You are currently viewing Γιώργος Παπαγιαννάκης: Ζαχαρία Στουφή, “Μαρμαρού”,Εκδόσεις ΑΩ

Γιώργος Παπαγιαννάκης: Ζαχαρία Στουφή, “Μαρμαρού”,Εκδόσεις ΑΩ

Ο Ζαχαρίας Στουφής είναι ένας δημιουργός ο οποίος έχει να επιδείξει μακρά συγγραφική πορεία και αξιέπαινα λογοτεχνικά επιτεύγματα. Ως εκ τούτου, η έκδοση κάθε του πονήματος αποτελεί σημαντικό γεγονός. Με το νέο του μυθιστόρημα, την «Μαρμαρού», ο  Στουφής επαναπροσεγγίζει το αναγνωστικό κοινό, με τον δικό του ιδιάζοντα τρόπο.

Σε πρώτο στάδιο, αξίζει να γίνει αναφορά στην καλαισθησία του βιβλίου, προϊόν τόσο της προσωπικής φροντίδας του Κυρίου Πέτρου Μιχάλη των εκδόσεων ΑΩ, όσο και της υψηλού επιπέδου καλλιτεχνικής σύμπραξης με την Κυρία Μαργαρίτα Βασιλάκου, που φιλοτέχνησε το έργο του εξωφύλλου, με την τόσο ξεχωριστή τεχνοτροπία, το οποίο επιτυγχάνει ακριβώς τον στόχο του˙ αποκαλύπτει πάρα πολλά, χωρίς να αποκαλύπτει απολύτως τίποτα.

Στο δε οπισθόφυλλο του βιβλίου, ο αναγνώστης λαμβάνει ένα πρώτο δείγμα του τι ακολουθεί. Ο Ζαχαρίας Στουφής θέτει ένα εξόχως ενδιαφέρον πλαίσιο, τόσο ως προς τον χώρο και τον χρόνο, όσο και ως προς την ίδια την θεματική του βιβλίου. Στο επίκεντρο αυτής – το αποκαλύπτει – μια άδικη δολοφονία. Η (απούσα) σταθερά της δικαιοσύνης, μέσα σε μια «πατριαρχική κοινωνία, που διαχρονικά και κυριολεκτικά σκοτώνει». Μα και το «πανάρχαιο αίτημα του ανθρώπου για την διάρρηξη των ορίων μεταξύ ζωής και θανάτου». Ο συγγραφέας, αποκαλεί την «Μαρμαρού» του «ένα παραμύθι για μεγάλα και κακά παιδιά!». Δεν προσδιορίζει το με βάση ποια κριτήρια θεωρείται κάποιος αρκετά «μεγάλος» ή «κακός», ωστόσο εκείνος που αγαπά τα παραμύθια μπορεί χωρίς φόβο, αλλά με πολύ πάθος, να βυθιστεί στον σκοτεινό και σαγηνευτικό κόσμο του Ζαχαρία Στουφή.

Στο εσωτερικό του βιβλίου, μας καλωσορίζουν οι λέξεις όχι του Στουφή, μα ενός άλλου αγαπημένου “καταραμένου”, του Ρεμπώ:

«Η ράτσα μου δεν εξεγέρθηκε παρά για να λεηλατήσει…».

Ένα ιδιαίτερο καλωσόρισμα, που μας βάζει σε σκέψεις ως προς τα εγγενή χαρακτηριστικά της όποιας «ράτσας» και το κατά πόσο αυτά της υπαγορεύουν:

1ον. «Σωστούς» και «λάθος» λόγους, αναφορικά στην όποια «εξέγερσή» της.

2ον. «Σωστές» και «λάθος» κατευθύνσεις, αναφορικά  στην διαχείριση αυτής.

Στην συνέχεια, ο συγγραφέας ταυτίζει με φιλοσοφική διάθεση τον τόπο γέννησης των ανθρώπων με την ίδια τους την «μοίρα». Η εν λόγω ταύτιση δεν συνιστά κάποιου είδους συγγραφικό εύρημα, μα μια βαρύνουσα διαπίστωση, καθώς ο καθένας από εμάς εύλογα θα εμφάνιζε άκρως διαφορετική εξέλιξη, αν απλώς είχε κληθεί να υπάρξει μέσα σε ένα περιβάλλον διαφορετικό από αυτό που του έτυχε. Ο Στουφής παραθέτει και άλλες ενδιαφέρουσες σκέψεις, ορίζοντας ως συγκοινωνούντα δοχεία την φτώχεια με τον φόβο και την ηθική, μα σε καμία περίπτωση την υπομονή με την αρετή. Καταλήγει δε στο ότι η λογοτεχνία του φανταστικού δεν είναι το δυνατό του σημείο. Εντούτοις, το ειδικό βάρος του πονήματός του τον διαψεύδει. Άγνωστο είναι το κατά πόσο θα τον συγκινούσε η ακραία δημιουργική φαντασία ενός Χάουαρντ Φίλιπς Λάβκραφτ, ενός Ρόμπερτ Τσέιμπερς ή ενός Άρθουρ Μάχεν, μα είναι απολύτως βέβαιο πως οι σπουδαίοι του μαγικού ρεαλισμού θα τον δέχονταν ευχαρίστως στην συντροφιά τους και θα είχαν πολλά να μοιραστούν μαζί του.

