You are currently viewing Κώστας Ξ. Γιαννόπουλος: Μίλαν Κούντερα, και οι συνέπειες του «Αστείου»

Κώστας Ξ. Γιαννόπουλος: Μίλαν Κούντερα, και οι συνέπειες του «Αστείου»

Ο μυθιστοριογράφος διδάσκει τον αναγνώστη να κατανοεί τον κόσμο ως ερώτημα.
                                                                                                                     Μίλαν Κούντερα
Είναι απίστευτο, αλλά με την προοπτική να έχει έναν βιογράφο, κανένας δεν απέρριψε την ιδέα να έχει μια ζωή
                                                                                                                      Ε.Μ. Σιοράν
 
Μυθιστοριογράφος είναι αυτός που θέλει να εξαφανιστεί πίσω από το έργο του
                                                                                                                                Φλωμπέρ
 
Ξεχάστε τη ζωή μου, ανοίξτε τα βιβλία μου
                                                Μίλαν Κούντερα
Μετά το θάνατο της Φύσης και του Θεού ζούμε το θάνατο του ανθρώπου. Στοιχηματίζουμε ωστόσο υπέρ της ζωής, της δικής μας και του κόσμου που μας τριγυρίζει.
                                                                                                    Μίλαν Κούντερα

 

 

 

Η ΑΠΕΧΘΕΙΑ ΓΙΑ ΤΙΣ ΒΙΟΓΡΑΦΙΕΣ

 

Ο Κούντερα δεν αγαπούσε τις βιογραφικές πληροφορίες, τις βιογραφίες, τους βίους και την πολιτεία των ανθρώπων. Ούτε τη δική του βιογραφία ήθελε να δει γραμμένη. Στην κυριολεξία τις αποστρεφόταν. Δεν πίστευε, άλλωστε πως προσθέτουν κάτι στο έργο. Ξέφυγε μόνο ένα φιλικό ζευγάρι που τον είχε κερδίσει. Και πρόσφατα το 2023 κυκλοφόρησε στον Γκαλιμάρ ένα βιβλίο με τίτλο Φλοράνς Νουαβίλ, Μίλαν Κούντερα, «Γράψιμο… τι ιδέα κι αυτή». Φέτος κυκλοφόρησε και στα ελληνικά από τον μόνιμο μεταφραστή του, τα τελευταία χρόνια, Γιάννη Η. Χάρη.

Το βιογραφικό σημείωμα που ενέκρινε ο ίδιος είναι:

«Γεννήθηκα το 1929.

Το 1968 τα βιβλία μου απαγορεύονται.

Το 1975 εγκαθίσταμαι στη Γαλλία.

Το 1980 μου αφαιρείται η τσέχικη ιθαγένεια.

Το 1981 ο Μιτεράν μου δίνει με επισημότητα τη γαλλική ιθαγένεια.

Υπάρχουν βραβεία δίχως ενδιαφέρον σχεδόν: Βραβείο της Ένωσης Τσέχων συγγραφέων για το Αστείο. Το 1968 Βραβείο Μεντισίς [Γαλλία] για το μυθιστόρημα Η Ζωή είναι αλλού. Βραβείο Μοντέλο [Ιταλία] για το Βαλς του Αποχαιρετισμού. Βραβείο Κόμμον Γουέλθ  για το Βιβλίο του Γέλιου και της Λήθης.

[Και αναφέρει όλα τα ως τότε έργα του].

Σε ό,τι αφορά κριτικές και άρθρα για το άτομό μου, πρόκειται για βλακείες που δεν αξίζουν να χάνει κανείς την ώρα του μαζί τους.

Παρίσι, Μάιος 1983».

Σημαντική, μεταξύ πολλών άλλων, φυσικά, παράλειψη: Γεννήθηκε Πρωταπριλιά. Σαν η γέννησή του να μην ήταν παρά ένα ψέμα. Ή σαν να μη γεννήθηκε καν. Το παιχνίδι αυτό του ημερολογίου έχει σίγουρα κάποια συνέπεια σε μεταφυσικό επίπεδο.

Μια άλλη σημαντική παράλειψη: ο πατέρας του ήταν πιανίστας. Ο Κούντερα τον λάτρευε. Ήταν το πρότυπό του.

Ο πατέρας του, Λούντβιχ Κούντερα (1891-1971), ήταν σημαντικός μουσικολόγος και πιανίστας, μαθητής του μεγάλου συνθέτη Λέος Γιάνατσεκ. Ο Μίλαν διδάχτηκε πιάνο από τον πατέρα του και αργότερα σπούδασε μουσικολογία και σύνθεση. Έτσι, μουσικολογικές επιρροές εμφανίζονται συχνά στο έργο του, όπως στο βιβλίο του Η Αβάσταχτη Ελαφρότητα του Είναι, στο οποίο ενθέτει πεντάγραμμα με μελωδίες του Λούντβιχ βαν Μπετόβεν ως εκφραστικό μέσο μιας συγκεκριμένης ψυχολογικής κατάστασης.

