You are currently viewing Κώστα Ξ. Γιαννόπουλου: Ράντγιαρντ Κίπλινγκ, ένας συντηρητικός βικτωριανός συγγραφέας

Κώστα Ξ. Γιαννόπουλου: Ράντγιαρντ Κίπλινγκ, ένας συντηρητικός βικτωριανός συγγραφέας

Είναι πάντα δύσκολο να προσδιορίσεις το προφίλ ενός συγγραφέα. Ακόμα δυσκολότερο να επιχειρήσεις να τον κατατάξεις στην τεχνοτροπία που θα του ταίριαζε περισσότερο.

Οι συγγραφείς συνήθως, αν πρόκειται για συγγραφείς που αξίζει να κάνει λόγο κανείς, ξεφεύγουν από τις κατηγοριοποιήσεις. Οι τελευταίοι προσφέρουν ένα μονοπάτι για να ξεκινήσει αυτός που θ’ ασχοληθεί μαζί τους, ή ένα μίτο για να αρχίσει να τον ξετυλίγει.

Για τον Κίπλινγκ θα μπορούσε να πει κάποιος, αυθορμήτως, πως είναι συγγραφέας για παιδιά παίρνοντας υπόψη του το Βιβλίο της Ζούγκλας και από τους πολλούς χαρακτήρες που επινόησε σε παιδικές ιστορίες και έγιναν πασίγνωστοι και δημοφιλείς: Μόγλης, Μπαγκίρα, Σιρ Χαν, Ακέλας και πλήθος άλλων. Άλλος κρίνοντας από τις ινδικές ιστορίες του – που έχει μεταφράσει πολύ επιτυχημένα στα ελληνικά ο Κοσμάς Πολίτης – θα έλεγε πως είναι συγγραφέας εξωτικών ή ακόμα περιπετειωδών ή ταξιδιωτικών ιστοριών, όπου συγκέντρωσε τις εντυπώσεις που αποκόμισε από πολλές κουλτούρες και ανθρώπους με διαφορετικό χρώμα δέρματος, άλλες θρησκείες, νοοτροπίες και συνήθειες  στα πολλά  ταξίδια που έκανε.

Έγινε πασίγνωστος και διαβάστηκε πολύ από μικρούς και μεγάλους, αν και δεν περιορίστηκε μόνο στη συγγραφή παιδικών βιβλίων και παραμυθιών.

Το διήγημά του Ο Άνθρωπος που θα γινόταν βασιλιάς[αγαπημένη ιστορία του Προυστ και του Φώκνερ], είναι μια συναρπαστική ιστορία εποχής που ξεφεύγει από τα όρια αυτών που αναφέραμε. Μιλάει για δύο απατεώνες πρώην στρατιωτικούς στη Βρετανική Ινδία του 19ου αιώνα, οι οποίοι ταξιδεύουν προς μια απόμακρη περιοχή του Αφγανιστάν και καταλήγουν να αποκτήσουν το δικό τους βασίλειο.

Έγραψε ακόμη μυθιστορήματα επιστημονικής φαντασίας και ποιήματα για τους στρατιώτες που πολέμησαν για τη δόξα της Βρετανικής Αυτοκρατορίας. Ο γιός του μάλιστα σκοτώθηκε πολεμώντας, αλλά ο Κίπλινγκ ύμνησε την ανδρεία των στρατιωτών, τον ηρωισμό τους και υποστήριξε την αποικιοκρατική πολιτική της χώρας του, της Βρετανίας.  Ο Όργουελ τον χαρακτήρισε «προφήτη του βρετανικού ιμπεριαλισμού». Και συμπλήρωνε χαρακτηριστικά παλινδρομώντας: «Λάτρευα τον Κίπλινγκ στα 13, τον μισούσα στα 17, τον απολάμβανα στα 20, τον περιφρονούσα στα 25 και τώρα μάλλον τον θαυμάζω πάλι».

Ωστόσο ο Τζαβαχαρλάλ Νεχρού, ο πρώτος πρωθυπουργός της ανεξάρτητης Ινδίας, περιέγραφε πάντα το βιβλίο του Κίπλινγκ, Κιμ, ως το αγαπημένο του βιβλίο.

