You are currently viewing Ζωή Κατσιαμπούρα: Τασούλα Καραγεωργίου, ΗΡΙΝΝΑ ΗΛΑΚΑΤΗ, Εκδ. ΝΙΚΑΣ, 2023

Ζωή Κατσιαμπούρα: Τασούλα Καραγεωργίου, ΗΡΙΝΝΑ ΗΛΑΚΑΤΗ, Εκδ. ΝΙΚΑΣ, 2023

Η Τασούλα Καραγεωργίου είχε παρουσιάσει το 2013 το έργο της της  Ήριννας, της ποιήτριας του 4ου αι. π.Χ., που έζησε και τραγούδησε στο μικρό νησί, την Τήλο, και πέθανε 19χρονη, αφήνοντας  κληρονομιά τον τρυφερό της λόγο. Τόσο σημαντική κληρονομιά ώστε, τρεις περίπου αιώνες μετά,  ο Αντίπατρος ο Θεσσαλονικεύς, ποιητής των χρόνων του Αυγούστου, να την περιλάβει στο ποίημα του ως μία από τις «θεογλώσσους γυναίκας» που έθρεψε ο Ελικώνας, αντίστοιχες με τις Μούσες!

Η δεύτερη, επαυξημένη έκδοση του έργου έγινε το 2023 από τις εκδόσεις ΝΙΚΑΣ.   Στην έκδοση αυτή, με το ωραίο εξώφυλλο μιας γνέθουσας κόρης μέσα στα κύματα (του χρόνου, τάχα;) η Τ.Κ. ξανακοίταξε και πλούτισε με νέες παρατηρήσεις τον Πρόλογο, σε κάποιες μεταφράσεις της αναθεώρησε τη μορφή,  έβαλε ψευδότιτλους στα ποιήματα της Ήριννας και των υμνητών του έργου της, εισήγαγε, στο  Επίμετρο, ένα κείμενο για την απήχηση του έργου της Ήριννας κατά την αρχαιότητα και συμπλήρωσε τις Σημειώσεις της. Πρόσθεσε επίσης στοιχεία  στη Βιβλιογραφία. Δεν συνέθεσε μια άλλη, διαφορετική από εκείνη την πρώτη μελέτη, αλλά το βιβλίο της είναι μια άψογη, πλήρης, φιλολογική παρουσίαση του έργου της Ήριννας και, παράλληλα,

«…. μας έδωσε μια ποιήτρια, που μπορούμε να την συγκαταλέγουμε στο εξής ανάμεσα στους ποιητές της σύγχρονης γλώσσας μας, μια ποιήτρια σημερινή, ένα κομμάτι ίσως της τόσο γοητευτικής λυρικής φωνής της ίδιας της μεταφράστριας», όπως τόσο καίρια είχε επισημάνει ο ποιητής Γιώργος Μπλάνας («Ποιον αφορά η ποίηση της Ήριννας», εφημ. Αυγή, 7 Ιουνίου 2013).

Την ποιήτρια Ήριννα μπορούμε πράγματι και εμείς, όπως και οι αρχαίοι Έλληνες, να τη συγκαταλέγουμε  στις αξιόλογες ποιητικές φωνές, όχι γιατί τα θέματα του έργου της  απαντούν ειδικά σε  σύγχρονα ερωτήματα ή εκφράζουν ειδικά τον ψυχισμό των σύγχρονων ανθρώπων,  αλλά γιατί περιλαμβάνουν τις αρχετυπικές χαρές, την αρχετυπική θλίψη, τα αισθήματα που βιώνουν όλοι οι άνθρωποι, σε όλες τις εποχές, στις ίδιες καταστάσεις: τα παιχνίδια των παιδιών (που ποτέ δεν τους φαίνονται αρκετά), τους παιδικούς φόβους, τη θλίψη του χωρισμού, το πένθος, τον θαυμασμό της ομορφιάς…[1]