Δομικό συστατικό της αφήγησης, αποτελεί η κατάργηση του χρονικού συνεχούς. Ο συγγραφέας αποτολμά – εξαιρετικά επιτυχημένα – άλματα στον χρόνο, καλύπτοντας μια περίοδο σχεδόν τριών αιώνων˙ συγκεκριμένα από το 1713, έως το 2004. Τα δε εισαγωγικά σημειώματα του κάθε κεφαλαίου είναι απολύτως εύστοχα και προδιαθέτουν ανάλογα τον αναγνώστη, πριν ακόμα αυτός γυρίσει την σελίδα του.

Επιλέγοντας τον ρόλο του παντογνώστη-αφηγητή, ο Στουφής εστιάζει στον παγωμένο Δεκέμβριο του 1713 και στην ορεινή Άνω Βολίμα της Ζακύνθου, έναν τόπο όπου «ακόμα και η μέρα αρνείται να χαράξει». Η εικόνα σήψης και εγκατάλειψης είναι τόσο δυνατή και απόλυτη, που ο αναγνώστης θαρρεί πως μπαίνει σε έναν τόπο καταραμένο, ξεχασμένο από Θεό και ανθρώπους, με την σύνδεση με το χωριό-φάντασμα της Κομάλα του μνημειώδους «Πέδρο Πάραμο» ή του Μαρκεσιανού Μακόντο να προκύπτει σχεδόν επαγωγικά. Μα δεν είναι μόνο αυτό. Με μια περιγραφή που θα ενέκρινε ο ίδιος ο Καμύ, γνωστοποιείται η συμφορά που έχει χτυπήσει το χωριό, οι λιγοστοί κάτοικοι του οποίου απλά ζουν μέχρι να πεθάνουν, όντας τόσο απελπισμένοι που δεν συγκινούνται καν στην θέα του πιο φριχτού θανάτου, αφού «ο θάνατος τους είχε όλους κουράσει». Οι αναλογίες με καταστάσεις που η ανθρωπότητα έζησε πρόσφατα σε παγκόσμιο επίπεδο είναι προφανείς, φανερώνουν συγγραφική δεινότητα, μα πάνω από όλα συστήνουν – σε εκείνους που δεν τον γνωρίζουν – έναν δημιουργό ικανό να μετουσιώσει αληθινά ερεθίσματα σε ακόμα πιο αληθινές εικόνες.

Ένα δωδεκάχρονο κορίτσι, στο οποίο – μην ξέροντας πώς αλλιώς να το προσφωνήσει – ο Στουφής δίνει το συμβολικό όνομα «Μαρία», φαντάζει ως το μόνο ζωντανό κύτταρο σε έναν οργανισμό που πεθαίνει. Ωστόσο, με διαδικασίες εντελώς συνοπτικές, η μοίρα προδιαγράφεται από άλλους. Και όσο και αν η λογική και η ίδια η φύση επαναστατούν, τίποτα δεν μπορεί να σταθεί εμπόδιο στην νομοτέλεια που επιβάλουν η εποχή και οι συνθήκες. Η «Μαρία» χάνει ως και αυτό το μόνο που της έχει απομείνειˑ το δανεικό της όνομα. Στο εξής δεν είναι η «Μαρία», αλλά η «Μαρμαρού». Και έτσι πορεύεται.

Σε μια κοινωνία εντός των στενών της ορίων της οποίας δεν αλλάζει ποτέ τίποτα, θα περίμενε κανείς πως η όποια μεταβολή δυναμικής και συσχετισμών θα ήταν πρακτικά έως αδύνατη. Ωστόσο, όταν στις καρδιές των ανθρώπων φωλιάζουν η δεισιδαιμονία και το σκοτάδι, οι αλλαγές αποδεικνύονται όχι μονάχα εύκολες, μα επιπλέον τελεσίδικες. Εκδηλώνονται δε με εξαιρετικά βίαιο τρόπο, καθώς σε ένα τέτοιο κλειστό σύστημα η ενέργεια τους αδυνατεί να εκτονωθεί αλλιώς. Ούτε καν η αξιοσύνη της «Μαρμαρούς» δεν χωρά σε αυτόν τον μαύρο τόπο. Από ένα πλάσμα ακτινοβόλο και αντικείμενο θαυμασμού, που ευεργετεί τους συγχωριανούς της, μεταλλάσσεται αμετάκλητα σε αντικείμενο φθόνου, καχυποψίας και φόβου˙ μια «μάγισσα», που μετέρχεται τις δυνάμεις του χάους και φέρνει στον κόσμο το κακό – αυτή, που μέχρι χθες το ξόρκιζε!

