You are currently viewing Γιούλη Ζαχαρίου: ‘’Father, Mother, Sister, Brother’’  του Jim Jarmusch

Γιούλη Ζαχαρίου: ‘’Father, Mother, Sister, Brother’’  του Jim Jarmusch

‘’Να πιούμε στις οικογενειακές σχέσεις;’’ ρωτά ο πατέρας τα παιδιά του· ‘’μπορούμε να κάνουμε πρόποση και με τσάι; ‘’ του απαντά ο γιος. Χαρακτηριστική στιχομυθία από τη νέα ταινία του Jarmusch, όπου ξαναβρίσκει ο θεατής τον αγαπημένο σκηνοθέτη όπως τον ήξερε, όμως και αρκετά διαφορετικό.

Η ταινία χωρίζεται σε τρεις ιστορίες, ανεξάρτητες μεταξύ τους.
– Ο Τζεφ και η Έμιλι έχουν μια αμήχανη συνάντηση με τον πατέρα τους στις ΒΑ ΗΠΑ, όπου ζει μόνος μετά τον θάνατο της μητέρας τους χωρίς προβλήματα, όπως ισχυρίζεται, αλλά και χωρίς να αρνείται βοήθεια από το γιο του.
– Στο Δουβλίνο, η Τιμοθέα και η Λίλιθ συναντώνται στο σπίτι της συγγραφέως μητέρας τους για την καθιερωμένη ετήσια επίσκεψη τους για τσάι, μέσα σε κλίμα άβολο, με ψέματα, αιχμές και ανταγωνισμό.
–  Η Σκάι και ο Μπίλι, δυο δίδυμα με πολύ τρυφερή σχέση μεταξύ τους, συναντώνται στο παρισινό διαμέρισμα των γονιών τους μετά τον θάνατο τους σε αεροπορικό δυστύχημα. Αναπολώντας τη ζωή μαζί τους συνειδητοποιούν πόσο λίγο τους γνώριζαν.

Στις τρεις ιστορίες, πέρα από την κοινή εστίαση στις οικογενειακές σχέσεις, ο θεατής συναντά κοινά επαναλαμβανόμενα μοτίβα, ένα ζεστό ρόφημα, ένα ρολόι Rolex, κάποιους skateboarders, έναν αγγλικό ιδιωματισμό· προφανώς δεν πρόκειται για  απόπειρα  μηχανικής και συμβατικής σύνδεσης, αλλά για  μετάβαση από το ένα βίωμα στο άλλο μέσα από μικρά κοινά σύμβολα μιας αίσθησης που το καθένα εκφράζει και που είναι κοινή στις ιστορίες· πχ το slow motion skateboarding υποβάλλει μια αίσθηση αποσυμπίεσης και αποφόρτισης που είναι ζητούμενο και στις τρεις.

Οι οικογενειακές σχέσεις δεν παρουσιάζονται συγκρουσιακές ούτε κραυγαλέα συναισθηματικές· είναι σχέσεις αποξενωμένες, με υποβόσκουσα ένταση, ίσως τραυματικές. Σχέσεις με μυστικά και ψέματα γονιών και παιδιών, που δεν αποκαλύφθηκαν ποτέ, ίσως από φόβο να μη χαλάσει η εικόνα που έχει ο άλλος γι’ αυτούς, από ενοχή για την αδιαφορία στις ανάγκες του άλλου, από ντροπή γιατί δεν ανταποκρίθηκαν στις προσδοκίες του, από πικρία για την έλλειψη αποδοχής, ίσως ακόμη από αγάπη για να μην πληγώσουν τον άλλον με μια σκληρή αλήθεια  ή και από αυτοπροστασία για να μην πληγωθούν οι ίδιοι – ή ίσως γιατί απλώς δεν έμαθαν ποτέ να επικοινωνούν.

