You are currently viewing Γιώργος Κ. Μιχαηλίδης: Νικόλας Κουτσοδόντης, Μόνο Κανέναν Μη Μου Φέρεις Σπίτι, εκδ. Θράκα. 2021

Γιώργος Κ. Μιχαηλίδης: Νικόλας Κουτσοδόντης, Μόνο Κανέναν Μη Μου Φέρεις Σπίτι, εκδ. Θράκα. 2021

Αθηναϊκό Μπλουζ.

 

Η ποίηση κουβαλά τις αμαρτίες του παρελθόντος μας, κι εκεί βρίσκεται η βαθύτερη ρίζα της ποίησης: η αναζήτηση του εαυτού μέσα στην ιστορία, στην εντύπωση, στο δράμα που προκαλούν τα συμπλέγματα των αισθήσεων του ποιητή. Αυτός ο ηδονισμός δεν αποτελεί μόνο μιαν ατομική ανάγκη ενός ιδιότυπου ή ιδιότροπου ανθρώπου για προσωρινή δικαίωση, αλλά και μια συλλογική ανάγκη για νέες σημασίες και νοήματα, τα οποία κρυβόντουσαν στον κόσμο της νύχτας, στα απόμερα σοκάκια στον Πειραιά, κοντά στο Πασιλιμάνι, όπου οι εραστές κρύβονται, κρατιούνται απ’ τα πάθη τους μέσα στα μικρά διαμερίσματα της Μαυροκορδάτου ή σαν αρουραίοι της νύχτας προσπαθούν να βρουν γύρω απ’ τις αποθήκες του λιμανιού να δουν το φως –μάταια, όμως–, όπως περιγραφεί  o Nικόλας Κουτσοδόντης στην ποιητική συλλογή, Μόνο Κανέναν Μη Μου  Φέρεις Σπίτι, στο ποίημα, Περαία:

«ΠΕΡΑΙΑ

Πρώτα μας διώξανε απ’ τους μόλους

Κατά μήκος στον μολυβογάλαζο Περαία.

 

Τα φανάρια πιο κάτω σώμα λιμενικό κι ελάχιστοι

περαστικοί σε αυτοκινητάδα σαββατιάτικη

και δεν υπήρξε μέχρι τότε άγγιμα

ούτε μιαν άκρη δάχτυλο στο πρόσωπό μου

με όλα τα κλειστά λύκεια του Ιουλίου

στα ζυγωματικά

 

Σουρούπωνε

πίσω απ’ τις σιδεριές μέσα στα ψόφια χόρτα

παίζαν πιτσιρίκια ημίγυμνα μ’ ένα πληντύριο

που ξέρναγε σκουριά δίπλ στο ξύλινο βαγόνι

και τον καταυλισμό

 

Δεν υπήρχε να κρυφτούμε

ώς και των υποψηφίων οι αφίσες

πασαλειμμένες με αλάτι

γνώριζαν:

 

Αυτοί δε θέλονται!».[1]

 

Αυτό το ευαίσθητο πλησίασμα στην πραγματικότητα αποκαλύπτει τμηματικά μια ζωή που έχει συνετεθεί, αλλά ουδέποτε συντελεστεί. Όπου κι αν βρίσκεται  ο ποιητής, πολεμά να ξεφύγει απ’ το παρελθόν του, διότι ο εφιάλτης των λιμανιών του Πειραία, της Αίγινας, της Σαλαμίνας, ο εφιάλτης της αρχαίας πόλεως των Αθηνών με τον ανήμπορο Κεραμεικό που δεν προσφέρεται για τίποτε άλλο από χυδαίο τουρισμό, της Τεχνόπολης στο Γκάζι που θυμίζει τα Γραπτά ή προσωπική μυθολογία του Εμπειρίκου,[2] της ερημιάς στην Καλλιθέα όπου η Παναγία Ελεούσα μαζεύει ακόμα ανθρώπινα μέλη απ’ τα πεζοδρόμια της‧ ένας εφιάλτης που φέρνει η ποίηση και ο ποιητής θέλει να ξεφύγει απ’ αυτήν, διότι αποτελεί χάπι μοναξιάς, υποκατάστατο συντρόφου στον κόσμο που τον περιτριγυρίζει με μορφές φλύαρων γειτόνων, ανάδελφων φίλων κι ανέραστων εραστών.

