Ο τίτλος της μελέτης σας συνδυάζει την αντι-βία με το δίκαιο. Μήπως είναι αντιθετική η σχέση των δύο;
Από αστική οπτική, πράγματι η σχέση των δύο είναι αντιθετική. Η επαναστατική αντι-βία δεν ορίζεται στα πλαίσια του αστικού δικαίου, δεν ταυτίζεται με οποιοδήποτε κανονιστικό πρότυπο και περιεχόμενο. Ωστόσο, στην πράξη η σχέση τους είναι άμεσα συνυφασμένη με τη σχέση αιτίου και αιτιατού. Το αστικό δίκαιο εγκολπώνεται την αιτία ύπαρξης του κράτους και του μηχανισμού προστασίας της αστικής εξουσίας, αιτία που δεν είναι άλλη από την ιδιοκτησία. Στη βάση αυτή η επαναστατική αντι-βία παρεμβαίνει με στόχο να υπονομεύσει την ιδεολογική κυριαρχία της αστικής εξουσίας, αμφισβητώντας στην πράξη το αφήγημα της τελευταίας, προκαλώντας ρήγματα στις σχέσεις ιδιοκτησίας ως μορφή ισορροπίας στο αστικό κέλυφος εξουσίας. Επομένως, δεν είναι η επαναστατική αντι-βία που βρίσκεται υπόλογη στο καθεστώς του αστικού δικαίου, αλλά ακριβώς το αντίθετο συμβαίνει∙ είναι το αστικό δίκαιο που εξαναγκάζεται να δείξει τον πραγματικό του χαρακτήρα, χαρακτήρα καταστολής, ελέγχου και περιορισμών, μέσα από τη δράση της επαναστατικής αντι-βίας, προκειμένου να εξακολουθήσει να εκπροσωπεί τα αστικά συμφέροντα όχι μόνο ως πολιτική και ιδεολογική κυριαρχία, αλλά και ως θεσμική δομή οργάνωσης του κοινωνικού ελέγχου, εντός του οποίου κατασκευάζεται το αστικό αφήγημα.
Τι ήταν εκείνο που επέτρεψε σε οργανώσεις όπως η 17Ν να μακροημερεύσουν;
Η ελληνική κοινωνία αρέσκεται σε θεωρίες συνωμοσίας. Οτιδήποτε ξεπερνά τα συμβατικά όρια της δικής της παρουσίας στον δημόσιο χώρο, το κατατάσσει στο μέγεθος του μεταφυσικού ή του απόκρυφου. Σχέδια επί σχεδίων εξυφαίνονται στο παρασκήνιο, τα αποτελέσματα των οποίων αδυνατεί ο μέσος νους να αντιμετωπίσει με λογική αιτιότητα, γεγονός που του προκαλεί εντύπωση και αινιγματική προσήλωση στα όσα τα Μ.Μ.Ε. του προσφέρουν ως τη μία και μοναδική αλήθεια. Φυσικά, κάτι τέτοιο δεν ισχύει με την ένοπλη εργατική πρωτοπορία. Η τελευταία είναι κομμάτι, και μάλιστα το πλέον υγιές, της εργατικής τάξης. Τα μέλη της βιώνουν εμπειρικά την κατάσταση των παραγωγικών σχέσεων, αφουγκράζονται τα αιτήματα των εργατών, νιώθουν και αισθάνονται τις ήττες του κινήματος διεκδικήσεων, την καταστολή του αστικού μηχανισμού εξουσίας, τις αλλεπάλληλες προδοσίες των κομματικών γραφειοκρατιών της Αριστεράς. Ανάλογα με τον τρόπο λειτουργίας τους είτε ανοίγονται μαζικά στο εργατικό κίνημα, εντάσσοντας χιλιάδες μέλη στις τάξεις τους, όπως οι Ερυθρές Ταξιαρχίες στην Ιταλία, διατηρώντας πάντα ένα αυστηρό πλαίσιο οργανωτικής δομής, είτε εξ αρχής οργανώνονται με γνώμονα τη