You are currently viewing Η Μάγδα Παπαδημητρίου-Σαμοθράκη συνομιλεί με τη Λίτσα Τότσκα  για το βιβλίο της «Όταν η Άλφα συνάντησε τον Έψιλον» (Ελληνοεκδοτική)

Η Μάγδα Παπαδημητρίου-Σαμοθράκη συνομιλεί με τη Λίτσα Τότσκα  για το βιβλίο της «Όταν η Άλφα συνάντησε τον Έψιλον» (Ελληνοεκδοτική)

Η Λίτσα Τότσκα μετά από ευάριθμες συμμετοχές σε συλλογές διηγημάτων κυκλοφορεί την πρώτη της συλλογή με τίτλο Όταν η Άλφα συνάντησε τον Έψιλον (Ελληνοεκδοτική). Προηγήθηκε το βιβλίο της για παιδιά «Ο Ουρανός μιλά Ελληνικά» το οποίο συμπεριλήφθηκε στη βραχεία λίστα των Κρατικών Λογοτεχνικών Βραβείων στην κατηγορία βιβλίου γνώσεων (2024) πάλι από τον ίδιο εκδοτικό οίκο, το οποίο κυκλοφορεί και στα αγγλικά.

Στο Όταν η Άλφα συνάντησε τον Έψιλον γράφει με τρόπο χαμηλόφωνο και ουσιαστικό, σαν να αφηγείται κάτι που προϋπήρχε της γλώσσας και απλώς βρήκε τις λέξεις του. Τα διηγήματά της ξεχωρίζουν για τη βαθιά σύνδεση της προσωπικής εμπειρίας με την ιστορική και κοινωνική μνήμη, χωρίς ρητορεία ή επιτήδευση. Η ανάγνωση γεννά την αίσθηση μιας προφορικής αφήγησης· ο αναγνώστης και η αναγνώστρια νιώθουν σαν να την ακούν να μιλά στη ραδιοφωνική της εκπομπή «Έχει ο καιρός γυρίσματα», τα πρωινά του σαββατοκύριακου στο Δεύτερο Πρόγραμμα, να ξετυλίγει ήθη, έθιμα και ιστορίες του τόπου, πλουτίζοντάς μας με γνώση, μουσική και μνήμη. Η γραφή της ισορροπεί ανάμεσα στην καταγραφή και στην ποιητική ανάκληση του παρελθόντος, διατηρώντας μια καθαρότητα που δεν επιδιώκει να εντυπωσιάσει, αλλά να συνοδεύσει τον αναγνώστη στο ταξίδι της ανάγνωσης.

Στο βιβλίο αυτό, η Άλφα και ο Έψιλον λειτουργούν όχι ως απλά γράμματα, αλλά ως υπαρξιακές μορφές. Η Άλφα φέρει την έννοια της αρχής, του σώματος και της γένεσης, ενώ ο Έψιλον γίνεται φωνή, ανάσα και δυνατότητα σχέσης. Μαζί, δεν σχηματίζουν απλώς λέξεις, αλλά νοήματα. Η γραφή της Λίτσας Τότσκα κινείται ανάμεσα στο απλό και στο φιλοσοφικό, στο ποιητικό και στο στοχαστικό, χωρίς να εξηγεί ή να διδάσκει· υπαινίσσεται και αφήνει χώρο, καλώντας τον αναγνώστη να σταθεί μέσα στο κείμενο και όχι απέναντί του. Το βιβλίο διαβάζεται σαν παραμύθι που δεν βιάζεται να ολοκληρωθεί, αλλά παραμένει ως ερώτημα: πώς γεννιέται το «μαζί» και πώς το εγώ συναντά το άλλο χωρίς να χάνεται;

