You are currently viewing Γιούλη Ζαχαρίου:  POOR THINGS  (2023) σκηνοθεσία Γιώργου Λάνθιμου  

Γιούλη Ζαχαρίου:  POOR THINGS  (2023) σκηνοθεσία Γιώργου Λάνθιμου  

Οι αυξημένες προσδοκίες, όταν δεν ικανοποιηθούν, αφήνουν πάντα ένα αίσθημα απογοήτευσης· αυτό ακριβώς μου συνέβη φεύγοντας από την τελευταία ταινία του Γ. Λάνθιμου. Έχω παρακολουθήσει από την αρχή με ζωηρό ενδιαφέρον τη σκηνοθετική δουλειά του, η στήλη άλλωστε έχει ήδη φιλοξενήσει δυο πολύ θετικά κείμενα για ισάριθμες ταινίες του. Εκτιμώ σε αυτόν ότι, παρά τις ορατές διαφοροποιήσεις στην εξελικτική πορεία του, μένει πιστός στον πυρήνα της θεματολογίας του και τις ιδεολογικές του συνιστώσες και αρνείται σταθερά να προσεγγίσει τα θέματα του με όρους τυπικού ρεαλισμού· ο σουρεαλισμός, το γκροτέσκο, ο συμβολισμός είναι πάντα παρόντα και συνδυάζονται ευφάνταστα με το εύστροφο, καυστικό  χιούμορ του. Όμως η εμβάθυνση στη σύνθετη και αντιφατική γυναικεία ψυχοσύνθεση, η ευαίσθητη ισορροπία μεταξύ κωμικού και τραγικού και η συναισθηματική συμμετοχή που, παρά τον αδυσώπητο κυνισμό του, εκμαίευε από τον θεατή – στοιχεία που προσωπικά αγάπησα στις ταινίες του – φοβάμαι ότι εδώ έχουν αμβλυνθεί κατά πολύ, μέχρι σχεδόν εξαφάνισης.

Η τελευταία ταινία του αποτελεί διασκευή του ομότιτλου  μυθιστορήματος επιστημονικής φαντασίας του Alasdair Gray, εστιασμένη όμως στο πρόσωπο της ηρωίδας Bella Baxter, και τοποθετείται στο βικτωριανό Λονδίνο του 19ου αιώνα. Ο εκκεντρικός χειρουργός Godwin Baxter, επεμβαίνει στο πτώμα μιας άγνωστης εγκύου που μόλις αυτοκτόνησε, αντικαθιστώντας τον εγκέφαλο της με αυτόν του ακόμη ζωντανού εμβρύου της, δημιουργώντας έτσι τη Bella, με σώμα γυναίκας και νόηση νηπίου, της οποίας την ανάπτυξη σκοπεύει, περιορίζοντας την στον προσωπικό του χώρο, να παρακολουθήσει με τη βοήθεια του μαθητευόμενου γιατρού Max McCandles. Η Bella αναπτύσσει σταδιακά τις νοητικές, γλωσσικές και κινητικές της ικανότητες, αφυπνίζεται σεξουαλικά και σύντομα ακολουθώντας έναν πανούργο δικηγόρο, τον Duncan Wedderburn, εγκαταλείπει τον προστάτη της και αρχίζει την προσωπική πορεία της προς τη σωματική, νοητική και συναισθηματική ωρίμανση της.