Η μικρή Ήριννα, λοιπόν, που πέθανε, λέει η χαμένη στην αχλύ του μύθου πληροφορία για τη ζωή της, 19 χρονών, τα κατάφερε να τραγουδήσει τα συναισθήματά της έτσι που να εκφράσει και να γοητεύσει συγχρόνους και μεταγενέστερους. Και στοιχεία της ποίησής της (ίσως, καλύτερα, της «λαϊκής» ποίησης που άρδευσαν το έργο της…) κατάφεραν να επιβιώσουν ως και τον 20ό αιώνα, ως και σήμερα.[2]

Να τα προσεγγίσουμε σήμερα στην πρωτότυπη μορφή τους, αυτά τα τραγουδισμένα σε δωρική διάλεκτο συναισθήματα, είναι αδύνατον. Ούτε σε σχολικά εγχειρίδια ανθολογείται το έργο της Ήριννας, και πώς εξ άλλου; Πόσα να ανθολογηθούν στη σχολική ύλη και πώς να μεταφραστούν «σχολικά» και να μη χάσουν εντελώς την ομορφιά τους; Διότι, και στην περίπτωση που οι διδάσκοντες, υποθέτουμε, είναι σε θέση να καθοδηγήσουν την τέτοια μελέτη, η μετάφραση πρέπει να γίνει λέξη προς λέξη για να αντιλαμβανόμαστε οι μαθητές τη λειτουργία του αρχαίου λόγου. Και ώσπου να φτάσουμε να απολαύσουμε, κατανοώντας την, την ομορφιά του πρωτοτύπου (στην ιδανική περίπτωση που θα μπορούσαμε να μελετάμε στο σχολικό πρόγραμμα τέτοια «αρχαία»), θα έχει εξαντληθεί ο χρόνος της σχολικής μας ζωής, αν όχι και ο χρόνος των φιλολογικών μας σπουδών (για όσους συνεχίσουν!).

Το δυνατόν είναι να προσλαμβάνουμε την ποίηση της Ήριννας και των άλλων θεραπουσών και θεραπόντων των αρχαίων Μουσών μέσα από μεταφράσεις σαν της Τ.Κ.

 

Η Τ.Κ. είναι φιλόλογος πιστοποιημένη με διδακτορικό δίπλωμα, με τάλαντο και εμπειρία. Παρουσίασε με φιλολογική έρευνα και βασανιστικό έλεγχο τα στοιχεία που βρήκε  για την Ήριννα και τους ποιητές που αναφέρθηκαν στην Ήριννα, μελέτησε τη σχέση της ποίησής της με τα επιβιούντα σε παραδοσιακά τραγούδια  στοιχεία, ερεύνησε τη βιβλιογραφία και σχολίασε διαφωτιστικά. Όμως η μετάφρασή της, αυτό που είναι και το ουσιώδες στο βιβλίο, δεν είναι φιλολογική, είναι λογοτεχνική! Δεν απομακρύνεται βέβαια πολύ από το κείμενο, ούτε μεταγράφει προγενέστερες μεταφράσεις, χαρακτηριστικά για τα οποία συνήθως σχολιάζονται αρνητικά οι λογοτεχνικές, άλλως «ελεύθερες» αποδόσεις. Νοιάζεται για τον μεταφραζόμενο λόγο, αφήνει και αμετάφραστες λέξεις που θεωρεί ότι μπορούν να λειτουργήσουν στη σύγχρονη ποίηση, φροντίζει να μένει όσο κοντά μπορεί στο ύφος και το μέτρο του πρωτοτύπου, αλλά παράλληλα κάνει ποιήματα με βάση το «σημαινόμενο» (για να θυμηθούμε κι εκείνη την ορολογία…), το νόημα, τη διάθεση κυρίως. Και δεν διστάζει μπροστά στην επέκταση του πρωτότυπου (έτσι κι αλλιώς τα νέα ελληνικά είναι πιο αναλυτική γλώσσα), στοχεύοντας στη σύγχρονη αίσθηση, στη σύγχρονη έκφραση.

«’Αλλ’ ἲσχω, μέγ’ ἂυσα, φίλα», γράφει το πρωτότυπο (ΑΛΑΚΑΤΑ, στ. 3).

«‘Σ’ ἒπιασα!’ δυνατά σοῦ φωνάζω, Βαυκίδα μου», προτείνει η Καραγεωργίου.

