Γυναίκα
Την δικιά μου Γυναίκα δεν την έφερε το φως
της αυγής, ούτε το γλυκό απόβραδο.
Δεν την έφερε καν μήτρα γυναίκας
καρπερής
Μέσα μου γεννήθηκε.
Σιγά σιγά.
Η κάθε επιθυμία μου και ένα της κομμάτι
Το κάθε μου όνειρο και μια της πτυχή.
Τα όμορφα κυματιστά μαλλιά της
οι θάλασσες που ταξίδεψα
Τα σμαραγδένια μάτια της τα εξόρυξα
από της ψυχής μου τα βάθη τα μεγάλα.
Τα στήθη τα λάξεψα στον πάγκο με τα
μάρμαρα ενώ
τα ατελείωτα πόδια της από ελαφίνα τα
κλεψα και της τα πρόσφερα.
Τέλος από νεράιδες του βουνού αγόρασα με
κόπο και παζάρια πολλά το πεταχτό
χαμόγελο της, αυτό που με παρασέρνει σε
άγνωστους για μένα τόπους όταν μου το
προσφέρει απλόχερα.
Για αυτό σου λέω.
Δικιά μου είναι.
Φόρεμα Το
Έτσι θα γίνει λοιπόν!
Θα σε ανεβάσω στο ράφι με τα ποιήματα·
πάνω από τις εφηβικές φωτογραφίες μου.
Θα είσαι με το εμπριμέ καλοκαιρινό
φουστάνι σου να ανεμίζει
καθώς θα αφήνει τον κόσμο να δει, έστω για λίγο
τους όμορφους γυμνούς σου μηρούς
με μια υποψία από το αέρινο εσώρουχό σου.
Να φαντασιώνονται οι φίλοι ποιητές από
δίπλα
την φιλόξενη- για μένα τον τυχερό- αυτή
γωνιά σου
που πόσες φορές δεν παρασύρθηκα
ταξιδεύοντας πάνω της!
Άλλοτε με ορμή και πάθος φοβερό,
άλλοτε σχεδόν ευλαβικά ακουμπώντας την
με την κατάνυξη του πρώτου έρωτα.
Και τι θέλουμε…
Ένα σώμα άπειρο να χωρά στη χούφτα μας
Μια μικρή καρδιά να χωρά το σύμπαν μας
Δυο λόγια για να γράψουμε το έπος μας
Και ένα τόσο δα μονοπάτι. Ατέλειωτο.
Ηδονής ποτάμια τρέχουν από τούς πόρους σου και
συγκλίνουν εκεί, στην πηγή σου για να ξεδιψάσω εγώ,
ο πιο διψασμένος από τούς ανθρώπους.
Φοβάμαι και πίνω με μικρές γουλιές μήπως και το εξαντλήσω και
χαθώ και πάλι στης ξηρασίας τούς τόπους.
Έλα στην τέλεια ανοργάνωτη ζωή μου
να την αποσυντονίσουμε τελείως
μπας και προκύψει η πολυπόθητη
συμφιλίωση με τον εαυτό μου.
Κώστας Λένης
