολμήσει νὰ κάνουν «τὸ» βῆμα: ναί, νὰ μποῦν στὸν ναό!
Τὸ ἐρώτημα ποὺ ἐκκρεμεῖ εἶναι τί γίνεται μὲ ὅλους τοὺς ἄλλους… ἀπ’ ἔξω.
Μὲ αὐτοὺς στοὺς ὁποίους, ἀκόμα καὶ τοῦτες τὶς μέρες, ἡ πάσης φύσεως ἀναστολὴ καταφέρνει νὰ κατανικᾶ τὴν κατάφαση.
Δὲν μπορῶ φυσικά, ἐδῶ, νὰ κατέχω ἀπάντηση…
Ἀποτολμῶ νὰ ὑποθέτω, ὅμως, ὅτι τὰ ἀδιέξοδα τὰ ὁποῖα σωρεύει ἐμπρός της ἡ ἐποχὴ ἐκείνη ποὺ διατρέχει τὸ γίγνεσθαι μὲ “ἀντικειμενικὰ πλεονεκτήματα” ἀσυγκρίτως ἀφειδότερα ἀπὸ ὁποιαδήποτε προγενέστερη ἐποχὴ τῆς γῆς (γιὰ τὴν ἐποχή μας τώρα/ἐδῶ μιλάω) ὅτι τὰ ἀδιέξοδα αὐτά, λέω, ἴσως «κάτι» να μᾶς ἐξηγοῦν γιὰ τὰ αἴτια καὶ τὰ αἰτιατὰ τῆς νεώτερης ἱστορίας τῆς πλάσης μας.