Όλες οι λέξεις είναι εδώ, αλλά οι χρόνοι των ρημάτων είναι αντεστραμμένοι, για να γίνει ο λόγος  όπως θα τον  έλεγε ένα κοριτσάκι στο άλλο στο σημερινό κυνηγητό!

Ή, όταν η νεαρή ποιήτρια κλαίει για τη φίλη της και δεν θέλει να μετέχει στην κηδεία της,

«Οὐδὲ γοᾶσαι

γυμναῖσιν χαίταισιν, ἀτὰρ φοινίκεος αἰδὼς

δρύπτει μ’ἂμφι…»(ΗΛΑΚΑΤΑ, στ. 20-22)

Η Τ.Κ. κλαίει αλλιώς

«Ούτε δύναμαι πια να θρηνώ με λυτά τα μαλλιά μου.

Ολοπόρφυρο πένθος μού σκίζει τα μάγουλα».

Το «δρύπτει»[3] την οδήγησε να «σκίσει τα μάγουλα», όπως στις κηδείες και σήμερα (και τότε…) οι πενθούντες, τα κοκκινισμένα, όπως κοκκινίζουν (ή κοκκίνιζαν κάποτε…) των κοριτσιών τα μάγουλα από ντροπή ή από ένταση.

Κι έκανε πολύ ωραίους στίχους!

Όπως και τους:

«Εγώ είμαι της νύφης Βαυκίδας ο τάφος.

Συ που πλάι στην πολύκλαυτη στήλη περνάς

τούτο μόνο να λέγεις στον χθόνιο τον Άδη:

‘Είσαι βάσκανος, Άδη’».

 

Από το πρωτότυπο επίγραμμα

«Νύμφας Βαυκίδος ἐμμί. Πολυκλαύταν δὲ παρέρπων

στάλαν τῶ κατὰ γᾶς τοῦτο λέγοις Ἀΐδα

‘Βάσκανος ἒσσ’, Ἀΐδα…’»  (σελ. 47).

Ο «βάσκανος» μπορεί να μην χρησιμοποιείται πια στον καθημερινό μας λόγο, αλλά τα ποιήματα δεν είναι καθημερινός λόγος και η λέξη κρατάει τη γνωστή της από τα αρχαία κακοβουλία (και μαύρη μαγεία). Και λειτουργεί μια χαρά αιτιολογώντας τη διαδοχή ευτυχίας-δυστυχίας, έρωτα-θανάτου. Νύφη ακόμα η Βαυκίς, και την έκλαψαν πολύ γιατί  ο Άδης «μάτιασε», «βάσκανε» την ευτυχία του γάμου της.

Από τους 300 εξάμετρους στίχους της Ηλακάτης[4], που παραδίδεται ότι έγραψε η Ήριννα σώζονται 54 και αυτοί σπαράγματα, όπως βρέθηκαν σε έναν από τους παπύρους της Οξυρύγχου το 1928. Η Ηλακάτη ήταν ποίημα («βαιόν έπος» κατά τον Αντίπατρο (σελ. 58) αφιερωμένο στη φίλη της  Βαυκίδα, στην οποία ήταν αφιερωμένα επίσης δύο από τα τρία επιγράμματα της Ήριννας που σώθηκαν στην Παλατινή Ανθολογία.  Το τρίτο αναφέρεται στη ζωγραφιά της Αγαθαρχίδας, με μεγάλο θαυμασμό:

«Εξαίσια χέρια έφτιαξαν το πίνακα αυτόν.

Καλέ μου Προμηθέα,

κάποτε η τέχνη των θνητών μοιάζει με τη δική σου.

Γιατί αν στην εικόνα της προσέθετε φωνή,

αυτός που το κορίτσι έτσι πιστά ζωγράφισε,

η Αγαθαρχίς θα πρόβαινε ολοζώντανη.[5]

Ένα επίγραμμα του Χριστόδωρου, στην Παλατινή Ανθολογία, μεταφράζεται από την Τ.Κ. ως εξής:

[η λιγύθροος Ήριννα]

Εκεί καθόταν η παρθενική η Ήριννα με τη λεπτή φωνή.