ΨΑΧΝΟΝΤΑΣ ΤΟ… ΔΡΟΜΟ ΤΟΥ

 

Το Μπρνό, η γενέτειρα ασχήμυνε με το πέρασμα του χρόνου και το κυνήγι της ανάπτυξης. Το σπίτι όμως που εγκαταστάθηκαν οι γονείς του κι έπειτα αυτός, όταν ήρθε στον κόσμο δεν άλλαξε καθόλου. Ένα απλό σπίτι, λιτό, σε σχήμα κύβου με μια μανόλια – φερμένη από την Ιταλία – που κρύβει τη μισή του πρόσοψη, όταν φουντώνει. Ένα σπίτι σχεδόν αθέατο από μακριά σα να συμφωνεί κι αυτό με την κρυψίνοια που χαρακτήρισε τον ένοικό του όταν έγινε συγγραφέας.

Ο πατέρας τον προετοίμαζε για μουσικό πολύ νωρίς, πριν ακόμα ακουμπήσουν τα πόδια του στα πεντάλ του πιάνου. Κάποια στιγμή του φάνηκε πως ήταν έτοιμος να συνθέσει . Φυσικά δεν ήταν. Κι όταν ο πατέρας του άκουσε τη σύνθεση που έπαιζε στο πιάνο τον έπιασε και τον έχωσε κάτω από το τραπέζι και τον άφησε εκεί πολλή ώρα. Αυτό ήταν ένα είδος τιμωρίας. Κάτι που ο Μίλαν δεν ξέχασε ποτέ.

Γράφοντας ποιήματα, όταν ακόμα ψάχνει το δρόμο του στην τέχνη, συνεχίζει να είναι μέλος του κόμματος, ακόμα και μετά την εισβολή των Σοβιετικών. Άλλωστε είχε εγκαταλείψει το Πανεπιστήμιο για να αφοσιωθεί στην κομματική δουλειά.

Με τη λυρική ποίηση είναι που βρίσκει την τέχνη που θ’ ακολουθήσει, το γράψιμο. Ωστόσο, αργότερα απέρριψε και την ποίηση και το λυρισμό και δεν περιέλαβε στα άπαντά του κανένα από τα ποιήματα που συνέθεσε τότε. Όπως και μια απόπειρα να γράψει θέατρο. Τους Κλειδοκράτορες [1962]. Αν κι έδωσε την άδεια να παιχτεί και αργότερα στην πατρίδα του , όταν του ζητήθηκε.

Υπήρξε αυστηρός με τον εαυτό του, αλλά κυρίως με το έργο του και τη μυθολογία που δημιούργησε γύρω από αυτό, αυτός ο ντροπαλός, ψιλόλιγνος, γαλανομάτης  άντρας με το ειρωνικό βλέμμα. Αλληλοθαυμάζονταν με τον Φελλίνι, αλλά δεν συναντήθηκαν ποτέ λόγω της συστολής που διέκρινε και τους δύο.

Πριν βρει το συγκεκριμένο μονοπάτι που θ’ ακολουθούσε στην τέχνη σπούδασε και δίδαξε σινεμά στην Πράγα με μαθητές την Αννιέσκα Χόλαντ και τον μετέπειτα διάσημο σκηνοθέτη Μίλος Φόρμαν. Άφησε εποχή στην Ακαδημία Κινηματογράφου. Οι μαθητές του τον θυμούνται να τους μιλά με πάθος για τους μεγάλους Κεντροευρωπαίους μυθιστοριογράφους που θαύμαζε, πριν ακόμα ο ίδιος γράψει έστω ένα διήγημα.

 

ΟΙ ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ

 

Ο Κούντερα δεν έδινε εύκολα ούτε συνεντεύξεις παρά μόνο για να αυτοπροσδιορίσει , επαναπροσδιορίσει και επανατοποθετήσει τα μυθιστορήματά του. Ωστόσο έδωσε δύο συνεντεύξεις στη Λιμπερασιόν που αποτελούν ένα σώμα καθώς η μία συμπληρώνει και προεκτείνει την άλλη. Η πρώτη δημοσιεύθηκε στις 6 Δεκεμβρίου 1981 και η δεύτερη στις 18 Απριλίου 1983.

«Σε μια νύχτα μέσα όλα τα βιβλία μου απαγορεύτηκαν», λέει, «όταν οι Ρώσοι κατέλαβαν τη μικρή μου χώρα».

