Ο Βασίλης Βασιλειάδης γεννήθηκε το 1927 στον προσφυγικό συνοικισμό της Νέας Ιωνίας. Το 1943 σε ηλικία 17 ετών, ως εξαιρετικό ταλέντο, έδωσε εξετάσεις και πέτυχε στην ΑΣΚΤ, όπου είχε δασκάλους τον Δημήτρη Μπισκίνη και τον Κωνσταντίνο Παρθένη. Παράλληλα εκδηλώθηκε η αγάπη του για την ποίηση και το θέατρο και σπούδασε στη δραματική σχολή του Ωδείου Αθηνών, με δασκάλους τον Αιμίλιο Βεάκη και τον Δημήτρη Ροντήρη. Συνέχισε το 1956 τις εικαστικές σπουδές του με υποτροφία στο Παρίσι στην «Ανώτατη Εθνική Σχολή Διακοσμητικών Τεχνών». Το 1957 του απονεμήθηκε το Α΄ Μετάλλιο Διακοσμητικής. Στη συνέχεια πήρε μαθήματα σκηνογραφίας στην Όπερα του Παρισιού.

Όταν επέστρεψε στην Ελλάδα άρχισε το διδακτικό του έργο το 1961, με τον διορισμό του στη Διεύθυνση του Εργαστηρίου Σκηνογραφίας και Ενδυματολογίας της Σχολής Δοξιάδη αλλά και στη δραματική σχολή του Θεάτρου Τέχνης του Καρόλου Κουν. Την ίδια χρονιά εκλέχτηκε Έφορος στην ΑΣΚΤ στο τμήμα του φροντιστηρίου Διακόσμησης και Σκηνογραφίας, με βαθιά αίσθηση της ευθύνης του, αφού για πρώτη φορά διδασκόταν αυτόνομα στη Σχολή η σκηνογραφία. Η πολύχρονη διδασκαλία του εξέθρεψε σημαντικούς σκηνογράφους και ενδυματολόγους που διέπρεψαν και διαπρέπουν διεθνώς. Δίδαξε επίσης στη Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου. Έκανε πολλές σκηνογραφίες και κοστούμια για το Εθνικό θέατρο, το Κ.Θ.Β.Ε. ,το θέατρο Τέχνης κ.α. για θεατρικά έργα μεγάλων Ελλήνων και ξένων δραματουργών. Υπήρξε στενός φίλος με τον Γιάννη Μόραλη και με τον Γιάννη Ρίτσο, του οποίου εικονογράφησε ποιητικές εκδόσεις και επιστήθιος καλλιτέχνης και φίλος με τον Γιάννη Τσαρούχη, από το έργο του οποίου επηρεάστηκε δημιουργικά.

Ο Τσαρούχης είχε δηλώσει: «Ο Β. Βασιλειάδης είναι πράγματι καλλιτεχνική ιδιοφυΐα με σπάνια σχεδιαστικά χαρίσματα και έμφυτον αίσθημα διακοσμητικής». Επίσης ο καθηγητής ιστορίας της τέχνης στην ΑΣΚΤ Παντελής Πρεβελάκης έγραψε για αυτόν: «Ο Βασιλειάδης είναι ικανώτατος σχεδιαστής, έχει προσέτι επιδείξει αξιολογότατα έργα ζωγράφου και γλύπτου. Ως σκηνογράφος έχει διακριθεί πλειστάκις. Είναι εξ εμφύτου κλίσεως άριστος δάσκαλος, εμπνευσμένος και ευρυμαθής». Ο σημαντικός ζωγράφος και συγγραφέας Αλέκος Κοντόπουλος είπε επίσης για τον Βασιλειάδη: «Είχα την ευκαιρίαν να γνωρίσω το έργον του νέου καλλιτέχνου Β. Βασιλειάδη και διαπίστωσα ότι η εργασία του χαρακτηρίζεται από μίαν αυστηράν επίδοσιν και απο μίαν συνεχή ποιητικήν πρόοδον, η οποία δεικνύει έναν καλλιτέχνην σπανίας ικανότητος».

Γενικά η εικαστική παραγωγικότητα του Βασίλη Βασιλειάδη υπήρξε πολυσχιδής. Ασχολήθηκε επιδέξια με όλους τους εικαστικούς τομείς προεκτείνοντας την εργασία του σε εικονογραφήσεις εκδόσεων και τις καλλιτεχνικές αφίσες. Αγαπούσε και απεικόνισε σε ακουαρέλες του το Πορτογαλικό νησί Μαδέιρα που επισκεπτόταν στον Ατλαντικό και βέβαια τα νησιά του Αιγαίου.
Πρώτη φορά είδα έργα του και τον παρακολούθησα να σχεδιάζει εκ του φυσικού στο θερινό παράρτημα της ΑΣΚΤ στη Μύκονο που διέμενε διανθίζοντας τα βράδια με εξαιρετικά καλλιτεχνικά συμβάντα και συμπόσια, στα οποία συμμετείχαν φοιτητές του, καλλιτέχνες και ποιητές. Στην αρχή της καριέρας του ο Β. Βασιλειάδης είχε εκθεσιακή δραστηριότητα στην Ελλάδα και το εξωτερικό, όμως στην Αθήνα είχε κάνει μόνο τρεις ατομικές εκθέσεις ζωγραφικής και είχε ελάχιστες συμμετοχές στις Πανελλήνιες Εκθέσεις.

