You are currently viewing Κλεοπάτρα Σκαλτσά: Γιούλη Χρονοπούλου, ΑΡΩΜΑ ΦΟΥΖΕΡ, εκδ. Νήσος, 2025, σ. 118  ISBN : 9789605892463

Κλεοπάτρα Σκαλτσά: Γιούλη Χρονοπούλου, ΑΡΩΜΑ ΦΟΥΖΕΡ, εκδ. Νήσος, 2025, σ. 118  ISBN : 9789605892463

Το άρωμα Φουζέρ δεν το έχω μυρίσει. Άρωμα αντρικό με τόνους λεβάντας, φασκόμηλου, περγαμόντου και βανίλιας. Ξέρουμε όμως πως η μυρωδιά έχει υπερδυνάμεις και μπορεί να ξυπνήσει τις πιο παλιές μας αναμνήσεις και τα συναισθήματα που είναι συνδεδεμένα με αυτές. Η μυρωδιά του Φουζέρ είναι η παρηγοριά της κόρης για το θάνατο της μάνας, η αίσθηση ή η ψευδαίσθηση της μητρικής αγκαλιάς, η πύλη που ανοίγει τα συμβατικά σύνορα του χρόνου και του τόπου.

Μια τέτοια πύλη μάς ανοίγει και η Γιούλη Χρονοπούλου με τις 25 ιστορίες της με ήρωες της διπλανής πόρτας, που δεν κρίνουν και δεν κρίνονται από τη συγγραφέα, που δεν κουνάνε το δάκτυλο, που δεν θέλουν να γίνουν πρότυπα. Απλώς ζουν. Ένα στιγμιότυπο της ζωής τους φωτογράφισε η Γιούλη Χρονοπούλου και το έκανε ιστορία.

Ιστορίες για ανεκπλήρωτα όνειρα, την απώλεια και το θάνατο, την κακοποίηση, το χωρισμό, τη χαμένη παιδικότητα και τη φτώχεια, τη νοσταλγία, τα γηρατειά, τη μοναξιά, το βάσανο της κρυφής ομοφυλοφιλίας, τη συγχώρεση και την ενοχή, για το δάσκαλο και τη δασκάλα, την πατρίδα, τη γλώσσα. Ενταγμένες οι περισσότερες άλλοτε στο ιστορικό πλαίσιο του Εμφυλίου, της μετεμφυλιακής Ελλάδας ή της Χούντας κι άλλοτε στο πολιτισμικό περιβάλλον της προσφυγιάς, της ενδοοικογενειακής βίας, του ρατσισμού, της μοναξιάς των σύγχρονων μεγαλουπόλεων.

Συνηθισμένα και δύσκολα θέματα, τόσο όσο η ζωή μας, όσο η σκευή μας σε τούτο το  ταξίδι της ζωής. Βαριά θέματα όσο ο πόνος στους στίχους « αχ! Ψεύτη κι άδικε ντουνιά, άναψες τον καημό μου».

Δεν είναι διηγήσεις γραμμένες για happy end, είναι πνοές παραμυθίας και συγκίνησης, είναι στιγμιότυπα της δικής μας ζωής. Είναι ιστορίες δοσμένες με αμεσότητα και ζεστασιά. Οι ήρωες -εκτός από λίγους- δεν έχουν ονόματα και έτσι μπορούμε να τους δώσουμε τα ονόματα των ανθρώπων που μας έρχονται στο νου, καθώς  διαβάζουμε.

Πολύ δύσκολο μού είναι να ξεχωρίσω κάποια από τις 25 διηγήσεις. Κάθε μία ξεχωρίζει για κάτι: Για τον ανθρωπομορφισμό τους ο «Αποχαιρετισμός» και το «Στην Άμμο». Για το υποδόριο χιούμορ του το «Παστέλι». Για την ανατροπή το «Ηχοτοπίο». Για τη μεγαλοψυχία η «Συγχώρεση». Για τον οικείο σουρεαλισμό « Η γυναίκα με το τουρμπάνι». Για τον ρεαλισμό του το «Δείπνο», κλπ.

Θα ξεχωρίσω όμως, ως δασκάλα, πέντε. Αυτά της προσφυγιάς. Η Γιούλη Χρονοπούλου είναι δασκάλα και ως δασκάλα αγγίζει τα προσφυγόπουλα και τα οδηγεί προς τη γαλήνη και την ελπίδα. Είναι δασκάλα και ξέρει πως οι κοινωνίες και οι πολιτισμοί δεν συγκρίνονται, αλλά συναντιόνται και μπλέκονται μεταξύ τους.

