You are currently viewing Κώστας Περδίκης: Μια τυχαία συνάντηση, μια πολύτιμη φιλία.

Κώστας Περδίκης: Μια τυχαία συνάντηση, μια πολύτιμη φιλία.

(για τον Γιώργο Μαρκόπουλο)

 

Ήταν μεσημεράκι, του 2018, όταν βγήκα από το ημιυπόγειο τυπογραφείο του φίλου μου του Θόδωρου και πήρα να ανηφορίζω τη Διδότου.
Στη γωνία με τη Μαυρομιχάλη τον βλέπω να κατηφορίζει φορώντας ένα όμορφο μακρύ καμιλό παλτό και να σέρνει μια τσάντα με ροδάκια, γεμάτη ψώνια.
Λίγες  μέρες πριν, είχα δει ένα ντοκιμαντέρ στην ΕΡΤ, που μεταξύ των άλλων,  μιλούσε κι αυτός εκεί, για το αγαπημένο του ποδόσφαιρο και για τον “Αστέρα”, την ομάδα των Εξαρχείων.
Καθώς η φυσιογνωμία του είναι χαρακτηριστική, τον αναγνώρισα αμέσως και εντελώς αυθόρμητα τον χαιρέτησα.
-Γεια σας κύριε Μαρκόπουλε.
Ξαφνιάστηκε.
-Από πού σας ξέρω; με ρώτησε με ενδιαφέρον.
– Εγώ σας ξέρω, του απάντησα και έσπευσα να του δηλώσω πόσο με είχε αγγίξει το μικρό του ποίημα “Η μπάντα”, αλλά και το άλλο, “Η ωδή για τον παίκτη της ΑΕΚ και της Εθνικής Χρήστο Αρδίζογλου”.
-Γράφω κι εγώ,  συνέχισα, κάτι μικρά βιωματικά διηγήματα και σε λίγο θα εκδοθεί η τρίτη μου συλλογή, με τίτλο  “Ματιές”.
-Να μου τη στείλεις οπωσδήποτε μου λέει και σπεύδει να μου υπαγορεύσει την ταχυδρομική του διεύθυνση και το τηλέφωνό του.
Αυτή ήταν η πρώτη μας τυχαία συνάντηση, που κράτησε μόλις λίγα λεπτά και  αποδείχθηκε, για μένα, σημαδιακή.
Μου χάρισε, στην ηλικία των εβδομήντα (70) περίπου χρόνων μου, έναν καινούργιο φίλο, από τους πιο αγαπημένους μου, πολύτιμο.
Από κείνη τη μέρα, του έστελνα ό, τι έγραφα και δεν αργούσα να εισπράξω  τα  πολύτιμα σχόλιά του, όλα γεμάτα με αγάπη, συγκίνηση και ενθάρρυνση.
Το να ακούς από έναν τέτοιο άνθρωπο των γραμμάτων, από έναν πολυβραβευμένο ποιητή, τόσα καλά λόγια δεν μπορείς παρά να νιώσεις κολακευμένος.
Το στέκι του ήταν το “café des poetes”, στην πλατεία Βικτωρίας, όπου σκόπευα, κάπου, κάπου να τον συναντώ, να μπω κι εγώ στην παρέα του και να τα λέμε.
Μας βρήκε μετά, όμως, η κατάρα του κορωνοϊού, που σκόρπισε τον τρόμο του θανάτου και απαγόρεψε δια ροπάλου το  σμίξιμο των ανθρώπων, το τόσο αναγκαίο,  για κοντά τρία χρόνια.
Στο διάστημα αυτό δεν μας έλειψαν, περισσότερο σ’ αυτόν και λιγότερο σε μένα και τα προβλήματα υγείας, από άλλες αιτίες.
Τον θαύμαζα για τη δύναμη και το κουράγιο, που έδειχνε για να τα ξεπεράσει.
Αν και θέλω πάρα πολύ να συνομιλώ μαζί του,  διστάζω πολύ να του τηλεφωνώ, για να μην τον κουράζω.
Ξαναδιαβάζω, τώρα, το βιβλίο του Θεοδόση Πυλαρινού, με τίτλο “Ο Γιώργος Μαρκόπουλος σε χρόνο ανύποπτο”, που ο ποιητής μου έχει χαρίσει και που περιέχει τα σημαντικότερα αποσπάσματα των όσων κατά καιρούς ο Γιώργος έχει πει σε συνεντεύξεις του, αλλά και με άλλη ευκαιρία και θαυμάζω τον στοχασμό του.
