You are currently viewing Γραμμένη Πουρνή: Ιερά Οδός (1935) – Μία σύντομη προσωπική ανάγνωση του εμβληματικού ποιήματος του Άγγελου Σικελιανού

Γραμμένη Πουρνή: Ιερά Οδός (1935) – Μία σύντομη προσωπική ανάγνωση του εμβληματικού ποιήματος του Άγγελου Σικελιανού

Το έργο και η ζωή του Άγγελου Σικελιανού υπήρξαν στενά συνυφασμένα με την ελληνική αρχαιότητα. Προσπαθώντας να επαναφέρει την εικόνα της νεότερης Ελλάδας σε θέση ισότιμη με το αρχαίο κλέος, συνέλαβε μαζί με την πρώτη σύζυγό του, Εύα Πάλμερ, την ιδέα διοργάνωσης των Δελφικών Εορτών (1927-1930), ένα σημαντικό πνευματικό γεγονός για την φτωχή Ελλάδα του Μεσοπολέμου.

Ο Σικελιανός, κατεξοχήν ποιητής της ελληνικής παράδοσης – αρχαίας και σύγχρονης-μας παραδίδει μία σειρά από συλλογές αφιερωμένες στον σκοπό αυτό, οι οποίες εκδόθηκαν συγκεντρωτικά από τον ίδιο τον ποιητή το 1946-1947 σε 3 τόμους υπό τον γενικό τίτλο Λυρικός Βίος. Από το 1965 ως το 1969 συμπληρώθηκαν με άλλους 3 τόμους από τον Γ. Π. Σαββίδη με όσα ποιήματα δεν θεώρησε απαραίτητο να συμπεριλάβει ο Σικελιανός. Ανάμεσά τους περιλαμβανόταν και η συλλογή Ορφικά, όπου ανήκει  και το ποίημα Ιερά Οδός (1935). Τα ποιήματα γράφτηκαν από το 1927 ως το 1942 και σηματοδοτούν μία εποχή νέων αναζητήσεων για την ποίηση του Σικελιανού. Τα Ορφικά συμπεριελήφθησαν στον Γ΄ τόμο των Απάντων που εκδόθηκαν από τον ποιητή και ταυτίζονται με την τελευταία περίοδο της δημιουργίας του, καθώς έφυγε από την ζωή το 1951.

Ιερά Οδός (1935)

Στο μακροσκελές ποίημά του Ιερά Οδός (1935) ο Άγγελος Σικελιανός περιγράφει έναν περίπατο που έκανε ο ίδιος ένα απόγευμα με φορτισμένη συναισθηματική κατάσταση στο μέρος που βρισκόταν η Ιερά Οδός που ακολουθούσαν οι μυημένοι στα Ελευσίνια Μυστήρια κατά την αρχαιότητα πηγαίνοντας προς το ιερό της Δήμητρας στην μορφή που έχει πάρει σήμερα. Ο ποιητής αναπολεί το αρχαίο μεγαλείο και μπερδεύεται για το αν βρίσκεται στο χθες ή το σήμερα. Από μακριά βλέπει να πλησιάζει ένας τσιγγάνος. Ο τσιγγάνος σέρνει πίσω του με αλυσίδες δύο αρκούδες. Είναι στολισμένες με χάντρες και ο τσιγγάνος τις αναγκάζει να χορέψουν για να τραβήξει την προσοχή του. Στον νου του ποιητή οι δύο αρκούδες παρομοιάζονται με την Δήμητρα και την Κόρη.  Όταν τελειώνει η παράσταση, ο ποιητής ρίχνει τον οβολό του στο ντέφι του τσιγγάνου και νιώθει σαν να έζησε την δική του μύηση στα Ελευσίνια Μυστήρια.

