«Ο ποιητής είναι πρώτα απ’ όλα άνθρωπος, ύστερα πολίτης του κόσμου, παιδί της εποχής του».
«Αλίμονο σ’ εκείνους που μάχονται την κοινωνία που γίνονται αμετανόητα εχθροί της. Η κοινωνία είναι η ανώτερη μορφή ζωής και η ζωή απαιτεί πλήρη υποταγή, πλήρη αναγνώρισή της από τον άνθρωπο ή συντρίβει τον απείθαρχο κάτω από το ασήκωτο βάρος της γιγάντιας πυγμής της». Βισσαρίον Μπελίνσκι

Αν και ήταν αγρίως, καθώς λένε, ασταθής κανείς δεν αμφισβητούσε την ακεραιότητα, την εντιμότητα, την κοινωνική ηθική του, όπως και την δυτικοφιλία του, τον προοδευτισμό του, καθώς και την πεποίθησή του πως η Ρωσία της εποχής του έπρεπε να βαδίσει το δρόμο του διαφωτισμού, επειδή η κατάσταση της τσαρικής Ρωσίας είχε καταντήσει αφόρητη. Προσδοκούσε να είναι όχι μόνο λογοτεχνικός αναμορφωτής αλλά και κοινωνικός. Ανήκε στην φιλελεύθερη προοδευτική τάση των διανοουμένων – που στην εποχή του δεν είχε τη σημερινή εκφυλισμένη έννοια.
Ρώσικη λογοτεχνία.
«Αυτό που κυρίως τον ενδιέφερε», υποστηρίζει ο βιογράφος του Ντοστογιέφσκι Μαξιμίλιαν Μπράουν, «ήταν να εκμεταλλευτεί την υποβλητική επενέργεια της τέχνης για μια εκ θεμελίων αλλαγή των συνθηκών της ζωής στη Ρωσία»της εποχής του. δεν είχε στο νου του μια στρατευμένη λογοτεχνία – με την τρέχουσα σημασία του όρου -, γιατί ήξερε πως κανείς δεν μπορούσε να τη θέσει στην υπηρεσία ενός μη καλλιτεχνικού προγράμματος. «Σκοπός του», συνεχίζει ο Μπράουν, «μια σύνθεση των αυτόνομων κανόνων της τέχνης και των απαιτήσεων της κοινωνικής και ανθρωπιστικής προόδου». Πίστευε δηλαδή πως η πρόοδος δεν έρχεται σε αντίθεση με τους αυτόνομους καλλιτεχνικούς κανόνες.
Ο Μπελίνσκι υπήρξε εκπρόσωπος μιας «αριστερής προοδευτικής παράταξης» διανοουμένων που έμελλε να επηρεάσει αποφασιστικά την εξέλιξη της ρωσικής λογοτεχνίας στις γενιές που ακολούθησαν.

Εργάσθηκε κυρίως ως κριτικός λογοτεχνίας, επειδή το πεδίο αυτό λογοκρινόταν λιγότερο από ό,τι οι πολιτικές φυλλάδες. Συμφωνούσε με τους σλαβόφιλους ότι η κοινωνία είχε προτεραιότητα έναντι του ατομικισμού, αλλά επέμενε ότι η κοινωνία έπρεπε να επιτρέπει την έκφραση των ατομικών ιδεών και δικαιωμάτων. Αντιτάχθηκε έντονα στους Σλαβόφιλους για τον ρόλο της Ορθοδοξίας, την οποία θεωρούσε ανάδρομη δύναμη. Έδωσε έμφαση στη λογική και στη γνώση, και επιτέθηκε στην απολυταρχία και τη θεοκρατία.
Ο Μπελίνσκι δεν ανήκει στους διανοητές που απερίσπαστοι από τη βιοτική μέριμνα καταγίνονται με το στοχασμό, τη συγγραφή βιβλίων και την ανάπτυξη θεωριών. Έγραφε, βασανιζόμενος πάντα από την ανησυχία του βιοπορισμού. Ο ίδιος δεν τύπωσε κανένα βιβλίο, ωστόσο η ακατάπαυστη συγγραφική παραγωγή του σε εφημερίδες και περιοδικά περιλαμβάνει δώδεκα τόμους. Τα δεκαοκτώ χρόνια από τα μόλις τριανταεπτά που έζησε, έγραψε άρθρα, κριτικά σημειώματα σε έντυπα της εποχής, έκρινε ποιήματα, μυθιστορήματα, μελέτες, ακόμα και καζαμίες, ονειροκρίτες και οδηγούς μαγειρικής. Οποιουδήποτε είδους γραπτό μπορούσε να του αποφέρει μερικά χρήματα. Ήταν ίσως ο πρώτος προλετάριος της λογοτεχνίας.