Ήδη μπορεί κάποιος να καταλάβει πόσο ενδιαφέρον υλικό έχει στη διάθεση του ο σκηνοθέτης. Η σχέση δημιουργού-δημιουργήματος, το παιδί που ‘’ξαναγεννά’’ τη μητέρα του (θυμήθηκα την Annie Ernaux: ‘’πιστεύω ότι γράφω για τη μητέρα μου γιατί είναι η δική μου σειρά να τη φέρω στον κόσμο’’), η φυσική περιέργεια ως κίνητρο γνώσης και αυτογνωσίας, η εγκατάλειψη της πατρικής προστασίας, η επιθυμία ως κίνητρο αποφάσεων και ενεργειών,  η απενοχοποίηση του σεξ ως μέσου απελευθέρωσης, η εναντίωση στις κοινωνικές συμβάσεις και επιταγές, η απόκτηση ενσυναίσθησης και ταξικής συνείδησης, η σταδιακή απώλεια των ψευδαισθήσεων, η επιδίωξη της αυτοδιάθεσης και χειραφέτησης, περνούν στην ταινία του Λάνθιμου, χωρίς όμως να ελκύουν εξίσου το ενδιαφέρον του, χωρίς να αναπτύσσονται επαρκώς και χωρίς να συνδέονται αξιόπιστα μεταξύ τους.

Η πορεία της ηρωίδας προς την αυτοπραγμάτωση στην ουσία δεν είναι παρά το ερωτικό ταξίδι της, όπου μεταξύ των αλλεπάλληλων σεξουαλικών συνευρέσεων –  αρκετές από τις οποίες μάλλον περιττές – η εκπαίδευση της στη ζωή δίνεται εντελώς σχηματικά· ο θεατής τη βλέπει να διαβάζει δυο βιβλία, να συζητά με έναν χλιαρά κυνικό συνταξιδιώτη της, να έρχεται σε πρώτη οπτική επαφή με τη φτώχεια και αυτομάτως  να αφυπνίζεται συναισθηματικά και ταξικά, να γίνεται πολύγλωσση φοιτήτρια της ιατρικής, περνώντας ταυτόχρονα από τις εμπειρίες ενός πορνείου και μαθητεύοντας στον σοσιαλισμό, για να καταλήξει δίπλα στον πιο αφοσιωμένο, αθώο και ευάλωτο άνδρα από όλη τη γκάμα των χειριστικών, ευνουχιστικών, κτητικών, ανόητων και εγωπαθών ανδρών που παρήλασαν από τη ζωή και το κρεβάτι της.

Ο Λάνθιμος δε μας είχε συνηθίσει στη ρηχότητα και στην απουσία πρόκλησης στις ταινίες του – εκτός αν κάποιος θεωρεί πρόκληση τις σκηνές σεξ. Έχω την εντύπωση ότι, ενδίδοντας στις προσδοκίες του σύγχρονου κοινού, επέλεξε να παραδώσει ένα εξωστρεφές και μαξιμαλιστικό θέαμα, ιλιγγιώδες και πράγματι καθηλωτικό, όπου η φόρμα υπερκαλύπτει την ουσία. Η πληθωρικότητα, με την επικουρία των εξπρεσιονιστικών σκηνικών, των εκκεντρικών κουστουμιών, της ποικιλίας των εντυπωσιακών λήψεων, της ιδιότροπης παρτιτούρας και των εσκεμμένα εξωστρεφών ερμηνειών, μπορεί άνετα να περάσει στο κοινό ως τόλμη και ανατροπή, σε μια ταινία που καταλήγει εξόχως θεαματική μεν, αλλά αυτάρεσκη και συμβατική.

Δεν ξέρω αν η υπερσεξουαλική Bella και η ανερωτική Barbie, τα δυο πρόσφατα κινηματογραφικά σύμβολα, είναι τα δυο πρόσωπα των σύγχρονων φεμινιστριών· δεν ξέρω αν οι ψευδοφεμινιστικές απλουστεύσεις και κοινοτοπίες τους και το πλήθος των εντελώς ανάξιων, στο σύνολο τους,  ανδρών που τις ακολουθούν, απεικονίζουν τη σύγχρονη αντίληψη για τις σχέσεις των φύλων· ελπίζω πάντως η οδυνηρή και τραυματική πορεία της γυναικείας χειραφέτησης να μην περνά μέσα από τις πρακτικές τους.

 

Γιούλη Ζαχαρίου

Αφήστε μια απάντηση

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.