Το Όταν η Άλφα συνάντησε τον Έψιλον εγγράφεται σε μια λογοτεχνική περιοχή όπου η γλώσσα δεν λειτουργεί μόνο ως μέσο αφήγησης, αλλά ως πεδίο διερεύνησης της σχέσης, της αρχής και της συνύπαρξης. Η συγγραφέας επιστρέφει στις στοιχειώδεις μονάδες του νοήματος, στο γράμμα πριν από τη λέξη και στη συνάντηση πριν από τη σημασιοδότηση, συγκροτώντας έναν χώρο όπου το νόημα δεν προϋπάρχει αλλά αναδύεται. Το βιβλίο θέτει ερωτήματα γύρω από την αρχή όχι ως χρονική αφετηρία, αλλά ως πράξη συνάντησης και ευθύνης απέναντι στον Άλλο. Υπό αυτή την έννοια, δεν ζητά να αναγνωσθεί μόνο ως λογοτεχνικό αντικείμενο αλλά ως εμπειρία ανάγνωσης που επαναδιαπραγματεύεται τα όρια της γλώσσας και της σχέσης.

Οι τόποι και οι χαρακτήρες του βιβλίου περιδιαβαίνουν τόπους και εποχές και εκτείνονται από το διπλανό διαμέρισμα, τη Σμύρνη και την Κωνσταντινούπολη έως το Βερολίνο, την Πολωνία και τα ελληνικά νησιά. Η αφήγηση σε αρκετές ιστορίες, συχνά μας ταξιδεύει στον χρόνο και φθάνει μέχρι το 1821, για να γνωρίσουμε καλύτερα γυναίκες όπως η Μαντώ Μαυρογένους. Γράφει στο οπισθόφυλλο: “Γυναίκες ερωτευμένες, χωρισμένες ή μοναχικές, γυναίκες εγκλωβισμένες σε σχέσεις-φυλακές, αναμετρώνται με τη χαρά και την απόγνωση, την ομορφιά και τη φθορά, μέσα από λέξεις μετέωρες και χειρονομίες λειψές. Πρόκειται για στιγμιότυπα ζωής ζυμωμένα με τη μαγιά της προσδοκίας και της διάψευσης, της ελπίδας και της απογοήτευσης, του θριάμβου και της συντριβής. Ο έρωτας εμφανίζεται ως βάλσαμο και ταυτόχρονα ως δηλητήριο, ενώ η αγάπη λειτουργεί σαν αντιφέγγισμα σε θολό καθρέφτη. Είναι ιστορίες για γυναίκες που τόλμησαν να νιώσουν και για όσους και όσες είναι διατεθειμένοι να τις ακούσουν.”

Η συζήτηση που ακολουθεί με τη συγγραφέα, επιχειρεί να κινηθεί μέσα σε αυτό το ενδιάμεσο πεδίο, εξετάζοντας τον τρόπο με τον οποίο η γραφή της συγκροτεί νόημα όχι μέσω εξήγησης, αλλά μέσω συνύπαρξης με το άρρητο.

Το βιβλίο μιλά για τη συνάντηση. Τι είναι πιο δύσκολο: να συναντήσεις τον άλλον ή να… αντέξεις τη συνάντηση;

H ερώτησή σας προϋποθέτει απαντήσεις που δεν είμαι βέβαιη ότι έχουν δοθεί. Τι καθορίζει τις συναντήσεις μας και ποιοι παράγοντες τελικά διαμορφώνουν τις επιλογές της ζωής μας; Είναι η μοίρα ή το τυχαίο που φτιάχνουν το υφάδι της ζωή μας; Λεπτές και οι ισορροπίες για το πώς θα διαχειριστείς την συνάντηση· τί θα αποφασίσεις να «αντέξεις» ή αλλιώς να «υπομείνεις» για να διατηρήσεις μία σχέση. Πολλοί ποντάρουμε στο «υπομένω» για να κερδίσουμε την παρτίδα, με την προσδοκία ότι αυτό θα μας αναγνωριστεί ως κάτι θετικό είτε γιατί πιστεύουμε ότι στην πορεία οι συμπεριφορές που μας πληγώνουν θα βελτιωθούν. Τίποτα όμως δεν αλλάζει μαγικά. Ό,τι επιβραβεύουμε με την ανοχή μας, δείχνουμε ότι δεν καιγόμαστε ν’ αλλάξει. Οι ηρωίδες μου παλεύουν με αυτά τα διλήμματα. Δίνουν μάχη με τις λέξεις, τα βλέμματα και τις πράξεις αναζητώντας το κρυφό νόημά τους. Κινούνται ανάμεσα σε αυτά που βλέπουν κι ακούν κι αυτά που υποπτεύονται ότι κρύβουν. Η ανάγκη τους γι’ αγάπη και αποδοχή συχνά τις δυσκολεύει να πουν όχι και να βάλουν όρια. Σαν να κινούνται σε κτίρια με δυσπρόσιτη έξοδο κινδύνου.