Για αυτό συνομιλεί και συνδιαλέγεται με φιγούρες με τις οποίες συγγενεύει και τον συγκινούν, όπως  του Χάρι Χέι, του Φράνσις Σκίνερ, της Έρθα Κιτ, του Μαρίνους Βαν Ντερ Λούμπε, της Ανν Τζένκιν, του στρατάρχη Αχρομέγιεφ, όμως στην έβδομη επίσκεψη, στην επίσκεψη της Δημιουργίας, θα βρει τον εαυτό του και μάλιστα ονομάζει αυτήν την επίσκεψη, Τηγανόψωμο:

«ΤΗΓΑΝΟΨΩΜΟ

Είμαι το τηγανόψωμο που συνοδεύει

την εθνική λογοτεχνία

μια καρδιά χειμωνιάτικη σούπα

στη μελαγχολία των σουπλά της γροθιάς μου

βγαίνουν συνθήματα

σοσιαλιστικά

 

είμαι νεαρός και ιδρωμένος

στις απογευματινές ακαδημίες ποδοσφαίρου

είμαι ζωντανός πλάκες τεκτονικές

που σμίγουν

όταν χαμογελώ δε βγαίνει

απ’ τις καγκελόπορτές μου

μουσούδι σκύλου

μα θα ‘ θελα πιο απλά να κλάψω

με τούφες μαλλιά σαν πεσμένα δέντρα

που φράζουν το ποτάμι».[3]

Ο Νικόλας Κουτσοδόντης προσπαθώντας γεμάτος ελπιδα να γραπώσει τις καθημερινές αντιφάσεις μ’ ένα νηφάλιο βλέμμα, σαν εκείνο του Σάντρο Πέννα, δείχνοντας ότι η ποίηση είναι συλλογική συνομωσία για την απελευθέρωση του Έρωτα στο φως των αστεριών, δηλαδή τους δεσμούς ηδονής που δίνει στην Ιστορία πρόσωπο,  που δίνει στον Άνθρωπο πρόσωπο. Η φωνή του κραυγή που του επιτρέπει να βλέπει όλη την ζωή του σαν μιάν αστραπή, δίνοντας μια ιδιαίτερη αίσθηση, μια βαθιά γνώση της συγκινησιακής πλευράς του ποιητή, η οποία καλύπτει  την απόσταση ανάμεσα στη νεότητα και την ωριμότητα, καθώς ταυτόχρονα αποκαλύπτει όσα η νιότη του δίδαξε, όσα του δίδαξε η ταπείνωση του Έρωτα και οι αγώνες της απελεύθερωσής του– η καλύτερη και συντομότερη οδός για αυτογνωσία και μεγαλεία.

Κλείνοντας ο Νικόλας Κουτσοδόντης απαντά στην ερώτηση του Γκάτσου στην Ελλαδογραφία:

«Πότε θ’ ανθίσουνε τούτοι οι τόποι;

Πότε θα `ρθούνε κανούργιοι ανθρώποι

να συνοδεύσουνε την βλακεία

στην τελευταία της κατοικία;».[4]

Ο τρόπος απάντησής του Νικόλα Κουτσοδόντη: να αποτινάξουμε τις αμαρτίες του παρελθόντος, να μετουσιώσουμε τον πόνο μας σε συλλογική φωνή διαμαρτυρίας στα κακώς κείμενα της κοινωνίας, να κάνουμε τις νύχτες φωτεινές κα τον Έρωτα μαγεία από το εκμαγείο της ποίησης– ακόμα κι όταν δεν το αντέχουμε, αλλά κατά βάθος το φθονούμε.

 

 

 

Ο Γιώργος Κ. Μιχαηλίδης είναι μεταπτυχιακος φοιτητής Φιλοσοφίας, μεταφραστής και υπεύθυνος της γραμματείας του Ινστιτούτου Φιλοσοφίας, ΙWPR(Institute for World Philosophical Research).

 

 

[1] Νικόλας Κουτσοδόντης, Μόνο Κανέναν Μη Μου Φέρεις Σπίτι (Λάρισα: Θράκα, 2021, 27.

[2] Βλ. Κεφ. «ΕXCELSIOR Ή ΤΟ ΡΟΔΟΝ ΤΟΥ ΙΣΠΑΧΑΝ» στο Ανδρέας Εμπειρίκος, Γραπτά ή προσωπική μυθολογία (1936–1946) (Αθήνα:Δίφρος, 1974).

[3] Κουτσοδόντης, Μόνο Κανέναν Μη Μου Φέρεις Σπίτι, 49. Επίσης, ο αναγνώστης θα καταλάβει περισσότερο για το εν λόγω ποίημα, αν το διάβασει αντιστικτικά με το ποίημα, Τηγανόλαδο. Στο ίδιο, 18.

[4] Νίκος Γκάτσος και Μάνος Χατζιδάκης, «Ελλαδογραφία» στο Παράλογα, Bινύλιο (Αθήνα: Lyra,1976)

Αφήστε μια απάντηση

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.