Ο Μπελίνσκι δεν διέθετε κάποιο φιλολογικό σύστημα ή κάποια αποκρυσταλλωμένη αντίληψη για τη λογοτεχνία ή γενικότερα την τέχνη, ούτε είχε διαμορφώσει μια ορισμένη φιλοσοφική αντίληψη γι αυτήν. Ωστόσο τα πληθωρικά γραπτά του ανέδιδαν αγωνιστικότητα και υψηλό ήθος.

Μη ξεχνάμε πως δεν διέθετε πτυχία – δεν είχε τελειώσει το γυμνάσιο, δεν είχε ολοκληρώσει τις πανεπιστημιακές του σπουδές[αφού από το πανεπιστήμιο τον είχαν διώξει λόγω απουσιών εξαιτίας της φυματίωσης από την οποία έπασχε ] και δε γνώριζε ξένες γλώσσες πλην μια πλημμελούς γνώσης γαλλικών. Εκτός από προλετάριος ήταν και αυτοδίδακτος. Ο Μπελίνσκι ήταν παθιασμένος άνθρωπος, αν και καχεκτικός εξαιτίας της φυματίωσης , διέθετε καταπληκτική ευστροφία κι ήταν ρωμαλέο πνεύμα. Επιπλέον ήταν αδιάλλακτος στις απόψεις του και είχε προβλήματα με τη λογοκρισία αν και δεν έγραφε πολιτικά κείμενα.
«Η φύση μ’ έκανε να γαβγίζω σαν το σκυλί, να ουρλιάζω σαν το τσακάλι, αλλά οι περιστάσεις μ’ αναγκάζουν να νιαουρίζω σαν τη γάτα, να στριφογυρίζω την ουρά σαν την αλεπού», έγραφε χαρακτηριστικά όταν αναγκαζόταν να χαμηλώσει τους τόνους μπροστά στον κίνδυνο να συλληφθεί από την τσαρική αστυνομία.
Ο τρομερός Μιχαήλ Μπακούνιν, ο περιβόητος αναρχικός, που ήταν φίλος του, τον προέτρεπε από το Παρίσι όπου βρισκόταν να εγκαταλείψει τη Ρωσία – «γιατί δε θ’ αργήσουν να σε κάψουν οι αστραπές που αναγκάζεσαι να πνίγεις μέσα σου». Αλλά ο Μπελίνσκι ήταν τόσο δεμένος με τη ρωσική γη που του ήταν αδύνατον να φανταστεί τον εαυτό του μακριά απ’ αυτήν.
«Όταν το χτύπημα άγγιζε τις ιερές πεποιθήσεις του», λέει γι αυτόν ο Γκέρτσεν, «κι έπαιρναν να τρέμουν τα μούσκουλα του προσώπου κι η φωνή του να πιάνεται – τότε να βλέπατε τον Μπελίνσκι, σαν πάνθηρας χυμούσε πάνω στον αντίπαλο, τον έκανε κομμάτια τον έκανε γελοίο και αξιοθρήνητο και με απίστευτη δύναμη και αφάνταστη ποίηση ξεδίπλωνε ταυτόχρονα τη σκέψη του. πολύ συχνά η μάχη τελείωνε με αίμα που ανέβαινε από τα άρρωστα πνευμόνια του. Ωχρός με το βλέμμα καρφωμένο στον αντίπαλο, έφερνε με το χέρι να τρέμει το μαντίλι στο στόμα και σταματούσε συγκλονισμένος, χτυπημένος θανάσιμα από το ανίσχυρο κορμί του».
Βισσαρίον μαινόμενος. Να ένα πιστό πορτραίτο του Μπελίνσκι.