Ποιος είναι τελικά εκείνος ή εκείνη που πιάνει το πηλοφόρι και το μυστρί μέσα σε μια σχέση; Πρόκειται για ισότιμη πράξη ή για μια μοναχική εργασία;

Η αλήθεια είναι πως αυτά τα ερωτήματα εμφιλοχωρούν σε αρκετές από τις ιστορίες μου. Νομίζω πως η ζωή έχει δείξει πως προσπαθεί σε μεγαλύτερο βαθμό αυτή/ος που ενδιαφέρεται περισσότερο. Ωστόσο, αν και δεν υπάρχει…δοσομετρητής στις σχέσεις, συνήθως ναυαγούν αν δεν υπάρχει αμοιβαία προσπάθεια για ν’ ανθίσουν και να εξελιχθούν.  Ακόμη κι αν δεν οδηγηθούν άμεσα στο αναπόφευκτο τέλος, καταλήγουν σε φαντάσματα της αρχικής πρόθεσης που τις γέννησε, γεμάτες ενοχές και αδικαίωτες προσδοκίες.

Το «κουκούλι» που αγαπά μία από τις  ηρωίδες σας ήταν κοινή επιλογή με τον σύντροφό της ή μια ανάγκη προστασίας; Και τι συμβαίνει όταν αυτό το κουκούλι αρχίζει να… στενεύει;

Πολύ όμορφη η ερώτησή σας. Θεωρώ ότι αυτή η συνθήκη περιγράφει τον πυρήνα των σχέσεων. Η ηρωίδα μου περιγράφει ως «κουκούλι» τη γλυκιά συνενοχή δύο ανθρώπων που ερωτεύονται και επιλέγουν να χτίσουν το δικό τους «σύμπαν», άτρωτοι μέσα στη φθαρτότητά τους· είμαστε εδώ, μαζί για ν’ αντιμετωπίσουμε ό,τι κι αν συμβεί αλλά και για να μοιραστούμε εμπειρίες και συναισθήματα.  Αυτό προϋποθέτει κοινή ματιά για τη ζωή και την επίγνωση της συνειδητής επιλογής. Αν ένας από τους δύο νιώθει πως το «κουκούλι» τον πνίγει, μάλλον έχει ξεκινήσει η αντίστροφη μέτρηση για τη σχέση.

Στο διήγημα Οι βαλίτσες γράφετε ότι «τα κορίτσια βυζαίνουν τις ενοχές με το γάλα της μάνας τους». Πώς μεταβιβάζεται αυτή η ενοχή από γενιά σε γενιά και ποιος ωφελείται τελικά από αυτή τη σιωπηλή κληρονομιά;

 

