Κάθε έργο τέχνης δέχεται ποικίλες αντιδράσεις και κριτικές από το κοινό του. Το μέτρο της αποδοχής ή της απόρριψης του εξαρτάται αυτονόητα από ένα σύνολο υποκειμενικών παραγόντων – από τις σκέψεις, τις ιδέες, τον βαθμό εξοικείωσης με τη συγκεκριμένη μορφή τέχνης, μέχρι τα προσωπικά βιώματα και την ιδιοσυγκρασία του καθενός. Η απόκλιση των απόψεων όμως, που φυσιολογικά συνόδευε πάντοτε την εμφάνιση μιας ταινίας, παίρνει σήμερα, μέσα από την τάση εγωτισμού και προβολής της αυθεντίας που κυριαρχεί στο διαδίκτυο, διαστάσεις ‘’διχασμού’’· συχνά οι ταινίες αποθεώνονται ή χλευάζονται τόσο κάθετα, ώστε αφήνονται ελάχιστα περιθώρια στην αντίθετη άποψη.
Η νέα ταινία της Chloe Zhao (‘’The Rider’’, ‘’Nomadland’’) ‘’ΗΑΜΝΕΤ’’ δίχασε έντονα κριτικούς και κοινό – κάποιοι προεξόφλησαν από τώρα τη διαχρονική αξία της ταινίας, άλλοι αποφάνθηκαν πως πρόκειται για σκέτη αμερικανιά, ενώ οι περισσότεροι προειδοποιούν για…χαρτομάντηλα. Δε σταματώ στη γνωστή πλέον σε όλους ‘’σαιξπηρική’ ’υπόθεση της , ομολογουμένως όμως η ταινία διαθέτει πολλά στοιχεία που ελκύουν · ο εμβληματικός μύθος του Άμλετ, τα ιστορικά ή ψευδοϊστορικά στοιχεία, η μυστικιστική σύνδεση της θηλυκότητας με τις δυνάμεις της φύσης, η ρομαντική σχέση, τα ρεύματα της αγάπης και του πόνου που εμπνέουν την καλλιτεχνική δημιουργία, η θεραπευτική και λυτρωτική λειτουργία της τέχνης, είναι θέματα που, αν και πολυχρησιμοποιημένα, εξακολουθούν να έχουν μεγάλο κινηματογραφικό ενδιαφέρον.
Η Zhao είχε στη διάθεση της, πέρα από την ποιητική σκηνοθεσία που συνηθίζει, εξαιρετικά εργαλεία για να μεταφέρει στην οθόνη το σενάριο που συνυπέγραψε με τη Maggie O’ Farrell, τη συγγραφέα του βιβλίου: την εξαιρετική φωτογραφία του Lukas Saal που αποδίδει καθηλωτικά τόσο την υπερβατικότητα και τον μυστικισμό της φύσης, όσο και τη γειωμένη ήρεμη οικειότητα της οικογενειακής καθημερινότητας, και, αργότερα, την αφόρητη ησυχία της θλίψης, όπου κάθε βλέμμα, κίνηση και χειρονομία ενδύεται την απώλεια· την απόλυτα κατάλληλη για το θέμα σκηνογραφία, έντονα θεατρική, που απεικονίζεται συνήθως με μετωπικά κάδρα· οι φυσικές πηγές του φωτισμού αφήνουν συχνά το σκηνικό να βυθίζεται στο σκοτάδι, εστιάζοντας το βλέμμα του θεατή στα πρόσωπα και στα σώματα.
Το ισχυρότερο όμως εργαλείο της Zhao είναι η ερμηνεία της Jessie Buckley. Η Agnes της έχει κάτι το αρχετυπικό, είναι μάνα-γη και ρίζα, είναι μάγισσα και παγανιστικό ξωτικό· εκλύει διαδοχικά ήρεμη ένταση, αισθησιακή ενέργεια, συντριπτικό σπαραγμό, ασφυκτική σιωπή. Η ηθοποιός εκτίθεται με πάθος, γίνεται εντελώς διάφανη συναισθηματικά· το πρόσωπο και το σώμα της, κατοικημένα από τη θλίψη, αναλαμβάνουν να εκφράσουν το ανέκφραστο, πέρα από τις λέξεις, σε μια εκπληκτική σωματική αφηγηματική γλώσσα.