Στην «Επιστροφή», ο Σμυρνιός πρόσφυγας επιστρέφει στη Σμύρνη, περαστικός για δουλειές, και συναντά έναν Τουρκοκρητικό πρόσφυγα. Στην αγκαλιά ο ένας του άλλου αναγνώρισαν τον κοινό, αθεράπευτο πόνο της χαμένης πατρίδας και τη δύναμη της γλώσσας που μαζί της μεγαλώνουμε.

Στο «Θα ’θελα να ζω σ’ έναν άλλο κόσμο», ο πρόσφυγας μαθητής δεν άντεξε την καταπίεση στο Ιράν και έφυγε. Βρήκε καταφύγιο στην Αθήνα. «Μια ανέλπιστη ομοιότητα, στα κτίρια, στην αίσθηση, στον καιρό, στην ατμόσφαιρα, σε ό,τι αναδινόταν υπόγεια και σαν να του φώναζε να μείνει. Έμεινε». Τα κατάφερε! Μεγάλωσε και έγινε ποιητής και διερμηνέας για άλλους πρόσφυγες. Μα με τα χρόνια η νοσταλγία του φούσκωσε σαν ποτάμι και δίνει την υπόσχεση «να ξαναδεί την πατρίδα του, να γράψει πάλι ποιήματά στα φαρσί και να είναι η μετάφραση αντίστροφη».

Στο « Σκύψε Μπατού», ο Μπατού είναι ασυνόδευτος πρόσφυγας από την Αφρική. Χιλιόμετρα με τα πόδια, μίλια με σαπιοκάραβα, ταπεινώσεις και πόνος, Μόρια και Αθήνα. Στο τέλος όμως αυτής της σκοτεινής διαδρομής τον περίμενε μια τάξη Υποδοχής και η κυρία Λένα, η δασκάλα που τον χάιδευε στο κεφάλι. «Το σχολείο έγινε για αυτόν μια νέα φωτεινή, ηλιόλουστη πατρίδα».

Στα «Άσπρα ακουστικά», το προσφυγόπουλο, απόφοιτος Πανεπιστημίου πια, γράφει ένα γράμμα στην πεθαμένη μάνα του. Εξιστορεί τις δυσκολίες και τον αγώνα του να τις αντιμετωπίσει. Όπλο του στον αγώνα αυτό είχε τα άσπρα ακουστικά με τα πολλά ντεσιμπέλ που κάλυπταν τα ρατσιστικά σχόλια και «απορροφούσαν» το θυμό και την πίκρα του. Σήμερα, όμως, ο θυμός μέσα του έχει καταλαγιάσει. Η Μαρία, το κορίτσι του, η κυρία Ειρήνη, η δασκάλα του και δεύτερη μάνα του είναι δίπλα του και τα άσπρα ακουστικά παίζουν απαλά μουσική.

Η γλώσσα της συγγραφέως είναι προσεγμένη και συγκινητική και όταν περιγράφει και όταν διηγείται και όταν στοχάζεται. Περίτεχνη αλλά όχι εκκεντρική. Σε πολλά σημεία μάς κεντρίζει με την ευκρίνεια και την αποτύπωση των συναισθημάτων και των εικόνων, τόσο που αν η Γιούλη Χρονοπούλου δεν ήταν συγγραφέας, θα μπορούσε να ήταν  μια παπλωματού. Σαν την παπλωματού στο βιβλίο του Τζεφ Μπριμπό. Όπως εκείνη με υπομονή και δεξιοτεχνία έφτιαχνε κομμάτι -κομμάτι τα παπλώματά της για να ζεστάνει τους φτωχούς και κατατρεγμένους αυτού του κόσμου, έτσι και η Γιούλη Χρονοπούλου με τα 25 κομμάτια της έφτιαξε το δικό της πάπλωμα – δώρο σε όλους μας να μάς παρηγορεί, να μάς συγκινεί και να μάς αγκαλιάζει με το άρωμά του. Την ευχαριστούμε, από καρδιάς.

 

 

 

Κλεοπάτρα Σκαλτσά, φιλόλογος

 

 

Αφήστε μια απάντηση

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.