Ελευσίνια Μυστήρια

Σύμφωνα με τον Ομηρικό Ύμνο στην Δήμητρα, η ίδια η θεά θέσπισε την λατρεία των Ελευσίνιων Μυστηρίων και αποκάλυψε στους προύχοντες της Ελευσίνας τον τρόπο λατρείας (Rohde, 1998). Το πρώτο στάδιο μύησης στα Ελευσίνια ήταν η αρχική μύηση, στάδιο υποχρεωτικό για όλους (Foucart, 2000 : 437-438). Το δεύτερο ονομαζόταν εποπτεία και η συμμετοχή ήταν προαιρετική. Όσοι λάμβαναν μέρος σε αυτά αποκαλούνταν μύστες και επόπτες, αντίστοιχα (Willoughby, 1960: 55, 57/Mylonas, 1961: 239). Η τελετή της μύησης πραγματοποιούνταν στο ιερό της Δήμητρας στην Ελευσίνα, το Τελεστήριον. Οι πιστοί υποχρεούνταν να τηρήσουν απόλυτη σιωπή γύρω από τις τελετουργίες. Γι’ αυτό, οι πληροφορίες που έχουμε σχετικά προέρχονται κυρίως από εκκλησιαστικούς συγγραφείς, οι οποίοι στοχεύουν να καταδείξουν την ανωτερότητα του χριστιανισμού έναντι της αρχαίας θρησκείας (Nilsson, 1960: 42-43/Φωτιάδης, 1896: 3-5/Martin & Metzger, 1992: 166). Οι μυημένοι στα Ελευσίνια κέρδιζαν την υπόσχεση μιας ευτυχισμένης μετά θάνατον ζωής, κάτι που δεν ήταν καθόλου σίγουρο για τους αμύητους (Rohde, 1998: 184-185, 189, 193, 195). Επιπλέον, είχαν το πλεονέκτημα της προθέασης του Κάτω Κόσμου και της εκεί ευτυχισμένης ζωής (Foucart, 2000: 397-398, 400-401).

Ο αρχαιολόγος Γεώργιος Μυλωνάς, που εργάστηκε επί σειρά ετών στον αρχαιολογικό χώρο της Ελευσίνας και έγραψε σχετικές μελέτες σε άρθρο του με τίτλο Η Ελευσίς και τα Ελευσίνια Μυστήρια (1947) δίνει μία σύντομη περιγραφή του τελετουργικού. Το ανοιχτό μέρος της γιορτής περιελάμβανε τον αγυρμό, την συγκέντρωση δηλαδή των πιστών στην Αθήνα τον μήνα Βοηδρομιώνα (σημερινό Σεπτέμβριο). Προηγούνταν η πρόρρησις, η πρόσκληση των πιστών στην γιορτή στην Ποικίλη Στοά. Εξαιρούνταν οι δολοφόνοι, οι απατεώνες,  οι ιερόσυλοι και όσοι δεν γνώριζαν ελληνικά. Ακολουθούσαν ημέρες θυσιών, εξαγνισμών και άλλων τελετουργιών. Προΐστατο στην πομπή το άγαλμα του Ίακχου και ακολουθούσαν οι πιστοί αναφωνώντας Ίακχε, ω Ίακχε. Μερικές φορές οι πιστοί πρόσφεραν θυσίες στους βωμούς κατά μήκος της Ιεράς Οδού. Στη λίμνη των Ρειτών τελούνταν αποτροπιαστική πράξη κατά του κακού, γνωστή με την φράση κροκούν τους μύστας. Εισέρχονταν στον δήμο της Ελευσίνας εκτοξεύοντας κατηγορίες και ύβρεις εναντίον των συμμετεχόντων προκαλώντας θυμηδία. Στο Τελεστήριον τούς περίμεναν οι ιερείς της θεάς. Οι πιστοί ήταν στεφανωμένοι με στεφάνια μυρσίνης. Έπιναν τον κυκεώνα, το ιερό ποτό και τελείωναν την νηστεία τους. Την επόμενη ημέρα ξεκινούσε η κύρια λατρεία. Χωριζόταν σε τρία μέρη: τα δρώμενα, τα λεγόμενα και τα δεικνυόμενα. Γνωρίζουμε λίγα πράγματα για τα δρώμενα. Τα λεγόμενα και τα δεικνυόμενα μάς είναι εντελώς άγνωστα.