Τρεφόταν από τη διαρκή αναζήτηση, την αδιάκοπη αλλαγή: «Κάθε μέρα σχεδόν αφήνω πίσω μου κάποια ξεπερασμένη ιδέα. Δεν είναι στο χαρακτήρα μου να κολλήσω σε μια στενοκέφαλη σκέψη, να νιώθω μαζί της ικανοποιημένος». «Αν πάρουμε την ιδεολογική εξέλιξη του Μπελίνσκι στις ακραίες στιγμές της θα δούμε να τις χωρίζει άβυσσος. Οι διαφορές μεταξύ τους είναι πραγματικά διαμετρικές», υποστήριζε ο Τσερνισέφσκι.
Ο Μπελίνσκι έπαιξε έναν από τους βασικούς ρόλους στην αναγνώριση του ποιητή και εκδότη Νικολάι Α. Νεκράσωφ και του δημοφιλούς περιοδικού Σοβρεμένικ.
Ο Μπελίνσκι γεννήθηκε στο Σβιάμπορι, μέρος του σημερινού Ελσίνκι, και έζησε στη μικρή πόλη Τσεμπάρ στο Όμπλαστ της Πένζα, πόλη που σήμερα φέρει το όνομά του προς τιμή του: Μπελίνσκι.
Στη Μόσχα δημοσίευσε τα πρώτα του διάσημα άρθρα, αλλά στην Πετρούπολη εξελίχθηκε σε έγκυρο κριτικό και εκδότη δύο μειζόνων φιλολογικών περιοδικών: του Οτέτσεστβενιεζαπίσκι (= «Σημειώσεις της Πατρίδας») και του Σοβρεμένικ (= «Ο σύγχρονος»).
«Για μένα, το να σκέφτομαι, να νιώθω, να καταλαβαίνω και να υποφέρω είναι ένα και το αυτό πράγμα», του άρεσε να λέει. Αυτό ήταν βεβαίως πιστό στο ρομαντικό ιδεώδες, στις πεποιθήσεις ότι η πραγματική κατανόηση δεν προέρχεται μόνο από την απλή σκέψη (λόγο), αλλά και από τη διαισθητική ενόραση. Αυτός ο συνδυασμός σκέψεως και συναισθήματος διαπέρασε τη ζωή του Μπελίνσκι.
Προσεταιρίσθηκε πολλή από τη συμβατική φιλοσοφική σκέψη των μορφωμένων Ρώσων, συμπεριλαμβανομένης και της αφηρημένης φιλοσοφίας των Γερμανών ιδεαλιστών και των Ρώσων οπαδών τους, αν και διατήρησε την προοπτική του λογοτεχνικού ρεαλισμού στα κριτικά του κείμενα. Σύμφωνα με τα λόγια του, «Τι είναι για μένα να υπάρχει το Σύμπαν, όταν υποφέρει η ατομική προσωπικότητα;». Κατά τον Γκέρτσεν δύο ήταν οι διανοούμενοι που κατενόησαν τον Χέγκελ: ο Προυντόν κι ο Μπελίνσκι κι ας μην ήξερε λέξη γερμανικά. Βοήθησε αποφασιστικά σ’ αυτό ο Μπακούνιν.
Ο Μπελίνσκι πίστευε ότι το μόνο βασίλειο της ελευθερίας στο κατασταλτικό καθεστώς του Τσάρου Νικολάου Α΄ ήταν εκείνο του γραπτού λόγου. Αυτό που ο Μπελίνσκι απαιτούσε περισσότερο από ένα λογοτεχνικό έργο ήταν η «αλήθεια». Αυτό δεν σήμαινε μόνο μια διερευνητική απεικόνιση της πραγματικής ζωής (μισούσε τα έργα απλής φαντασίας, αποδράσεως ή αισθητισμού), αλλά και δέσμευση σε «αληθινές» ιδέες — τη σωστή ηθική στάση (πάνω από όλα αυτό σήμαινε ανησυχία για την αξιοπρέπεια των ανθρώπων ως ατόμων): Καθώς είπε στον Νικολάι Γκόγκολ (σε μια διάσημη επιστολή), το κοινό «είναι πάντοτε έτοιμο να συγχωρήσει έναν συγγραφέα για ένα κακό βιβλίο [δηλαδή κακό αισθητικά], αλλά ποτέ για ένα ολέθριο [κακό ιδεολογικά και ηθικά]». Ο Μπελίνσκι θεώρησε το πρόσφατο βιβλίο του Γκόγκολ Αλληλογραφία με φίλους ως «ολέθριο», επειδή απαρνήθηκε την ανάγκη «να αφυπνιστεί στους ανθρώπους μια αίσθηση της ανθρώπινης αξιοπρέπειάς τους, της καταπατημένης στη λάσπη και τη βρωμιά για τόσους πολλούς αιώνες».