Από εκεί και πέρα, τα βάσανα της νεαρής κοπέλας δεν την εγκαταλείπουν ποτέ. Ο κοινωνικός περίγυρος την περιθωριοποιεί. Η λεκτική και σωματική κακοποίηση γίνονται η καθημερινότητά της. Σε μια τέτοια συνθήκη, σχεδόν κάθε άνθρωπος θα υποτασσόταν στο απάνθρωπο ριζικό του και θα έμενε να μαραζώνει, ώσπου να σβήσει οριστικά, χωρίς να αφήσει το παραμικρό ίχνος πίσω του. Μα όχι εκείνη! Γιατί το αδάμαστο πνεύμα της δεν λυγίζει από τις κοινωνικές συμβάσεις. Εκείνη πηγαίνει στο πανηγύρι του χωριού και αδιαφορώντας για τα αδιάκριτα βλέμματα και τα κουτσομπολιά, μπαίνει στον χορό με τους ανύπαντρους! Και κανέναν δεν κοιτάζει, παρά μόνο χορεύει με όλη της την ψυχή και την ορμή και το πάθος μιας νιότης που της ήταν γραφτό να ανθίσει, μα ποτέ δεν άνθισε, γιατί της άξιζε κάτι καλύτερο από αυτόν τον άθλιο κόσμο.

Και όμως, η ελπίδα γεννιέται μέσα από την στάχτη. Και από τις ρωγμές τις φυλακής της νεαρής κοπέλας διαχέεται – τι άλλο; – ο έρωτας. Με τον λάθος άνθρωπο; Όχι! Προφανώς με τον σωστό, αφού αλλιώς δεν γίνεται. Έτσι ο Στουφής καταπιάνεται με τον τελευταίο πόλο του τριπτύχου «Έρωτας – Εξουσία – Θάνατος». Η «Μαρμαρού» τολμά να ερωτευτεί, να ονειρευτεί, να κάνει σχέδια για ένα πιο φωτεινό μέλλον, μακριά από την τοξικότητα του τόπου που την γέννησε. Και είναι τέτοια η θέλησή της να αλλάξει το πεπρωμένο της, που ούτε καν αυτό το φρικτό της τέλος μπορεί να την εμποδίσει. Γιατί πάνω από όλα, διεκδικεί το αναφαίρετο δικαίωμά της να μιλήσει, να ειπωθεί και να υπάρξει. Και η «Μαρμαρού» επιστρέφει! Πιο όμορφη και πιο σαγηνευτική από ποτέ! Και εκ νέου χορεύει. Και εκ νέου ερωτεύεται. Και αυτήν την φορά, ορίζει την μοίρα της η ίδια. Και αυτό σημαίνει την απονομή της αληθινής δικαιοσύνης

Με το νέο του λογοτεχνικό πόνημα, ο Ζαχαρίας Στουφής ξαφνιάζει και πρωτοπορεί. Ξαφνιάζει, με την μαεστρία του αναφορικά στην χρήση των χρονικών αλμάτων. Την πυκνότητα της αφήγησής του. Την μεστότητα του λόγου του – έξοχη η χρήση της ντοπιολαλιάς της Ζακύνθου, τόσο γοητευτικής για τον άμαθο αναγνώστη. Πρωτοπορεί, καθώς μόνο ένας αληθινός τεχνίτης τολμά να καταπιαστεί με θέματα τέτοιου μεγέθους και κατορθώνει όχι απλώς να αναμετρηθεί μαζί τους, αλλά να τα ορίσει απόλυτα και να τα κάνει δικά του.

Η σκέψη του Στουφή είναι πολυεπίπεδη. Η φαντασία του είναι δαιδαλώδης και για αυτό αδύνατον να χαρτογραφηθεί. Και ο ίδιος είναι σκοτεινός. Επειδή αυτό πηγάζει από μέσα του και όχι επειδή επιδιώκει να εντυπωσιάσει. Το ότι τελικά το καταφέρνει, οφείλεται στην υψηλή αξία του έργου του και μόνο σε αυτήν. Γιατί πέρα από όλα, ο Ζαχαρίας Στουφής είναι ένας συγγραφέας εξαιρετικά γενναιόδωρος. Και το έργο του στέκεται ικανό να προσφέρει το απόλυτο ζητούμενοˑ την έντονη συγκινησιακή φόρτιση και απόλαυση τόσο του ιδίου, όσο και του αναγνώστη του. Πολλοί θα αδυνατούσαν να φανταστούν ανώτερο έπαινο για έναν δημιουργό.

 

 

 

Ο Γιώργος Παπαγιαννάκης είναι συγγραφέας

 

 

 

Αφήστε μια απάντηση

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.