Δεν έπλεκε πολύπλοκο υφάδι στο στημόνι,

μόνο μες στη σιωπή,

άκουγες τις σταγόνες που αποστάλαζε το πιερικό μελίσσι.

Η Ήριννα, λοιπόν, η «λιγύθροος», «λίγεια Μούσα» σχεδόν και αυτή, με τη λεπτή της, κοριτσίστικη φωνή, δεν ύφαινε, σαν τις άλλες, αλλά τραγουδούσε τραγούδια γλυκά, μελένια.

Η Τασούλα Καραγεωργίου μας χάρισε ξανά  αυτή τη φωνή, να την έχουμε, να την ακούμε στην τρυφερή, αναπλαστική των συναισθημάτων δύναμή της!

 

[1] Και τώρα γράφουν για αυτά τα θέματα, μεταξύ άλλων, οι ποιήτριες και οι ποιητές. Σίγουρα! Και τώρα  τα αγαπάμε τα ποιήματά τους, αν έχουν μορφή που να τα κάνει ποιήματα, αν έχουν βρει αυτόν τον μυστηριώδη, δυσπρόσιτο δρόμο, πέρα (και καμιά φορά ερήμην…) από διδασκαλίες, συνταγές, πρότυπα, που τα ανεβάζει, έστω, στο πρώτο σκαλί!

 

[2] Η Τ.Κ. έχει περιλάβει στον Πρόλογό της το παραδοσιακό  τραγούδι της Τήλου «Πούσουν, Ερίνη το πρωί, πούσουν το μεσημέρι» (Συλλογή Δημοσθένη Χαβιαρά, Ζωγράφειος Αγών, 1891, σελ. 269), το οποίο έγινε δημοφιλές σε όλη την Ελλάδα για πολλά χρόνια με την υπογραφή Μ. Τραϊφόρου-Κώστα Γιαννίδη! Το όνομα «Ερίνη», κοντά στο «Ειρήνη», γιατί να μην απηχεί το αρχαίο «Ήριννα», προφερόμενο στη δωρική διάλεκτο «Έριννα», όπως προτείνει η μεταφράστρια;

[3] Δρύπτω σημαίνει σχίζω, απογυμνώνω, γδέρνω σε Ομήρ. Ιλ. — Μέσ., δρυψαμένω παρειάς, ξεσχίζοντας τα μάγουλα ο ένας του άλλου, σε Ομήρ. Οδ.· ως ένδειξη πένθους και θρήνου, δρύπτεσθαι παρειάνξεσχίζω το μάγουλό μου κτλ.

[4] Ρόκα του γνεσίματος, χαρακτηριστικό εργαλείο-εξάρτημα της καθημερινής ζωής των γυναικών, στην Τήλο τότε και παντού σε αγροτοκτηνοτροφικές περιοχές μέχρι την επικράτηση των έτοιμων ενδυμάτων…

[5] Η ρεαλιστική απεικόνιση στη ζωγραφική είχε ήδη αποσπάσει τον θαυμασμό από τον 5ο αιώνα: Παραδίδεται ότι ο  ζωγράφος Ζεύξις και ο ζωγράφος Παράσσιος διαγωνίστηκαν ως προς την πιστότητα του έργου τους σε σχέση με την πραγματικότητα. Ο πρώτος ζωγράφισε ένα τσαμπί σταφύλια, τόσο τέλειο ώστε τα πουλιά όρμησαν να τα φάνε και χτύπησαν πάνω στον πίνακα! Ο Παράσσιος παρουσίασε έναν πίνακα σκεπασμένο με κάλυμα. Ο Ζεύξις του ζήτησε να αφαιρέσει το κάλυμμα από τη ζωγραφιά για να  φανεί ποιος από τους δυο ζωγραφίζει πιο αληθινά. Όμως το κάλυμμα  ήταν η ίδια η ζωγραφιά. Κι ο Ζεύξις, λέει, ομολόγησε ότι αν ο ίδιος  κατάφερε να ξεγελάσει τα πουλιά, ο (νικητής) Παρράσιος ξεγέλασε τον ίδιο, έναν καλλιτέχνη! (Πλίνιος, 35.65)

 

Αφήστε μια απάντηση

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.