Το κύριο πρόβλημα της ταινίας, κατά τη γνώμη μου πάντα, είναι το σενάριο. Ο ισχυρισμός ότι η συγγραφή του ‘Αμλετ από τον Σαίξπηρ ήταν ένας μηχανισμός διαχείρισης του πένθους για την απώλεια του γιου του, είναι έντονα αμφιλεγόμενος. Δεν αρνούμαι την ελευθερία της μυθοπλασίας να δίνει τις δικές της εκδοχές, όμως το αυθαίρετο συμπέρασμα που προκύπτει εδώ, ότι ο Σαίξπηρ απέκτησε το μέγεθος του ως δραματουργού μέσα από την οικογενειακή του τραγωδία και ότι άρθρωσε το βαθιά υπαρξιακό ‘’να ζει κανείς ή να μη ζει’’ μέσα στο πλαίσιο του πένθους του, προσωπικά δε με πείθει. Κι αυτό, όχι γιατί δε δέχομαι ότι η τέχνη δημιουργήθηκε από την προσπάθεια να κατανοηθεί το ακατανόητο, αλλά γιατί στη συγκεκριμένη περίπτωση βρίσκω πολύ βεβιασμένη την προσπάθεια να μεταγραφεί η απώλεια και το πένθος για τον μικρό Άμνετ στην υπόθεση της σαιξπηρικής τραγωδίας, δεδομένης της σχεδόν ανύπαρκτης συνάφειας τους.
Η ‘’κατασκευή’’ αυτή αφήνει μετέωρες και άλλες σεναριακές αδυναμίες· πώς διαχειριζόταν μια γυναίκα του 16ου αιώνα την απουσία του συζύγου για δουλειά, αρκούσε η απουσία για να αμφισβητηθεί ο πόνος του για την κοινή απώλεια τους και να δημιουργηθεί ρήξη στο ζευγάρι ή πώς παρηγορείται μια μάνα με την ψευδαίσθηση ότι ο γιος της ξαναζεί κάθε φορά που ανοίγει η αυλαία; Κενά που παραμένουν, παρά τις προσπάθειες της σκηνοθεσίας να εκμαιεύσει σε κάποιες σκηνές εκβιαστικά το συναίσθημα – το αγγελικό πρόσωπο του Άμνετ, οι μελοδραματικές διαφωνίες του ζευγαριού, η μεταφυσική που υπεισέρχεται στην αδελφική σχέση, η σκηνή στη γέφυρα, η φυσιογνωμική ομοιότητα Άμνετ- Άμλετ. Ο κατακλυσμός της μουσικής (του έξοχου Max Richter) επιτείνει τη χειραγώγηση, σε σημείο να μην είναι σίγουρος ο θεατής αν τον συγκινεί η σκηνή ή αντιδρά συναισθηματικά στο μουσικό ερέθισμα.
Δεν έκλαψα, όπως έλεγαν τα προγνωστικά, πολύ απέχω από το να την θεωρώ την ‘’καλύτερη ταινία του 21ου’’, ούτε όμως την είδα σαν κακό Χόλιγουντ. Απόλαυσα το πρώτο μέρος και, φυσικά, το μοναδικό ρεσιτάλ υποκριτικής της Buckley. Και επιβεβαίωσα ακόμη μια φορά πόσο ευάλωτοι είμαστε στο συναίσθημα, πόσο δύσκολο είναι να το μεταπλάσουμε σε σκέψη, αλλά και πόσο αρνητικό είναι να μην αφήνουμε τον εαυτό μας να εμπλακεί σε αυτό.