Ο Φιόντορ Ντοστογιέφσκι διάβασε σε πολλές δημόσιες εκδηλώσεις την επιστολή αυτή του Μπελίνσκι, που ζητούσε τον τερματισμό της δουλοπαροικίας, πράγμα που του κόστισε μια καταδίκη σε θάνατο το 1849 αρχικά, μια ποινή που αργότερα μετατράπηκε σε 4 έτη φυλάκιση στα κάτεργα της Σιβηρίας.
Ο Μπελίνσκι υποστήριζε τη λογοτεχνία με κοινωνική συνείδηση. Χαιρέτισε το πρώτο μυθιστόρημα του Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι,Οι φτωχοί (1845), ωστόσο, ο Ντοστογιέφσκι σύντομα έπαυσε τις επαφές με τον Μπελίνσκι, ο οποίος άλλωστε πέθανε λίγο αργότερα και δεν πρόλαβε να διαβάσει τα κατοπινά μεγάλα έργα του.
Μεγάλες του λογοτεχνικές αγάπες υπήρξαν ο Πούσκιν, ο Γκόγκολ [μια από τις μεγαλύτερες- μέχρι που τον αποκήρυξε όταν βούλιαξε στη δεισιδαιμονία], ο Τουργκένιεφ, ο Γκριμπογιέντωφ, αλλά όπως συνήθιζε να λέει τέσσερα-πέντε ονόματα δεν κάνουν λογοτεχνία.
Ο Αζάια Μπερλίν του καταλόγιζε «αστάθεια», έλλειψη «διορατικότητας» και διανοητικής δύναμης», καθώς και τις αστοχίες του όπως ότι «ο Δάντης δεν ήταν ποιητής», ότι «ο Τζαίημς Φένιμορ Κούπερ ήταν ισάξιος του Σαίξπηρ» κι ο «Οθέλλος ήταν προϊόν μιας βάρβαρης εποχής».

Ωστόσο ο Μπερλίν του αναγνωρίζει ότι: «ανταποκρινόταν σε καθετί το ζωντανό και γνήσιο κι έτσι μετέβαλε την έννοια του κριτικού». Και ακόμα παραδεχόταν πως :
«Η διαρκής επίδραση του έργου του ήταν να αλλοιώσει και να αλλάξει κρίσιμα και ανεπανόρθωτα την ηθική και κοινωνική άποψη των κορυφαίων νεότερων συγγραφέων και στοχαστών της εποχής του. Μετέβαλε την ποιότητα και τον τόνο τόσο της εμπειρίας όσο και της έκφρασης τόσο μεγάλου όγκου ρωσικής διανοήσεως και συναισθήματος, ώστε ο ρόλος του ως κυρίαρχης κοινωνικής επιρροής επισκιάζει τα επιτεύγματά του ως κριτικού της λογοτεχνίας».
Ο Μπελίνσκι πέθανε το 1848 από φυματίωση σε ηλικία μόλις 37 ετών, την παραμονή της συλλήψεώς του από την αστυνομία του Τσάρου εξαιτίας των πολιτικών του απόψεων.
Το 1910 ωστόσο η ακόμα τσαρική Ρωσία εόρτασε τα εκατό χρόνια από τη γέννησή του με ενθουσιασμό και εκτίμηση.
Σημείωση: Χρησιμοποίησα τα βιβλία: Μαξιμίλιαν Μπράουν, Ντοστογιέφσκι, η ζωή μέσα από το έργο του, μτφρ. Ν.Μ. Σκουτερόπουλος, Εκκρεμές, 2008 και Μήτσος Αλεξανδρόπουλος, Πέντε Ρώσοι Κλασικοί, Ελληνικά Γράμματα, 2006-