 

Ο Ράντγιαρντ Κίπλινγκ περνούσε μεγάλα διαστήματα της ζωής του στη Νότιο Αφρική, όπου ανέπτυξε ιδιαίτερη φιλία με τον μεγιστάνα των διαμαντιών και πολιτικό Σέσιλ Ρόουντς (1853-1902). Η σχέση αυτή καλλιέργησε τις ιμπεριαλιστικές πεποιθήσεις του οι οποίες μεγάλωναν με το πέρασμα του χρόνου.

Αρκετοί μελετητές του έργου του επισημαίνουν ότι δεν θα πρέπει να απορρίψει κανείς τις πεποιθήσεις του αυτές με ευκολία δεδομένου ότι διαπνεόταν με μία πραγματική πίστη στην αποστολή του πολιτισμού στην εποχή της ακμής της Βρετανικής Αυτοκρατορίας, η οποία απαιτούσε από κάθε Άγγλο και γενικότερα κάθε Λευκό να μεταφέρει τον ευρωπαϊκό πολιτισμό στους άγριους ιθαγενείς του μη πολιτισμένου κόσμου.

Ο Kipling είναι ένας διάσημος άνδρας, αλλά επίσης και ένας απόκρυφος άνθρωπος», λέει ο Χ. Λ. Μπόρχες, «Η κριτική δεν προφέρει το όνομά του με τον ευλαβικό εκείνο τόνο που επιφυλάσσει στον Joyce ή στον Henry James. Σε τι οφείλεται ο συγκαταβατικός αυτός τόνος, αυτή η σχεδόν παραγνώριση; Το γεγονός αυτό, που δεν έπαψε ποτέ να με εκπλήσσει, μπορεί να εξηγηθεί ως εξής: κατά σύμπτωση, ο Kipling έγραψε για παιδιά, και όποιος γράφει για παιδιά υπόκειται στον κίνδυνο το περιστατικό αυτό να παραφθείρει την εικόνα του».

Παρόλα αυτά παραμένει ένας από τους πιο δημοφιλείς συγγραφείς στην Αγγλία, τόσο στην πεζογραφία όσο και στο στίχο, στα τέλη του 19ου και στις αρχές του 20ου αιώνα. Ο Χένρι Τζέιμς είπε ότι ο Κίπλινγκ είναι ο πιο ολοκληρωμένος ιδιοφυής άνθρωπος που γνώρισε ποτέ.

Το 1907, απονεμήθηκε στον Κίπλινγκ το Βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας. Έξι μόλις χρόνια μετά τη θεσμοθέτησή τους το 1901 και ήταν ο πρώτος αγγλόφωνος παραλήπτης του βραβείου. Εκείνη τη χρονιά ήταν μόλις 42 ετών δηλαδή ένας από τους νεότερους βραβευθέντες με αυτή την υψηλή διάκριση. Κατά την τελετή της απονομής στη Στοκχόλμη, η Σουηδική Ακαδημία εξήρε τόσο τον Κίπλινγκ όσο και τους τρεις αιώνες Αγγλικής λογοτεχνικής παράδοσης που εκπροσωπούσε:

 

[…] Ο Κίπλινγκ μάς έχει δώσει περιγραφές πολλών διαφορετικών χωρών σε έντονες αποχρώσεις. Είχε πάντα, σε όλους τους τόπους, ένα ανδροπρεπές ιδανικό μπροστά του: πάντα να είναι «έτοιμος, αενάως έτοιμος στην κλήση του καθήκοντος» και στη συνέχεια, εν ευθέτω χρόνω, να «πάει στο Θεό σαν στρατιώτης».

