You are currently viewing Γιώργος Βοϊκλής: Οδηγός ζωής το «Πορεύου» του Γιάννη Βακαλόπουλου

Γιώργος Βοϊκλής: Οδηγός ζωής το «Πορεύου» του Γιάννη Βακαλόπουλου

Θα ξεκινήσω από τον τίτλο. «Πορεύου» μας προτρέπει ο συγγραφέας. Ξεκίνα, δηλαδή, ή συνέχισε, την πορεία σου. Κι εννοεί, προφανώς, όχι μόνο το περπάτημα στις καθημερινές διαδρομές μας, αλλά και την πνευματική μας πορεία αναζήτησης της δικής μας αλήθειας, του νοήματος της ζωής μας.

Την δική του οδυνηρή πορεία προς την αυτογνωσία, άλλωστε, καταγράφει στις σελίδες του βιβλίου του.

Ένα βήμα στην πορεία αυτής της αναζήτησης ήταν για μένα η περιδιάβαση στις σελίδες του πρώτου βιβλίου του Γιάννη Βακαλόπουλου, αγαπημένου συγγενή και φίλου. Γιατί κάποιες σελίδες του με βύθισαν στα έγκατα της ανθρώπινης ψυχής, κάποιες με ανύψωσαν στον διάφανο ουρανό του ονείρου και της ελπίδας, και κάποιες άλλες με προσγείωσαν στην πεζή καθημερινότητα, ξανοίγοντάς μου δρόμους διεξόδου από τα αδιέξοδά της.

Ο ίδιος ο συγγραφέας στο προοίμιό του μας προειδοποιεί:

«Ό,τι έγραψα, δεν το έγραψα για να κάνω τέχνη – ποίηση και οτιδήποτε με φόρμα, χρώμα και φιλολογική διάθεση. Για μένα, κάθε λέξη μου ήταν ξέσπασμα ψυχής, λύτρωση».

Όσο για τον τρόπο γραφής του, μας ενημερώνει στον υπότιτλο του βιβλίου: «Έτσι τα έζησα, έτσι τα γράφω».

Παρά το «δεν έγραψα για να κάνω τέχνη – ποίηση» του συγγραφέα, ωστόσο, υπάρχει ποίηση στις σελίδες του βιβλίου του. Ποίηση που μπορεί να είναι ανεπεξέργαστη, είναι όμως αυθεντική.

Δεν έχει νόημα, νομίζω, μια δική μου προσπάθεια να κατατάξω τα ποιήματά του σε κάποια κατηγορία, σε μια «Λογοτεχνική Σχολή». Γιατί η γραφή του Γιάννη Βακαλόπουλου έχει τη δική της «ταυτότητα», που υπερβαίνει, ίσως, τα όρια όλων των τεχνοτροπιών.

Και γι’ αυτά ισχύει, προφανώς, η απάντηση που μου έδωσε όταν τον ρώτησα αν η ταξινόμησή τους στο βιβλίο έγινε με χρονολογικά ή με θεματικά κριτήρια.

«Με κανένα από τα δυο» μου απάντησε. «Έγινε με συναισθηματικά κριτήρια. Με βάση τα συναισθήματα που προκαλεί το διάβασμά τους». Πρόκειται, δηλαδή, για ένα μυστήριο.

Το ίδιο ισχύει, προφανώς, και για τον τρόπο που γράφτηκαν.

Σε μια δεύτερη ανάγνωσή τους, βέβαια, και με βάση τις ημερομηνίες συγγραφής τους που βρίσκουμε στα περισσότερα από αυτά, διαπιστώνουμε ότι το βιβλίο αυτό γράφτηκε στη διάρκεια τριών περίπου δεκαετιών, από τα εφηβικά του χρόνια, στα μισά της 10ετίας του 1960, μέχρι τη 10ετία του 1980, χωρίς να αποκλείεται κάποια από αυτά που δεν αναφέρουν ημερομηνία συγγραφής να είναι νεότερα.

Στην πρώτη φάση ανήκουν οι τρεις πρώτες «λογοτεχνικές ασκήσεις» του: «Το καραβάκι», του 1964, τα «Ερωτήματα», του1965 και το «Στον αντάρτη πατέρα μου», του 1966, δεκαεπτά  χρόνια μετά τη δολοφονία του, όταν ο ίδιος ήταν οκτώ μηνών:

«Ξέσπασμα αστραπής του χειμώνα
το φως που σκορπίζει η θυσία σου».