Συμβολισμοί και παραλληλισμοί

Ευρισκόμενος ανάμεσα στο παρόν και το παρελθόν, ο ποιητής περπατά ένα δειλινό στην Ιερά Οδό που οδηγούσε κάποτε τους πιστούς των Ελευσίνιων Μυστηρίων προς τον τελικό προορισμό τους, τον ναό της Δήμητρας στην Ελευσίνα. Είναι χαμένος στον δικό του προσωπικό πόνο. Ωστόσο, ο υποβλητικός περιρρέων χώρος επηρεάζει βαθιά την συναισθηματική του κατάσταση κάνοντάς τον να νιώθει χαμένος, σαν να έχει στερηθεί κάτι σημαντικό που δεν έπρεπε να έχει χάσει, σαν να λαχταρούσε η ψυχή του να ήταν ανάμεσα στους πιστούς:

Από τη νέα πληγή που μ’ άνοιξεν η μοίρα

έμπαιν’ ο ήλιος θαρρούσα στην καρδιά μου

με τόση ορμή, καθώς βασίλευε, όπως

από ραγισματιάν αιφνίδια μπαίνει

το κύμα σε καράβι π’ ολοένα

βουλιάζει… Γιατί εκείνο πια το δείλι,

σαν άρρωστος, καιρό, που πρωτοβγαίνει

ν’ αρμέξει ζωή απ’ τον έξω κόσμον,

ήμουν περπατητής μοναχικός στο δρόμο

που ξεκινά από την Αθήνα κι έχει

σημάδι του ιερό την Ελευσίνα.

 

Ο αναγνώστης νιώθει με την σειρά του πως η ψυχή του ποιητή έχει μεθύσει πίνοντας τον κυκεώνα, το ιερό ποτό των Ελευσίνιων, που οι  μελετητές θεωρούν πως προκαλούσε παραισθήσεις στους πιστούς και έβλεπαν οράματα από την ευτυχισμένη ζωή που θα ζούσαν στον Άλλο Κόσμο.

Ο ποιητής ενοραματίζεται την αρχαία πομπή με τους πιστούς να παρελαύνουν κρατώντας αναμμένες δάδες, με κάρα που τα σέρνουν βόδια, κουβεντιάζοντας και κάποτε σύροντας τα εξ αμάξης. Ωστόσο, δεν πρόκειται για πραγματικές ανθρώπινες υπάρξεις, αλλά για ίσκιους, πλάσματα της φαντασίας ενός σύγχρονου περιπατητή, ο οποίος αναζητά να ανανεώσει το νόημα της ζωής του ανατρέχοντας στις αναμνήσεις ενός ένδοξου, μυστηριακού παρελθόντος.

Πολλοί μελετητές του έργου του Σικελιανού έχουν χαρακτηρίσει την ποίησή του ελληνοκεντρική και τις περιγραφές της φύσης στα ποιήματά του ως πιστό καθρέφτη της ελληνικής φύσης και υπαίθρου (Φράγκος, 1957). Στην Ιερά Οδό ο Σικελιανός ξεκινά δίνοντας την εικόνα του αττικού τοπίου λίγο πριν την δύση του ήλιου: πέτρες, ξύλα και αθεμωνιές, ακριβώς την ίδια εικόνα που αντίκριζαν οι πιστοί κινώντας για την Ελευσίνα. Ο ποιητής φαίνεται να αδυνατεί να πιστέψει ότι οι μεγαλειώδεις αυτές εικόνες της αρχαιότητας αντιστοιχούν πλέον σε εικόνες παρακμής και εγκατάλειψης.

Πάνω σε μία από τις πέτρες του δρόμου θα καθίσει για να ξεκαθαρίσει τις σκέψεις του. Τότε, όμως, θα γίνει περισσότερο φανερή παρά ποτέ η σύγχυση που έχει περιέλθει σχετικά με τον ιστορικό χρόνο γιατί η πέτρα αυτή δεν είναι καθόλου τυχαία. Είναι η Αγέλαστος Πέτρα που κάθισε η θεά Δήμητρα να κλάψει απαρηγόρητη για τον χαμό της κόρης της, Περσεφόνης. Εδώ το βλέμμα του ποιητή-περιηγητή μπορεί να ταυτιστεί με το βλέμμα του σκηνοθέτη του ομώνυμου ντοκιμαντέρ (2000) για την Ελευσίνα, Φίλιππου Κουτσαυτή:  Μέσα από αυτό το διττό κινηματογραφικό βλέμμα [ιστορική μνήμη-οικολογικός παράδεισος], που ευνοεί τις αντιθέσεις μεταξύ της εξωραϊσμένης ιστορικής μνήμης και της απρόσκοπτης προοδευτικής κίνησης, αναδύονται ταυτόχρονα μια απομυθοποίηση του ρομαντικά αναχρονιστικού Παραδείσου και μια σκηνοθετημένη μυθοποίηση μιας οικολογικά μηχανικής Ουτοπίας. Ο υπαρξιακός δρόμος προς τον Οικολογικό Παράδεισο περνά μέσα από τους Μηχανικούς Αναχρονισμούς (Μαντάς, 2020: 237).