Αν και θα έλεγε κανείς πως τα πολλά ταξίδια που είχε πραγματοποιήσει του είχαν ανοίξει τους ευρείς ορίζοντες του κοσμοπολιτισμού, έμοιαζε περισσότερο με ερημίτη ή ακόμα με φυλακισμένο. Είχε επισκεφτεί τον Καναδά, τις ΗΠΑ, την Ιαπωνία, τη Βραζιλία, την Κεϋλάνη, τη Νότια Αφρική. Γεννήθηκε στην Ινδία, αλλά όταν ήταν έξι χρονών οι γονείς του επαναπατρίστηκαν κι όταν ξαναγύρισαν στην Ινδία άφησαν πίσω τους τον μικρό Ράντγιαρντ για πέντε χρόνια σε μία «οικογενειακή εστία» στο Σάουθσι. Τις φρικτές εμπειρίες του εκεί τις περιέγραψε στην ιστορία Μπε, μπε, το Μαύρο Πρόβατο(1888). Στη συνέχεια μπήκε εσωτερικός σ’ ένα δεύτερης διαλογής σχολείο στο βόρειο Ντέβον, που προετοίμαζε τους μαθητές του για το Στρατό. Τη δύσκολη ζωή του στο ιδιότυπο αυτό σχολείο αποτύπωσε στη συλλογή διηγημάτων Στόκι και Σία (1899). Μετά την αποφοίτησή του ξαναγύρισε στην Ινδία το  (1882) και εργάστηκε επτά χρόνια ως δημοσιογράφος.

Έγινε γρήγορα διάσημος όχι μόνο για τις καταπληκτικές ιστορίες του αλλά και τους στίχους του. Ωστόσο στην αυτοβιογραφία του, που δημοσιεύτηκε 65 χρόνια αργότερα, ο Κίπλινγκ θυμάται τη διαμονή του στο σχολείο που τον είχαν βάλει οι δικοί του με φρίκη και αναρωτιέται ειρωνικά μήπως ο συνδυασμός της σκληρότητας και της παραμέλησης που έζησε εκεί επιτάχυνε την έναρξη της λογοτεχνικής του ζωής: «Αν ανακρίνεις ένα παιδί επτά οκτώ ετών για τις δραστηριότητές του της ημέρας – ιδίως όταν νυστάζει και θέλει να κοιμηθεί – θα πέσει σε αντιφάσεις. Αν κάθε αντίφαση εκληφθεί ως ψέμα και ανακοινωθεί την ώρα του πρωινού, η ζωή δεν είναι εύκολη […] Αυτό με έκανε όμως να δίνω ιδιαίτερη προσοχή στα ψέματα, που πολύ σύντομα διαπίστωσα ότι ήταν αναγκαίο να λέω. Και αυτό, υποθέτω, ήταν το θεμέλιο της λογοτεχνικής προσπάθειας».

Το αποτέλεσμα αυτών των πρώιμων  αντιπαιδαγωγικών εμπειριών ήταν να διαμορφώσει μια προσωπικότητα επιφυλακτική, καχύποπτη και εσωστρεφή. Υπήρξε δυστυχισμένος άνθρωπος στη συνέχεια της ζωής του ιδίως μετά το χαμό του γιού του. Σ’ ένα ποίημά του  με τίτλο Ύμνος στο φυσικό πόνο εγκωμιάζει την ικανότητα του πόνου να σβήνει και να ακυρώνει τις τύψεις, τη θλίψη και τις δυστυχίες του πνεύματος. Έμοιαζε να είναι ένας απελπισμένος άνθρωπος. Ο ίδιος παραδεχόταν πως ήταν ικανός να νιώσει μίσος που δεν λησμονούσε εύκολα, αλλά δεν το μετασχημάτιζε σε εκδικητικές πράξεις, αλλά το άφηνε να θεριεύει μέσα του και να του δαγκώνει την καρδιά. Δεν γνωρίζουμε αν είχε και πολλές φιλίες  με ομότεχνους ή μη. Για αυτόν ίσχυε θαυμάσια η ρήση του Όσκαρ Ουάιλντ: «Η φιλία είναι πολύ πιο τραγική από τον έρωτα. Διαρκεί περισσότερο». Ο πιο στενός του φίλος, ένας Αμερικανός, πέθανε πολύ νέος. Ο Χένρυ Τζέιμς ενώ τον επαινούσε στην αρχή κάποια στιγμή άρχισε να τον κρίνει δημοσίως. Αλλά σαν άνθρωπος του κόσμου που ήταν συνέχισε να έχει φιλικές σχέσεις και με τον Κίπλινγκ αλλά και τη γυναίκα του, αδελφή του χαμένου φίλου του «μια γυναικούλα σκληρή, θρησκευόμενη, χωρίς ιδιαίτερο χαρακτήρα, χωρίς κάποιο ενδιαφέρον».