Γιατί, άραγε, έπρεπε να περάσουν έξι δεκαετίες για να μας αποκαλύψει αυτό το πηγαίο ταλέντο του;

Οι επόμενες ενότητες, με βάση τη χρονολογική τους ταξινόμηση είναι: Η 10ετία του 1970, δηλαδή από τα είκοσι μέχρι τα τριάντα του χρόνια, που στη διάρκειά τους έγραψε τα 13 από τα ποιήματα του βιβλίου,  και η δεκαετία του 1980, στη διάρκεια της οποίας γράφτηκαν τα 20 από αυτά. Τέλος, αχρονολόγητα είναι άλλα δεκατρία ποιήματα.

Το «Πορεύου» του Γιάννη Βακαλόπουλου, όμως δεν είναι μόνο ένα ταξίδι στο χρόνο. Είναι ταυτόχρονα ένα ταξίδι στα επαγγέλματα του αγρότη, του εργάτη και του ναυτικού, αλλά και σε τόπους, της στεριάς και της θάλασσας, σε λιμάνια όλου του κόσμου που βρέθηκε τα χρόνια που δούλεψε σε μεγάλα φορτηγά πλοία.
Χαρακτηριστικοί είναι οι στίχοι από το στιχούργημα του με τίτλο «Είμαι θέμα»:

«Είμαι θέμα στο εργοστάσιο, στο γιαπί.
Είμαι θέμα στο λιμάνι.
Είμαι θέμα στο πέρασμα των Ωκεανών.
Είμαι θέμα στην άκρη των Ηπείρων».

Μου είναι δύσκολο να σχολιάσω τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της καθεμιάς από τις τρεις με χρονολογικά κριτήρια κατάταξης ενότητες του βιβλίου. Σεβόμενος την ταξινόμησή τους από τον συγγραφέα, θα παραθέσω απλώς ως «δείγματα γραφής» ορισμένους στίχους που με συγκίνησαν ιδιαίτερη, με τη σειρά που τους συναντάμε στο βιβλίο:

Το νόημα του αγώνα συνάντησα σ’ ένα στίχο, τον τελευταίο του τετράστιχου:

«Πρέπει ολόρθος να σταθώ μεσ’ στη ζωή
κι ας τους μικρούς να με χτυπάνε.
Συνήθισα στη μαύρη μοναξιά
ψάχνοντας φως να δώσω στο σκοτάδι»                                                                         

                                                           (Η γέφυρα)

Σε τέσσερις στίχους, ένα όνειρο που βλέπουμε όλοι. Κι όχι μόνο στον ύπνο μας:

«Θα ‘θελα στα ύψη να πετάξω,
τα σίδερα της φυλακής μου να σπάσω.
Στις κορυφές των δέντρων, σ’ απάτητα βουνά,
σ’ ό,τι υψηλό, υπερήφανο, εκεί να ξαποστάσω».

                                                     (Φυγή)

Έξι  στίχοι για τους συντρόφους του, τους ναυτικούς, που θα μπορούσαν να προστεθούν σ’ αυτούς του Νίκου Καββαδία που μελοποίησε ο Θάνος Μικρούτσικος:

«Πάνω απ’ τα κύματα γλιστρούν
όνειρα κι ελπίδες κάθε ώρα
μες στους ορίζοντες να φύγουν, να χαθούν.
Και ‘μεις κλεισμένοι μες στη λαμαρίνα.
Άνθρωποι νεκροί και ξεγραμμένοι
είμαστε εμείς οι ναυτικοί»

                                            (Οι νεκροί)

Και μια δυνατή – κοινωνική προσέγγιση του έρωτα, σε τρεις στίχους:

«Ζητώντας στο σκοτάδι λίγο φως
συνάντησα τα φωτεινά σου μάτια
ουράνια παρηγοριά του ναυτικού».

                               (Στην Άννα)

Τέλος, μια επιγραμματική διατύπωση του περιεχομένου των κοινωνικών αγώνων:

«Προσπαθώντας η υποκειμενικότητα του ονείρου
να γίνει αντικειμενική αλήθεια».

Άλλος ένας στίχος – αστέρι στο νυχτερινό ουρανό μου.

Είμαι σίγουρος ότι στις σελίδες του Πορεύου θα βρείτε κι εσείς τους δικούς σας στίχους – αστέρια που θα στολίσουν τον νυχτερινό ουρανό σας.
Το εξώφυλλό του κοσμεί ζωγραφική σε βότσαλο του Γιάννη Ρίτσου

 

 

 

Γιώργος Βοϊκλής

 

Αφήστε μια απάντηση

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.