διασφάλιση της συνοχής της δομής αυτής, εντείνοντας τη συνωμοτικότητα και την προστασία μεταξύ των μελών. Σε κάθε περίπτωση όμως, το κοινωνικό υπόβαθρο και το επίπεδο ωριμότητας της εργατικής τάξης είναι εκείνο που επιτρέπει την ένοπλη πρωτοπορία αυτής να διατηρηθεί στο προσκήνιο. Με την υποχώρηση της εργατικής τάξης από τον δημόσιο χώρο, υποχωρεί και η ένοπλη πρωτοπορία της. Με την ήττα της εργατικής τάξης, ηττάται όχι πολιτικά ή ιδεολογικά, αλλά κοινωνικά, δηλαδή χάνει κοινωνικά ερείσματα και πυλώνες στήριξης η ένοπλη εργατική πρωτοπορία. Επομένως, η σχέση εργατικής τάξης και πρωτοπορίας, με στόχευση τον δημόσιο χώρο και επιστέγασμα την κοινωνική αντιστοιχία, είναι αυτή που επιτρέπει τον χρονικό προσδιορισμό παρουσίας.
Η μελέτη είναι αφιερωμένη στην Ουλρίκε Μάινχοφ. Θέλετε να μας εξηγήσετε την αφιέρωση αυτή;
Η κομμουνίστρια επαναστάτρια Ουλρίκε Μάινχοφ αποτελεί την προσωποποίηση της ρήξης με την αστική ηθική. Αποτελεί την προσωποποίηση της υπέρβασης και της προλεταριακής ηθικής. Εξάλλου, αστική και προλεταριακή ηθική διαπλέκονται στο επίπεδο της εξάρτησης. Η πρώτη κατασκευάζει το πρότυπο λειτουργίας των αναγκών της, ηθικοποιώντας τα σύμβολα, τις πράξεις, τις τελετουργίες, τις συνδιαλλαγές κ.λπ. με όρους αστικής διαχείρισης της εξουσίας, ενώ η δεύτερη, η προλεταριακή ηθική, ενσωματώνει το κανονιστικό πρότυπο των αστών και το μεταφράζει στις καθημερινές επαφές της με όρους προλεταριακής διαχείρισης, δηλαδή σαν να είναι οι πράξεις και οι επιλογές της δική της υπόθεση και όχι εκ των προτέρων δοσμένα και προσδιορισμένα. Η Ουλρίκε Μάινχοφ και συνολικά όσοι/όσες επανδρώνουν θέσεις της ένοπλης εργατικής πρωτοπορίας είναι πρόσωπα με διακριτή ηθική και συνειδησιακή υπόσταση. Ο εργατισμός τους, ο χαρακτήρας δηλαδή της εργατικής τάξης στην αυτοτέλειά του, υπερβαίνει το όριο ανοχής της αστικής ηθικής. Είναι αυτή η κρίσιμη στιγμή που πλέον ο επαναστάτης αντιλαμβάνεται ότι πρέπει να θυσιάσει και τη ζωή του προκειμένου ο ανώριμος υποκειμενικός παράγοντας, οι εργάτες και το επίπεδο συνείδησής τους, να συναντήσει τις ώριμες συνθήκες της καπιταλιστικής ολοκλήρωσης, που από καιρό τώρα έχουν παγιωθεί. Το μεταίχμιο αυτό ανάμεσα στο εγώ και το εμείς, θυσιάζοντας το πρώτο για να παραδειγματιστεί το δεύτερο, συμβολίζει η Ουλρίκε Μάινχοφ, όπως και τόσοι άλλοι που δολοφονήθηκαν από τους κατασταλτικούς μηχανισμούς του αστικού κράτους. Είναι ένα όριο για το οποίο δεν αρκεί μόνο η θέληση και η επιθυμία, αλλά κυρίαρχα η ιδεολογική ατσάλωση παράλληλα με τη συναισθηματική και νοητική ρήξη, ολική ρήξη, με τα χαλινάρια του αστικού αξιακού συστήματος.