«Ο Κίπλινγκ δε σήκωνε αστεία. Απεχθανόταν κάθε ανάμειξη στην προσωπική του ζωή, απέφευγε τις φωτογραφίες, αρνιόταν να εκφράσει γνώμη για τα έργα των συγχρόνων του και δεν ξέρουμε ποιους λογοτέχνες προτιμούσε και δεν δεχόταν να μιλήσει για θέματα που δεν τον ενδιέφεραν», λέει ο Χαβιέρ Μαρίας στο γνωστό βιβλίο του  Γράφοντας για τις ζωές των άλλων. Ενώ μια θεία του είχε επισημάνει ότι ως παιδί ήταν εξοργιστικός, αφού όταν θύμωνε τσίριζε ασταμάτητα. Σ’ ένα καυγά με τον κουνιάδο του που  απείλησε να «τον σκοτώσει», ο Κίπλινγκ μίλησε γι’ αυτό στην αστυνομία και ο ατυχής κουνιάδος βρέθηκε στη φυλακή.

Ο Κίπλινγκ δεν ήταν ματαιόδοξος ή φαντασμένος άνθρωπος. Ήταν προσκολλημένος στο καθήκον εξαιτίας του δεσποτισμού του που αποτυπώθηκε στο διάσημο ποίημα του Αν που τον έφερε αντιμέτωπο με το αγαπημένο του κοινό, τα παιδιά που τον αποδοκίμαζαν, όταν επισκεπτόταν το σχολείο τους, επειδή εξαναγκάζονταν να  αντιγράφουν το ποίημα ως τιμωρία.

 

αν μπορείς να υποτάξεις πνεύμα, σώμα και καρδιά

[…]

αν μπορείς όταν σε βρίζουν να μην βγάζεις τσιμουδιά,

αν μπορείς στην καταιγίδα να μη χάνεις την ελπίδα,

κι αν μπορείς να συγχωρήσεις όταν σ’ έχουν αδικήσει,

 

αν μπορέσεις τ’ όνειρό σου να μη γίνει ο όλεθρός σου,

κι αν μπορέσεις ν’ αγαπήσεις όσους σ’ έχουνε μισήσει,

αν μπορείς να είσαι ο ίδιος στην χαρά και στην οδύνη,

αν η πίστη στην ψυχή σου μπρος σε τίποτα δεν σβήνει,

[…]

Όπως φαίνεται πρόκειται για ένα ενοχλητικά διδακτικό και παραινετικό ποίημα που δοξάζει μια μάλλον υποταγμένη νοοτροπία ενός τόσο τέλειου σε όλα ανθρώπου που μπορεί να κατακτήσει τον κόσμο.

Αντίθετα ο Βάρναλης, με τη σατιρική φλέβα που διέθετε σκάρωσε μια ανηλεή και ξεκαρδιστική παρωδία:

[…]

κι αν το κακό, που πας να κάνεις, δεν το αναβάλλεις

κι αν σ’ όσα ψέματα σου λεν με πιότερ’ απανταίνεις·

κι αν να μισείς ευφραίνεσαι κι όσους δε σε μισούνε

κι αν πάντα τον πολύξερο και τον καλόνε κάνεις.

[…]

αν, ό,τι γράφεις κι ό,τι λες, το ξαναλέν κι οι άλλοι

γι’ αληθινό — να παγιδεύουν τον κουτό κοσμάκη·

αν, λόγια κι έργα σου καπνόν ο δυνατός αέρας

τα διαβολοσκορπά, και συ ξαναμολάς καινούριον.

[…]

αν στέκεις πάντα δίβουλος και πάντα σου σκυμμένος

κι όταν φωνάζουν οι άλλοι «εμπρός» ! εσύ φωνάζεις «πίσω» !

[…]

και μόνο αν κάνεις το κακό, η ψυχή σου γαληνεύει,

δικιά σου θα ’ναι τούτ’ η Γης μ’ όλα τα κάλλη που ’χει

κι έξοχος θα ’σαι Κύριος, αλλ’ Άνθρωπος δε θα ’σαι!