Τις «βυζαίνουμε» με νουθεσίες να είμαστε «καλά και υπάκουα» κορίτσια. Μαθαίνουμε από μικρές να δείχνουμε συμπόνια για όλους εκτός από τον ίδιο μας τον εαυτό. Διστάζουμε να μιλήσουμε για όσα μας ζορίζουν και να ζητήσουμε βοήθεια όταν την έχουμε ανάγκη. Θαρρείς κι ο πόνος είναι κομμάτι της ύπαρξής μας· φοβόμαστε ότι θα μας θεωρήσουν υπερβολικές αν παραπονεθούμε για οτιδήποτε ενώ ταυτόχρονα οφείλουμε να σταθούμε δυνατές για τους σημαντικούς άλλους της ζωής μας.  Την ίδια ώρα έχουμε ν’ αντιπαλέψουμε με κοινωνικές αντιλήψεις που  προσδιορίζουν την αξία μας μέσα από μια στερεοτυπική αντίληψη για την ομορφιά, τη σεξουαλικότητα και την αναπαραγωγή. Άραγε, μέχρι ποια ηλικία είμαστε αξιέραστες και μπορούμε να παραμείνουμε ενεργές στο παιχνίδι των σχέσεων; Μαθαίνουμε με τον καιρό ποιες είμαστε. Δεν χρειάζεται να προσπαθούμε διαρκώς να ευχαριστήσουμε τους πάντες. Μπορούμε να διεκδικήσουμε χώρο, να μάθουμε να εκφράζουμε τις ανάγκες μας. Με όλα αυτά και με τον χρόνο που κυλά αδυσώπητα παλεύουν οι ηρωίδες μου. Εύχομαι κάτι να μάθαμε και η νέα γενιά κοριτσιών να πορευθεί με λιγότερα διλήμματα και ενοχές.

 

Πώς σχολιάζετε το γεγονός ότι η Μαντώ Μαυρογένους, παρά τη σημαντική οικονομική και ηθική συμβολή της στον Αγώνα, απομονώθηκε από τους άντρες της εποχής; Τι μας λέει αυτό για το δικαίωμα λόγου και τη δύναμη της γυναικείας παρουσίας στην Ιστορία;

 

Μας λέει αυτό που διαπιστώνουν ιστορικοί και μελετητές. Ότι η γυναικεία παρουσία και συμβολή στην εξέλιξη των ιστορικών γεγονότων συχνά αμφισβητήθηκε ή αποσιωπήθηκε. Επέλεξα να είναι η  Μαντώ μία από τις ηρωίδες μου γιατί αντιπάλεψε με όσα περιέγραψα νωρίτερα σε καιρούς χαλεπούς, χωρίς να φοβηθεί να πληρώσει το αντίτιμο της επιλογής της να επενδύσει σε όσα πρόσταξαν η καρδιά και οι αξίες της -για την πατρίδα της και τον έρωτα της ζωής της- και να ζήσει ελεύθερα όσο της το επίτρεψε η εποχή της.

Τα διηγήματά σας μοιάζουν με παραμύθια, αλλά αφήνουν έντονο φιλοσοφικό ίχνος. Πώς ισορροπείτε ανάμεσα στο απλό και στο στοχαστικό;

Δεν έχω τίποτα απ’ όλα αυτά στο μυαλό μου όταν γράφω τις ιστορίες μου. Γεννιούνται μέσα απ’ όσα ζω, ακούω, διαβάζω αλλά και συζητώ με τους ακροατές της ραδιοφωνικής εκπομπής μου στο Δεύτερο Πρόγραμμα. Καμιά φορά οι ήρωές μου με περιπαίζουν. Μιλούν ψιθυριστά και δεν αποκαλύπτουν ξεκάθαρα τις προθέσεις τους. Έτσι, πάνω που είμαι σίγουρη για τον δρόμο που θα πάρουν, φέρνουν τα πάνω κάτω με τις επιλογές τους και με κάνουν να σκέφτομαι ότι τελικά καμία απόφαση δεν είναι οριστική γιατί… έχει η ζωή γυρίσματα, όπως είναι και ο τίτλος της ραδιοφωνικής μου εκπομπής.

Ποιος είναι ο ρόλος της σιωπής στα διηγήματά σας;

 

Στη σιωπή γεννιούνται οι σημαντικές αποφάσεις μας. Σου επιτρέπει να επικοινωνήσεις με τον εαυτό σου και ν’ αφουγκραστείς τα θέλω σου. Κι επειδή φοβόμαστε αυτήν τη συνάντηση γιατί θα φέρει στην επιφάνεια αλήθειες που μας τρομάζουν, επιλέγουμε τους περισπασμούς των ήχων και της διαρκούς ενασχόλησής μας με αλλότρια. Όταν οι ηρωίδες μου επιλέγουν τη σιωπή τότε όλα γίνονται ξεκάθαρα.