Η συνάντηση του αφηγητή με τον τσιγγάνο και τις αρκούδες με το βραδύ βήμα τον επαναφέρει ξανά στην πραγματικότητα. Όσο και αν προσπαθεί να βρει καταφύγιο στις γοητευτικές αναμνήσεις του παρελθόντος, το παρόν είναι πάντα εδώ και αμείλικτο. Στον άλλοτε ιερό δρόμο τώρα περπατούν αθίγγανοι που μοχθούν να βγάλουν το ψωμί τους εξαναγκάζοντας σκλαβωμένα άγρια ζώα να εκτελούν παραστάσεις κατόπιν βάναυσης εκπαίδευσης:

Μα να·στην ησυχία αυτή απ’ το γύρο

τον κοντινό προβάλανε τρεις ίσκιοι.

Ένας Ατσίγγανος αγνάντια ερχόνταν,

και πίσωθέ του ακλούθααν, μ’ αλυσίδες

συρμένες, δυο αργοβάδιστες αρκούδες.

 

Η φιγούρα του τσιγγάνου με τις αρκούδες έχει συνδεθεί, κατά κύριο λόγο στην φιλολογική έρευνα για το ποίημα με τον άνθρωπο-τύραννο που διαφεντεύει την φύση και την εκμεταλλεύεται στο έπακρο. Γενικότερα, στην λογοτεχνία οι τσιγγάνοι ήρωες ταυτίζονται με το περιθώριο, το εξωτικό στοιχείο, τους μεσάζοντες με το υπερπέραν. Στα δικά τους παραδοσιακά παραμύθια οι τσιγγάνοι αποδίδουν στην φυλή τους θετικά χαρακτηριστικά, όπως η εξυπνάδα, η γενναιότητα, η φιλοδοξία, η υψηλή αυτοπεποίθηση, η επιμονή (Μαλάμου, 2020: 163). Ο άνθρωπος, λοιπόν, ως κυρίαρχος και διαφεντευτής της φύσης είναι προικισμένος με εξαίσιες αρετές, ώσπου άρχισε να μεθάει από το άρωμα της εξουσίας που απέκτησε. Υπερβαίνοντας τα όρια μεταξύ αυτογνωσίας και οίησης κατέληξε και αυτός στο περιθώριο, όπως οι τσιγγάνοι εδώ και αιώνες στο κοινωνικό περιθώριο και οι αρετές του εξαλείφονται.

Οι μορφές της μητέρας-αρκούδας και του παιδιού της ταυτίζονται από τους ερευνητές με την μητέρα-πιθανότητα την μητέρα-πατρίδα-και τον άρρηκτο δεσμό της με το παιδί της, ο οποίος είναι ακατάλυτος και διαρκεί για πάντα. Η μητέρα αρκούδα σηκώνεται πρώτη να χορέψει στο κάλεσμα του γύφτου για να προστατεύσει το μικρό αρκουδάκι από την βαναυσότητά του. Όρθια, με το υποβλητικό μπόι της θυμίζει στον Σικελιανό ξόανο Μεγάλης Θεάς της προϊστορίας, όπως η Δήμητρα στους ιστορικούς χρόνους, που θλιμμένη γυρίζει στην αττική γη ψάχνοντας την κόρη της μία Μητέρα-Θέα (Θεοτοκάς, 1943):

…Η μία,

(ήτανε η μάνα, φανερά), η μεγάλη,

με πλεχτές χάντρες όλο στολισμένο

το μέτωπο γαλάζιες, κι από πάνω

μιαν άσπρη αβασκαντήρα, ανασηκώθη

ξάφνου τρανή, σαν προαιώνιο να ‘ταν

ξόανο Μεγάλης Θεάς, της αιώνιας Μάνας,

αυτής της ίδιας που ιερά θλιμμένη,

 με τον καιρόν ως πήρε ανθρώπινη όψη,

για τον καημό της κόρης της λεγόνταν

Δήμητρα εδώ, για τον καημό του γιου της

πιο πέρα ήταν Αλκμήνη ή Παναγία.