 

Σύμφωνα με το αγγλικό περιοδικό Masonic Illustrated, ο Κίπλινγκ έγινε μασόνος περίπου το 1885, πριν από τη συνήθη ελάχιστη ηλικία των 21. Μυήθηκε στη Στοά Ελπίδας και Εγκαρτέρησης Νο 782 στη Λαχόρη. Αργότερα έγραψε στους Times: «Για μερικά χρόνια ήμουν Γραμματέας της Στοάς…, που περιελάμβανε Αδελφούς τουλάχιστον τεσσάρων δογμάτων. Μπήκα [ως μαθητευόμενος] από έναν Βραχμάνο Ινδό, πέρασα [στο βαθμό του Εταίρου] από έναν Μωαμεθανό και ανέβηκα [στο βαθμό του Διδάσκαλου] από έναν Άγγλο. Ο Εξωτερικός Φρουρός ήταν Ινδός Εβραίος».

Ο Κίπλινγκ συνέχισε να γράφει μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 1930, αλλά με βραδύτερο ρυθμό και με πολύ λιγότερη επιτυχία απ’ ό,τι πριν. Πέθανε σε ηλικία 71 ετών από διάτρητο πεπτικό έλκος στις 18 Ιανουαρίου του 1936. Πριν το θάνατό του, ένα περιοδικό είχε ανακοινώσει εσφαλμένα το θάνατο του Κίπλινγκ και ο συγγραφέας έγραψε στο περιοδικό: «Μόλις διάβασα ότι είμαι νεκρός. Μη ξεχάσετε να με διαγράψετε από τη λίστα των συνδρομητών».

Ανάμεσα στους ανθρώπους που σήκωσαν το φέρετρο του Κίπλινγκ ήταν ο ξάδελφός του και πρωθυπουργός του Ηνωμένου Βασιλείου, Στάνλεϊ Μπάλντουιν, ενώ το μαρμάρινο φέρετρο ήταν καλυμμένο με τη βρετανική σημαία. Ο Κίπλινγκ αποτεφρώθηκε και οι στάχτες του θάφτηκαν στη Γωνιά των Ποιητών, μέρος του νότιου εγκάρσιου κλίτους του Αββαείου του Ουέστμινστερ, δίπλα από τους τάφους του Κάρολου Ντίκενς και του Τόμας Χάρντι.

Κώστας Γιαννόπουλος

Ο ΚΩΣΤΑΣ Ξ. ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ είναι δημοσιογράφος και συγγραφέας. Συνεργάστηκε για μια πενταετία με την εφημερίδα «η Εποχή» (όπου διατηρούσε τη στήλη'Περίτεχνα' και έφτιαχνε σκίτσα) και με το περιοδικό ‘''Στίγμα''’ από την ίδρυση του ως την αναστολή της έκδοσής του. Υπήρξε, επίσης, σύμβουλος του Πολιτισμικού Οργανισμού του Δήμου Αθηναίων όπου οργάνωσε ''5 συζητήσεις για ποίηση σαν παρτίδες πόκερ''Δημοσίευσε βιβλιοκριτικές στην «Καθημερινή» και στη «Νέα Εστία», παρουσίασε στο Γ΄ Πρόγραμμα της ΕΡΑ εκπομπές με ελληνική μελοποιημένη ποίηση, και αρθρογράφησε στο περιοδικό «Γαλέρα» καθώς και στα περιοδικά ''Νέο επίπεδο'' και ''Διαβάζω'' Εξέδωσε μια μονογραφία για τον Περικλή Γιαννόπουλο και μια μυθιστορηματική βιογραφία για τον Μιχαήλ Μητσάκη. Έχει γράψει ακόμη ένα θεατρικό μονόλογο και ένα βιογραφικό δοκίμιο για τον Κ. Γ. Καρυωτάκη, τα οποία είναι ανέκδοτα. Δημοσίευε στο περιοδικό «Ιστορία εικονογραφημένη» και συνεργάζεται με το περιοδικό δρόμου, ΣΧΕΔΊΑ ενώ είναι αρχισυντάκτης του Στρόβιλος.gr.

Αφήστε μια απάντηση

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.