Στα ποιήματά του μιλάει για τον γενέθλιο τόπο του, τη ζωή, τον θάνατο, τον έρωτα, για τους σημαντικούς ανθρώπους που συνάντησε και έκανε παρέα, για τους αδελφικούς του φίλους ποιητές, που τώρα “απουσιάζουν”, τους δικούς του  “Αγίους”, όπως εκείνος τους αποκαλεί.
Ο λόγος του είναι απλός, κατανοητός με περίσσια αγάπη, καλοσύνη, ταπεινότητα και έγνοια, όπως πρέπει να είναι ενός, αληθινά, σοφού ανθρώπου.
Νιώθω, λόγω και της κοντινής μας ηλικίας, σαν να ξέρω τον Γιώργο, απ’ όταν είμαστε παιδάκια και παίζαμε μπάλα, πότε στις αλάνες της Μεσσήνης και πότε της Ζαχάρως.
Ο πατέρας του ήταν κουρέας και ο Γιώργος, τότε σβέλτο πιτσιρίκι, έσπευδε όταν τέλειωνε ένα κούρεμα να βουρτσίσει τις τρίχες που είχαν πέσει στο σακάκι του πελάτη, εισπράττοντας και το αντίστοιχο μικρό χαρτζιλίκι.
Μέσα εκεί, όμως, στο κουρείο, ο Γιώργος έβλεπε και πρόσωπα, άκουγε και συζητήσεις για ένα σωρό θέματα, μύριζε το μπριγιόλ, την κολόνια λεμόνι και την πούδρα, που ο πατέρας του έβαζε στον πελάτη μετά το κούρεμα ή το ξύρισμα.
Όλα, τα φύλαξε στο παιδικό του μυαλό και είναι αυτά που αργότερα θα αποτελέσουν το κίνητρο και την αφετηρία του για τα ποιήματά του.
Ο ίδιος λέει ότι η μνήμη είναι για αυτόν η πηγή από την οποία αντλεί το υλικό για την ποίησή του.
“Πατρίδα μου είναι πλέον η μνήμη
και περιουσία μου όσοι αγάπησα και όσοι με αγάπησαν”,
γράφει στο ποίημά του “Κρυφός κυνηγός”.
Όπως αλλού διευκρινίζει:
“Δεν είμαι ποιητής, είμαι πλανόδιος φωτογράφος με μηχανή το μάτι μου”.
Του αρέσει να λέει, χαριτολογώντας, ότι έγινε ποιητής από μια σύμπτωση.
Πηγαίνοντας, μαθητής ακόμη στη Μεσσήνη, να τυπώσει τα πρώτα του διηγήματα, ο τυπογράφος τον συμβούλεψε αντί για διηγήματα να γράφει ποιήματα, που ’πιαναν λιγότερες αράδες, για να του έρθουν, έτσι, φθηνότερα.
Ο δικός μου πατέρας, από την άλλη, ήταν ο ταχυδρόμο της μικρής μας πόλης.
Τον έβλεπα με την πέτσινη σάκα του να μοιράζει, πρώτα  στην αγορά και μετά στις ρούγες, τα γράμματα και τα τηλεγραφήματα, που με λαχτάρα τα περίμεναν οι συμπολίτες μας.
Μέσα στους κλειστούς φακέλους ήσαν κρυμμένα μαντάτα και λόγια, άλλα καλά και άλλα μαύρα,  από κόρες στη ξενιτιά, από γιους στο στρατό, από φίλους καλούς, όπως και κείνα, τα όλο γλύκα,  από ερωτευμένες καρδιές.
Διαβάζοντας και τα δικά μου μικρά διηγήματα ο Γιώργος έσπευδε, αμέσως μετά, να  μου τηλεφωνήσει, για να μου πει συγκινημένος πόσα πολλά κοινά βιώματα έβρισκε να έχουμε οι δυο μας.
Είμαστε, αυτό που λένε, αδελφές ψυχές.
Κάθε τηλεφωνική μας επαφή τελειώνει, πάντα, με την ιδιαίτερη και αγαπημένη ατάκα του Γιώργου.
“Φιλιά, φιλιά, φιλιά”…

Αφήστε μια απάντηση

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.