You are currently viewing Κλεονίκη Δρούγκα: Καραϊσκάκη 19: Το Άλμα

Κλεονίκη Δρούγκα: Καραϊσκάκη 19: Το Άλμα

Μέναμε Καραϊσκάκη 19, το’78. Στο Φάληρο. Σ’ ένα μικρό διαμέρισμα στον πέμπτο όροφο.Έξι ψυχές σε πενήντα τετραγωνικά, όπου τα πόδια του ενός έβρισκαν την πλάτη του άλλου. Η μέρα τελείωνε πάντα με μια ιεροτελεστία: οι καναπέδες άνοιγαν και το σαλόνι μεταμορφωνόταν σε ένα απέραντο στρώμα από ανάσες, καπνό παλιάς εφημερίδας και λεβάντα. Εμένα, βέβαια, μ’ άρεσε πολύ το μπαλκόνι μας -αν και ποτέ δεν πλησίαζα τα κάγκελα. Έστρωνα κάτω ένα κιλίμι, από εκείνα τα παλιά, της γιαγιάς και καθόμουν ώρες να κοιτώ τις κεραίες, τ’ αυτοκίνητα και κυρίως τους απέναντι: τα φώτα, τα σώματά τους, τις δουλειές που έκαναν οι γειτόνισσες, τις μπουγάδες και, ανελλιπώς κάθε απόγευμα χαιρετούσα τον Αχιλλέα, ένα αγόρι στην απέναντι πολυκατοικία, που κολλούσε το πρόσωπό του στο τζάμι και δεν έβγαινε ποτέ στο μπαλκόνι. Η μαμά του, θυμάμαι, έλεγε πως ο Αχιλλέας ήταν άρρωστος και θα κρύωνε.

Και μετά η γη αποφάσισε να τεντωθεί.

Στις 20 Ιουνίου του ’78, λίγο μετά τις έντεκα, ο κόσμος ξεκουμπώθηκε από το στερέωμα σ’ έναν τρελό χορό. Η γιαγιά κρατούσε γερά την αδελφή μου, ο παππούς αγκάλιαζε την τηλεόραση που μόλις είχαμε αγοράσει- η μαμά κι ο μπαμπάς έλειπαν- και… η πολυκατοικία έγειρε με μια αργή, ερωτική κίνηση προς την απέναντι. Εγώ από το μπαλκόνι μας βρέθηκα στο σπίτι του Αχιλλέα. Με μετέφερε ο αέρας, λες και το νυχτικό μου είχε αποκτήσει μνήμη ιστίου. Στο μεταίχμιο του δρόμου, εκεί που το χάος  χασμουριόταν κάτω από τα πόδια μου, ένιωσα το χέρι του Αχιλλέα να με τραβά. Προσγειώθηκα αθόρυβα, σαν πούπουλο.

Όταν οι πολυκατοικίες απομακρύνθηκαν ξανά, παίρνοντας την απόσταση ασφαλείας που επιβάλλει η αστική ευγένεια, βρέθηκα να κοιτάζω τη ζωή μου από απέναντι, μια πρόσφυγας των ρίχτερ με τις πιτζάμες. Ο Αχιλλέας γελούσε και με χειροκροτούσε. Τι άλμα!

Η Καραϊσκάκη 19 έμεινε όρθια.

Αλλά από εκείνη τη νύχτα το σαλόνι δεν ήταν πια στενό. Είχαμε μάθει πια πως, όσο κοντά κι αν κοιμάσαι με τον άλλον, η ζωή μπορεί να σε εκσφενδονίσει στην άλλη πλευρά, σε μία στιγμή.Ο Αχιλλέας, τραβώντας με, έκλεψε τον φόβο μου, κι εγώ, πέφτοντας με φόρα, του χάρισα τον αέρα που του στερούσαν οι τοίχοι. Όταν η γη ησύχασε, εκείνος μύριζε ακόμα το ιώδιο της αρρώστιας του, αλλά στα χέρια του κρατούσε μερικά πούπουλα από το δικό μου νυχτικό.

Κι εγώ, έμεινα για πάντα να κατοικώ σ’ εκείνο το μετέωρο κενό, ανάμεσα στο δικό μας μπαλκόνι κι εκείνο που με υιοθέτησε, ν’ αγγίζω το χέρι του Αχιλλέα που γρήγορα έκανε το δικό του γενναίο άλμα και να τον σκέφτομαι.

Ίσως, εμείς οι δύο μόνο γελούσαμε εκείνο το βράδυ στη Θεσσαλονίκη

 

Αφήστε μια απάντηση

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.