Πιστεύετε ότι το θέμα με το οποίο καταπιάνεστε μπορεί, υπό μία έννοια, να θεωρηθεί ότι νομιμοποιεί την αντι-βία και τη δράση των οργανώσεων αυτών;
Δεν είναι ζήτημα της μελέτης να δικαιώσει ή να καταδικάσει οποιαδήποτε πράξη στον δημόσιο χώρο. Σαφώς και παίρνουμε ξεκάθαρα θέση, πολιτική θέση, μέσα από την εργασία μας στο ζήτημα της ένοπλης εργατικής πρωτοπορίας. Όμως, το εν λόγω θέμα δεν είναι από εκείνα στα οποία κανείς απαντά θετικά ή αρνητικά μονολεκτικά. Η ένοπλη εργατική πρωτοπορία γεννήθηκε σε στιγμές κατά τις οποίες συμβαίνουν δύο ταυτόχρονα γεγονότα: από τη μία πλευρά, μεταβάλλονται οι δομές λειτουργίας του καπιταλιστικού συστήματος, και, από την άλλη πλευρά, η εργατική τάξη επανέρχεται στο προσκήνιο ζητώντας είτε την προάσπιση των προηγούμενων κατακτήσεων, είτε την προσαρμογή με τρόπο ομαλό στις νέες αλλαγές, στα νέα δεδομένα. Στη δεύτερη αυτή περίπτωση η εργατική τάξη καθοδηγείται από τις κομματικές γραφειοκρατίες της Αριστεράς και των συμβιβασμένων συνδικαλιστικών ηγεσιών, που μεριμνούν προκειμένου τα αιτήματα των εργατών να μην υπερβαίνουν τη νομιμότητα των διεκδικήσεων. Ο ρόλος τους, επομένως, είναι ρόλος ποδηγέτησης και καταστολής, χωρίς καν το αστικό σύστημα να ενεργοποιήσει τους μηχανισμούς του. Η ένοπλη εργατική πρωτοπορία επεμβαίνει στον δημόσιο χώρο προκειμένου να αμφισβητήσει στην πράξη τη διττή αυτή όψης της αστικής κυριαρχίας, τόσο της δομικής μεταβολής, όσο και της εργατικής προσαρμογής και ενσωμάτωσης. Η παρουσία της στον δημόσιο λόγο είναι παρουσία ρήγματος, όχι ολικής ρήξης. Αυτή η ρήξη θα επέλθει από την αυτόνομη επενέργεια των εργατών στα κοινωνικά δρώμενα, ώστε τα ρήγματα στο αστικό κέλυφος εξουσίας να μετατραπούν σε ανοιχτές διόδους άρνησης της αστικής εξουσίας. Το πρώτο, η ένοπλη εργατική πρωτοπορία δεν μπορεί να δικαιωθεί στις πρακτικές της, χωρίς το δεύτερο. Όμως, η διαδικασία αυτή δεν είναι στιγμιαία, αλλά μακρόχρονη, καθώς εντάσσεται στα πλαίσια της ταξικής πάλης.