Στην μνήμη του έρχονται και άλλες δύο ηρωικές μητρικές, της Αλκμήνης, που υπέφερε βλέποντας τον γιο της, Ηρακλή, να έχει κολλήσει το δέρμα του στον χιτώνα που είχε ποτιστεί με το αίμα του κένταυρου Νέσσου και η Παναγία, πανανθρώπινο μητρικό σύμβολο για τον πόνο της στα πάθη του Γιου της. Η μεγάλη αρκούδα χορεύει έχοντας πάντα στην έγνοια της το παιδί της. Όλοι αυτοί οι συμβολισμοί παραπέμπουν σε ένα βαθύτερο επίπεδο στην αρμονική  σχέση του ανθρώπου με την φύση (Καψωμένος, 2002), η οποία σήμερα έχει διαταραχθεί βίαια.

Ο ποιητής παρακολουθεί την παράσταση της αρκούδας μαγεμένος, σαν να βρίσκεται στην μέση μίας μυητικής τελετουργίας μεταξύ του παρελθόντος και του παρόντος. Το ντέφι που του τείνει ο γύφτος ζητώντας τον όβολό του ως αντίτιμο για το θέαμα που του πρόσφερε, επαναφέρει τον ποιητή στο μίζερο παρόν.  Το όραμα ενός καλύτερου κόσμου παραμένει ζωντανό όσο και θολό. Κάποτε ο κόσμος θα ξαναγίνει αντάξιος του χαμένου του μεγαλείου. Τον διαβεβαιώνουν γι’ αυτό τόσο η μυημένη του, πλέον, ψυχή όσο και η ενστικτώδης υπόσχεση του γύφτου: Θα ‘ρτει…

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Θεοτοκάς, Γ. (1943). Άγγελος Σικελιανός. Νέα Εστία, 385,  σσ. 783-786.
  1. Foucart, (2000), Τα Ελευσίνια Μυστήρια (μτφρ. Παπαθανασοπούλου Δ.) έκδοση 4η, Αθήνα: Ενάλιος.
Καψωμένος, Ε. Γ. (2002). Ο Σικελιανός στην αρχή της τρίτης χιλιετίας. Στο  Άγγελος Σικελιανός, 50 χρόνια από το θάνατό του. Πρακτικά ΣΤ ́ Συμποσίου. Αθήνα: Εταιρεία Λευκαδικών Μελετών, σσ.129-134
Μαλάμου, Π. (2020).  Κοινωνικά και εκπαιδευτικά στερεότυπα για τους Τσιγγάνους και τους μη Τσιγγάνους σε τσιγγάνικα παραμύθια στην Ελλάδα. Θεσσαλονίκη: Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο.
Μαντάς, Ν. (2020). Αναδυόμενες ονειροτοπίες στη σύγχρονη πόλη. Αναζητώντας τη διαμοντέρνα ταυτότητα και εικόνα της πόλης μέσα από το κινηματογραφικό της παλίμψηστο. Αδημοσίευτη διδακτορική διατριβή. Βόλος: Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας.
Martin, R., & Metzger, H. (1992). Η θρησκεία των Αρχαίων Ελλήνων (μτφρ. Καρδαμίτσα Μ.). Αθήνα: Ινστιτούτο του βιβλίου – Μ. Καρδαμίτσα.
Mylonas, G. E., (1961). Eleusis and the Eleusinian Mysteries. Princeton – New Jersey: Princeton University Press.
Mylonas, G. E. (1947). Eleusis and the Eleusinian Mysteries. The Classical Journal, 43(3), 130-146
Nilsson, M. P. (1998), Greek Folk Religion, Philadelphia, University of Pennsylvania Press.
Rohde, E. (1925). Psyche: The Cult of Souls and Belief in Immortality among the Greeks (trans. Hillis W. B.). London: Kegan Paul, Trench, Trubner & Co. & New York, Harcourt, Brace & Company.
Willoughby, H. R. (1960). Pagan Regeneration (A Study of Mystery Initiations in the Graeco-Roman World). Chicago: The University of Chicago Press.
Φράγκος, Χ. (1957). Ο Άγγελος Σικελιανός (ελληνοκεντρικός ποιητής). Νέα Εστία, 721, σσ. 972-981.
Φωτιάδης, Ν., (1896), Τα Ελευσίνια Μυστήρια: Μελέτη αρχαιολογική και φιλολογική. Αθήνα: Τυπογραφείο Α. Καλαράκη.

Αφήστε μια απάντηση

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.