Ο σκηνοθέτης δεν ενδιαφέρεται καθόλου να καταδείξει τα γενεσιουργά αίτια αυτών των σχέσεων. Σκιαγραφεί ακροθιγώς τους χαρακτήρες και είναι εξαιρετικά φειδωλός σε πληροφορίες για το παρελθόν. Δίνει θραύσματα της κάθε ιστορίας, κοινότοπες ερωτήσεις, φράσεις ατελείς και μετέωρες, αμήχανες σιωπές, στιγμιαίες αιχμές που σβήνουν σε άβολα χαμόγελα. Ο θεατής αφήνεται ίσως να αναρωτηθεί τι μένει από τη γονεϊκή σχέση όταν αυτή δεν οικοδομήθηκε έγκαιρα, όταν συσσωρεύτηκαν ερωτήσεις που δεν έγιναν τη στιγμή που έπρεπε και τώρα είναι πια αργά, είτε  γιατί η δυσαρέσκεια του παρελθόντος έχει στιγματίσει ανεξίτηλα το παρόν, είτε  γιατί απλώς λείπει πια ο αποδέκτης. Αν ο θεατής θέλει,  μπορεί να αναλογιστεί πόσο παράξενη μορφή μπορεί να πάρει η αγάπη, να αφουγκραστεί τα ανείπωτα που μόνο υπονοούνται, να διακρίνει ίσως το παλαιό τραύμα.

Ο Jarmusch δεν επιδιώκει στο ελάχιστο να προσφέρει στους θεατές ολοκληρωμένες και αντικειμενικά ερμηνεύσιμες ιστορίες·  ξέρει ότι ο καθένας, ανάλογα με την προσωπική του εμπλοκή στο θέμα, θα προσλάβει διαφορετικά τις αποκρύψεις, τις προσποιήσεις, τις σιωπές, τις αιχμές, τις συναισθηματικές αποκλίσεις και συγκλίσεις και θα συμπληρώσει, αν το θέλει, με τον δικό του τρόπο τα κενά των ιστοριών ή τη συνέχεια τους. Αυτό που απομένει είναι οι συμπεριφορές-προσωπεία που υπαγορεύονται από τους κοινωνικά αποδεκτούς κώδικες των οικογενειακών σχέσεων και η απόσταση που χωρίζει τα προσωπεία αυτά από τα πρόσωπα που κρύβονται πίσω τους.

Ο θεατής ξαναβρίσκει στην τελευταία ταινία τον Jarmusch που αγαπάει, πάντα λιτό και λακωνικό αν και λιγότερο αιχμηρό, με αποφυγή κάθε τραγικοποίησης, με την διακριτική ειρωνεία και το στεγνό του χιούμορ, με την ιδιότυπη ποίηση και την υφέρπουσα μελαγχολία.  Στις  ιστορίες του δεν αφηγείται κάτι που ο θεατής δεν ξέρει ή δεν έχει ήδη δει στο σινεμά· αυτό που γοητεύει και συγκινεί είναι  η ίδια η αφήγηση που επιλέγει. Η κάμερα-παρατηρητής  παρακολουθεί τη θεατρική δομή των ιστοριών και τις εκπληκτικές σωματικές ερμηνείες των ηθοποιών,  η σιωπή γίνεται λόγος εκκωφαντικός, η έξοχη μουσική επένδυση αναλαμβάνει να συμπληρώσει ή και να αναπληρώσει την αφήγηση. Ο γνωστός μινιμαλισμός του σκηνοθέτη – κι αυτό είναι το πιο θαυμαστό – φτάνει εδώ στην απόλυτη αφαίρεση, η αφήγηση απογυμνώνεται από κάθε στοιχείο επεξηγηματικό και εμφατικό  ως εντελώς περιττά, προσφέρει μόνο το απόσταγμα, συμπυκνωμένη τη δυσφορία της ύπαρξης, την αόριστη θλίψη, τη συγκρατημένη αισιοδοξία πως ‘’οι φυλακές της παιδικής μας ηλικίας’’* θα μπορούσαν με κάποιο τρόπο να γίνουν εστία και καταφύγιο.

*Τίτλος βιβλίου της διάσημης ψυχολόγου Alice Miller

 

Γιούλη Ζαχαρίου

This Post Has 3 Comments

  1. Georgia Zachariou

    Ευχαριστώ πολύ, Μαριάννα μου!

  2. Ωραιοζηλη Δρακουλη

    Ευστοχη η παρατηρηση, και ακομη περισσοτερο η ιδεα και πραξη της αφαιρεσης της συγκραφεος που αφηνεται ελευθερη η ερμηνεια απο τον θεατη που κατα αυτον τον τροπο γινεται ασκηση επικοδομητικη.

Γράψτε απάντηση στο Μαριάννα Παπουτσοπούλου Ακύρωση απάντησης

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.