Η νοσταλγία μιας χαμένης πατρίδας, ενός χαμένου κόσμου κι αργότερα μιας χαμένης γλώσσας. Όχι η προσωπική νοσταλγία. Αυτή είναι άλλο πράγμα. Αλλά η νοσταλγία της χαμένης εποχής, το χαμένο χτες που νοσταλγούσε ο Στέφαν Τσβάιχ, όταν είδε την Αυστροουγγαρία, τη μεγάλη αυτοκρατορία της εποχής του να κατακερματίζεται, όταν είδε ένα σφοδρό άνεμο να τη σαρώνει. Το ίδιο συναίσθημα είχε και ο Κούντερα που έμοιαζε μ’ αυτό του Γιόζεφ Ροτ, του Εβραίου της Αυστροουγγαρίας που ήθελε πίσω τη χώρα του, τη Γαλικία –κι ας ήταν ένας φτωχός και περιφρονημένος Εβραίος, αντίθετα με τον πλούσιο Τσβάιχ που κατοικούσε σε πύργο στο Ζάλτσμπουργκ.

Την νοσταλγία του Τσβάιχ κι του Ροτ ή του Σνίτσλερ, όλοι τους Εβραίοι παρεμπιπτόντως, που πέθαναν νωρίς και γλίτωσαν το αποτρόπαιο Ολοκαύτωμα κληρονόμησε ο Κούντερα, χρόνια αργότερα, σ’ έναν άλλο κόσμο. Μεταπολεμικό, που άλλαξε πάλι. Τα σύνορα μετακινούνταν. Η ελευθερία περιοριζόταν. Τα ρωσικά τάνκς καταλάμβαναν την Πράγα, την πόλη του αγαπημένου του συγγραφέα του Κάφκα. Την ώρα που η Δυτική Ευρώπη ζούσε μια εξέγερση, το Μάη του ’68, τον ίδιο Μάη αρκετά χιλιόμετρα ανατολικότερα ο Κούντερα αισθανόταν ασφυκτικά κι αποφάσιζε να φύγει. Στη Δύση που ζούσε τη δική της  άνοιξη, κι ας κράτησε λίγο, κι ας είχε μια συνέχεια που σε τίποτα δε θύμιζε τους εξεγερμένους , ο κόσμος ήταν μοιρασμένος στα δύο. Ο μεν με μιαν επίφαση ελευθερίας να επιβιώνει με δύο ταχύτητες, με την κυριαρχία της αγοράς και ο άλλος, του υπαρκτού, να προσπαθεί να σταθεί μέσα σε κλίμα εχθρικό, αναπτύσσοντας σταδιακά, ένα ολοκληρωτικό καθεστώς.

Ο ‘Ελεύθερος Κόσμος’, έρμαιο του Ψυχρού πολέμου ζούσε με τον τρόμο της πυρηνικής απειλής. Με μια Γερμανία που δεν υπέστη καμιά κάθαρση γεννούσε μοιραία αντάρτες πόλεων, που ήθελαν να υπερασπιστούν την ελευθερία, το δίκαιο, την κάθαρση, αλλά κατεστάλησαν γρήγορα και επέτρεψαν στην εξουσία να σκληρύνει και ν’ αφήσει στην άκρη τα προσχήματα, να ξεχάσει  τα ανθρώπινα δικαιώματα, να κλείσει τη στρόφιγγα της επίφασης.

Σ’ αυτή την Ευρώπη του λεγόμενου ‘ελεύθερου ‘ κόσμου μετανάστευσε ο Κούντερα. Στη Γαλλία.  Θεωρώντας πως ο ερχομός αυτός δεν υπήρξε ξεριζωμός αλλά εμπλουτισμός. Δικός του ο όρος. Ωστόσο δε σταματά να κάνει κριτική στο σύστημα, στα ΜΜΕ που πνίγουν την Τέχνη, στον Σαρτρ που τον είχε μεθύσει με το Κεκλεισμένων των Θυρών και τον είχε απογοητεύσει όταν μιλούσε «σαν επαρχιακός γραμματέας του Κόμματος», αργότερα.

«Ο κριτικός έχει καταντήσει να κάνει ένα βιαστικό σχόλιο απάνω στο βιβλίο που κυκλοφόρησε χθες, έγινε επίκαιρο σήμερα κι αύριο εξαφανίζεται δεν το θυμάται κανείς», λέει.

Τι κι αν υπάρχουν σπουδαίοι κριτικοί όταν δεν ανταποκρίνονται στο ρόλο τους. Πόσοι θα καταλάβαιναν τον Οδυσσέα του Τζόυς χωρίς τη σωρεία μελετών που είχαν εκπονηθεί και που ο συγγραφέας του είχε προβλέψει πως θ’ ασχολούνται πολλοί και σπουδαίοι με το έργο του επί χρόνια, όταν εκείνος δεν θα υπάρχει πια. Παρόλα αυτά πιστεύει πως το έργο περιέχει και την ανάλυσή του.