 

Τι φοβάστε περισσότερο: τη λήθη ή τη στρεβλή μνήμη;

 

Η μνήμη είναι ούτως η άλλως υποκειμενική. Κάθε ιστορία έχει τόσες εκδοχές όσες οι πρωταγωνιστές αλλά και οι…κομπάρσοι της. Όσο για τη λήθη, νομίζω ότι οδηγεί στην επανάληψη λαθών ·

προτιμότερη είναι η συγχώρεση. Να μην ξεχνάμε όσα έχουν συμβεί  χωρίς ωστόσο ν’ αποτελούν τροχοπέδη στη ζωή μας. Δεν αξίζει να κρύβουμε σκελετούς στην ντουλάπα μας· να την αδειάζουμε συχνά για να κάνουμε χώρο στο καινούργιο.

 

 Η γραφή σήμερα είναι για εσάς καταφύγιο ή πεδίο μάχης;

 

Θα έλεγα και τα δύο. Είναι ένα…καταφύγιο στο οποίο μαίνονται μάχες χωρίς να μπορείς να διαχωρίσεις εύκολα τους νικητές από τους ηττημένους.

 

Τι μένει όταν η Άλφα και ο Έψιλον αποχωρίζονται τον αναγνώστη; Το νόημα ή η εμπειρία της συνάντησης;

 

Αυτό θα το καθορίσουν όσες/οι επιλέξουν να ταξιδέψουν με τις ιστορίες μου. Ιδανικά, θα ήθελα να λειτουργήσουν σαν ένα view master- σαν αυτά που είχαμε παιδιά- με πολλές και διαφορετικές εκδοχές και σενάρια που θα συναντηθούν με τις δικές τους εμπειρίες και θ’ ανοίξουν έναν διάλογο για την ίδια τη ζωή.

 

Η συνομιλία μας τελειώνει εδώ, αλλά οι λέξεις της Άλφα και του Έψιλον συνεχίζουν να ζουν μέσα μας, υπενθυμίζοντας ότι η ανάγνωση είναι πάντα μια συνάντηση, με τον άλλο, με τον εαυτό μας, με το άρρητο που περιμένει να ειπωθεί. Καλοτάξιδη να είναι Λίτσα Τότσκα!

ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ

Πτυχιούχος της Φιλοσοφικής Σχολής ΑΠΘ με μεταπτυχιακές σπουδές στο Media Management. Τακτικό μέλος της ΕΣΗΕΑ, μιλά Αγγλικά και Γαλλικά. Έχει στο ενεργητικό της την επιμέλεια και παρουσίαση τηλεοπτικών και ραδιοφωνικών εκπομπών, ντοκιμαντέρ και συνεργασίες με εφημερίδες και περιοδικά.  Συμμετέχει σε συλλογές διηγημάτων. Το «Όταν η Άλφα συνάντησε τον Έψιλον» είναι η πρώτη προσωπική συλλογή της. Το βιβλίο της «Ο Ουρανός μιλά ελληνικά» με ελληνικούς μύθους για τους αστερισμούς συμπεριλήφθηκε στη βραχεία λίστα των Κρατικών Λογοτεχνικών Βραβείων 2024 στην κατηγορία βιβλίου Γνώσεων · κυκλοφορεί και στα αγγλικά από την ΕΛΛΗΝΟΕΚΔΟΤΙΚΗ. Η διασκευή της στο «Ασχημόπαπο» του Άντερσεν κυκλοφόρησε σε βιβλίο- C.D από την Universal και ανέβηκε στο θέατρο Badminton.
Επιμελείται και παρουσιάζει τη ραδιοφωνική πολιτιστική εκπομπή «Έχει η ζωή γυρίσματα» τα πρωινά του Σαββατοκύριακου στο Δεύτερο Πρόγραμμα της ΕΡΤ.

 

 

Μάγδα Παπαδημητρίου Σαμοθράκη

 

 

Αφήστε μια απάντηση

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.