Στη συνέχεια της γνωριμίας μας είδα μεγάλο φάσμα της δουλειάς του στο εργαστήριο του στην Αθήνα. Στις συναντήσεις μας, έχοντας τη διάθεση του φωτισμένου δασκάλου, μου ανέφερε πολλά με κριτική οξυδέρκεια για την ουσιαστική τέχνη της εποχής μας αλλά και για τα ποικίλα εκπαιδευτικά προβλήματα που αντιμετώπιζε στην ΑΣΚΤ με πικρία και απογοήτευση. Του πρότεινα λοιπόν και το αποδέχθηκε ένθερμα να επιμεληθώ έκθεση των θαυμάσιων σχεδίων του στη Γκαλερί DADA στην Αθήνα, που είχα αναλάβει την θέση του καλλιτεχνικού διευθυντή. Το 1987 παρουσιάστηκε η έκθεση του μετά από άριστη συνεργασία μας για την τελική επιλογή των έργων.

Μια ιδιαίτερη έκθεση με σχέδια μοντέλων, αναπαυόμενα γυμνά, αθλητές. Άνθρωποι καθημερινοί, έφηβοι και εργάτες έστεκαν ακίνητοι, αλλά με μια ελλοχεύουσα φορά προς το φως. Αν και η έκθεση με την ποιοτική της σύνθεση ήταν υποδειγματική και ατμοσφαιρική, δεν είχε την αναμενόμενη απήχηση από τους κριτικούς και τους συναδέλφους του που την αντιμετώπισαν χλιαρά. Κάποιοι μάλιστα μου είπαν: «Καλά μετά από τόσα χρόνια που έχει να εκθέσει παρουσιάζει μόνο σχέδια;» Απέφυγα να του το αναφέρω… Άλλωστε μου είχε δηλώσει ότι μόνο τον Μόραλη παραδεχόταν ως καθηγητή και καλλιτέχνη! Ήταν η εποχή που είχε εξασθενίσει το μοντερνιστικό κίνημα και άρχιζε η φανταχτερή μεταμοντέρνα αντιγραφική ευκολία να εδράζεται και να διαδίδεται εκθεσιακά, δημοσιογραφικά και συλλεκτικά παντού. Πως να δώσουν την αρμόζουσα σημασία σε μικρά σχέδια μιας ντελικάτης εκδοχής ενός ευαίσθητου και εκτός εμπορικών κυκλωμάτων καλλιτέχνη, που έκφραζε τα εσωτερικά του ιδεολογήματα σε σχέση με το φυσικό κάλλος, τον έρωτα και το ελεύθερο ήθος… Αυτή υπήρξε και η τελευταία ατομική έκθεση του Βασιλειάδη.

Το 1991 απεβίωσε από τραγικό ατύχημα στο σπίτι του στην περιοχή Μακρυγιάννη στην Αθήνα. Το 1998 με εμπεριστατωμένη συγγραφική έρευνα και επιμέλεια από τον ιστορικό, κριτικό τέχνης Νίκο Γ. Μοσχονά εκδόθηκε από το Πνευματικό Κέντρο του Δήμου Νέας Ιωνίας, τιμητικός τόμος για τον Βασίλη Βασιλειάδη και την εμπνευσμένη προσφορά του σαν εικαστικός δάσκαλος και δημιουργός. Ταυτισμένος με την λατρεία του για την Κατίνα Παξινού και τον θαυμασμό του για τον Αλέξη Μινωτή, τα λειτουργικά σκηνικά του για τον τραγικό Αγαμέμνονα του Αισχύλου, που είχε επαινέσει στην Επίδαυρο ο Λουκίνο Βισκόντι, τις ενδυματολογικές μεταμφιέσεις του και την χαρισματική του επιμονή στην ποιότητα, άφησε έργα ποιητικής διάστασης. Έζησε ομολογουμένως απόλυτα ανάμεσα στην καλλιτεχνική παρόρμηση, την έμφυτη δωρεά της αισθητικής διδασκαλίας, την αγάπη του για την ουσιαστική θεατρική ερμηνεία με επίκεντρο που πηγάζει από το μέγεθος του λόγου και την λιτή σκηνογραφική δομή που υπηρετεί την καθαρτική θεατρική μυσταγωγία.
Κώστας Ευαγγελάτος
Ζωγράφος, Λογοτέχνης, θεωρητικός της τέχνης.