Γιατί μία μελέτη τώρα για τον Ε.Λ.Α. και τη 17Ν;
Ομολογουμένως, είναι απορίας άξιο που η εργατική τάξη δεν ασχολήθηκε εδώ και κοντά δύο δεκαετίες με την ίδια την ιστορία της, με το κομμάτι εκείνο που μορφοποίησε όσο καμία άλλη πρακτική την ταξική πάλη στον καπιταλισμό. Όμως, και σε αυτό το σημείο ο ρόλος της αστικής ιδεολογίας και των κομματικών γραφειοκρατιών της Αριστεράς, κοινοβουλευτικής και εξωκοινοβουλευτικής, είναι ενδεικτική της κατάστασης στην οποία έχει υπεισέλθει η εργατική τάξη. Αφενός, η αστική εξουσία κατασκευάζει εδώ και δεκαετίες το δικό της αφήγημα, αυτό της ψωροκώσταινας, αφήγημα το οποίο διοχετεύει στον δημόσιο χώρο προκειμένου να αποκοιμίζει τα εργατικά στρώματα σε έναν κόσμο μιζέριας και στενότητας, τη στιγμή κατά την οποία η ίδια εκμεταλλεύεται εξολοκλήρου το δημόσιο ταμείο και τις εγγυήσεις του αστικού κράτους προς όφελός της, απομυζώντας υπέρογκα κέρδη, αφετέρου οι κομματικές γραφειοκρατίες της Αριστεράς επενδύουν στην αποξένωση της πολιτικής και ιδεολογικής (και ταξικής φυσικά) σχέσης των ένοπλων οργανώσεων των εργατικών πρωτοποριών με την εργατική τάξη ως κοινωνικό σώμα, ακριβώς για να αποκρύψουν τις δικές τους ευθύνες παθητικοποίησης της τελευταίας και ενσωμάτωσης στο αστικό σύστημα διαχείρισης. Η ιδεολογική και πολιτική «καθαρότητα» την οποία επιδιώκουν και ο δογματισμός στον οποίο επενδύουν ως εικόνισμα θεολογικής καταγωγής, είναι ο καθρέφτης της παραδομένης και παροπλισμένης Αριστεράς, εκείνης που δεν πιστεύει στην αυτοτέλεια της εργατικής τάξης, δεν πιστεύει στη δυνατότητα η τελευταία να ανατρέψει την καθεστηκυία τάξη πραγμάτων, δεν πιστεύει στη δυνατότητα η ίδια η εργατική τάξη να οικοδομήσει τη νέα κοινωνία στα συντρίμμια της προηγούμενης. Επομένως, η εν λόγω μελέτη συμβάλει στη συμπλήρωση ενός από τα πλέον σημαντικά κομμάτια της ιστορίας του εγχώριου εργατικού κινήματος και της πρωτοπορίας αυτού.
Βιογραφικό
O Αντώνης Ε. Χαριστός γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1988. Είναι φιλόλογος και δημοσιογράφος, απόφοιτος της Φιλοσοφικής Σχολής του Α.Π.Θ. Είναι ο ιδρυτής του Φιλολογικού Ομίλου Ελλάδος, του οποίου διατελεί πρόεδρος, ενώ παράλληλα έχει εισηγηθεί, επεξεργαστεί και διαμορφώσει τους όρους της τεχνοτροπίας του «δομημένου ρεαλισμού» στη λογοτεχνία. Έχει εκδώσει πέντε έργα πεζογραφίας, μία ποιητική συλλογή και τρεις επιστημονικές μελέτες. Επίσης, έχει επιμεληθεί συλλογικές εκδόσεις ποίησης και πεζογραφίας, ενώ έχει υπογράψει σενάρια και σκηνοθεσία σε τρεις ταινίες μικρού μήκους. Είναι μέλος της Εθνικής Εταιρείας των Ελλήνων Λογοτεχνών, της Πανελλήνιας Ένωσης Φιλολόγων και της Εταιρείας Γραμμάτων και Τεχνών Πειραιά. Ως κριτικός θεάτρου και λογοτεχνίας, δημοσιεύει τακτικά αναφορές σε διαδικτυακούς χώρους πολιτισμού και έντυπες εκδόσεις. Είναι αρχισυντάκτης του περιοδικού λογοτεχνίας Λογοτεχνικό Δελτίο, καθώς και της ετήσιας επιθεώρησης τέχνης Παράθυρο στην τέχνη. Είναι επίσημος επιμελητής, ποίησης και πεζογραφίας, των Εκδόσεων Γράφημα, καθώς και διευθυντής των Εκδόσεων Υψικάμινος, επίσημες εκδόσεις του Φιλολογικού Ομίλου Ελλάδος.