«Η κριτική ανακαλύπτει  την ανακάλυψη ή την αποκάλυψη του έργου».

«Οι ποιητές δεν εφευρίσκουν τα ποιήματα. Το ποίημα είναι κάπου εκεί πίσω. Πολύ καιρό πριν βρίσκεται εκεί. Ο ποιητής το ανακαλύπτει μόνο», λέει εύστοχα ένας συμπατριώτης του ποιητής.

Το πολιτικό κιτς που υπαγορεύει το δράμα, προσδοκούσε απλώς να καταστρέψει τις παραμικρές εστίες αντίστασης που καλλιεργεί η φευγαλέα χειρονομία του χιούμορ. Και αυτοί που πολέμησαν όσο τίποτα άλλο το χιούμορ ήταν στα μάτια του τα κόμματα και η Αρχή της λογοκρισίας.

«Μου είναι αδύνατον να μην είμαι φορμαλιστής», λέει, «Δεν μπορείτε να γράφετε ένα μυθιστόρημα παρά μόνο αν είστε σίγουρος ότι ανακαλύψατε στο είδος αυτό φορμαλιστικές δυνατότητες, ακόμα ανεκμετάλλευτες. Αλλιώτικα, είστε ένας απλός γραφομανής, ο οποίος ετοιμάζει ένα μικρό, επίκαιρο γεγονός».

Η ελλειπτικότητα της έκφρασής του απαντά στο μπαρόκ οικοδόμημα που είχε θρέψει τον ρομαντισμό των προκατόχων του.

Τηλεγραφικά, στην κυριολεξία, απαντά όσον αφορά τη γενεαλογία του ως μυθιστοριογράφου: ο Ραμπελαί, ο Ντιντερό του Ζακ ο Μοιρολάτρης,  ο Μούζιλ του Ανθρώπου χωρίς ιδιότητες, ο Μπροχ των Υπνοβατών, ο Γκομπρόβιτς της Πορνογραφίας και του Φερντυντούρκε. Και φυσικά ο Τόμ Τζόουνς του Φήλντινγκ, ο Ζιλ Μπλας του Λεσάζ, ο Θερβάντες, ο Σουίφτ, ο Ντεφόε, ο Σμόλετ, ο Ρίτσαρντσον. Η Γαλλία του Διαφωτισμού και της σάτιρας και η Κεντρική Ευρώπη. Ελάχιστοι ωστόσο Γάλλοι, περισσότεροι Αγγλοσάξονες. Και όμως θα πει πως η Μποβαρύ είναι το μεγάλο μυθιστόρημα και ο Οδυσσέας του Τζόυς, το αριστούργημα του μοντερνισμού. Εκθειάζει τον αιδεσιμότατο Λώρενς Στερν του Τρίστραμ Σάντι. Μιλάει με μεγάλο  θαυμασμό για τον Τολστόι και πως χρησιμοποιεί εσωτερικό μονόλογο στην Άννα Καρένινα, αγαπά τον Τσέχωφ, αλλά «καταδικάζει» τον Ντοστογιέφσκι.

«Αυτός ο κόσμος με τις υπερβολικές χειρονομίες, με τις σκοτεινές αβύσσους, με την επιθετικότητα των αισθημάτων με απωθούσε».

«Εκείνο που μ’ ερέθιζε στον Ντοστογιέφσκι ήταν το κλίμα των βιβλίων του. Ένας κόσμος που το κάθε τι γίνεται συναίσθημα (ή ακόμη όπου το συναίσθημα υψώνεται και φθάνει την αξία και την αλήθεια)».

Σε μια κοινωνία όπου το γέλιο και η ειρωνεία ήταν υπό διωγμόν, ο ίδιος έστησε όλη την αφηγηματική του δεινότητα ακριβώς πάνω στη σάτιρα.

«Πάντα με εκνεύριζαν τα έργα που συνοψίζουν μια ζωή», λέει ο Ντεγκά Βελικίτς, «όλο σκηνές είναι. Μια αδιάσπαστη ακολουθία σκηνών που κυλάει χωρίς αρχή και χωρίς τέλος. Κι η δική μας παρόρμηση να δώσουμε στα πάντα κάποιο ανώτερο νόημα, λες κι αυτό θα μας ανακούφιζε».

Ας δούμε όμως μετά από τόσες αρνήσεις τι του άρεσε τελικά του γαλλοτραφούς πλέον μυθιστοριογράφου:

«Από την Αναγέννηση, η δυτική ευαισθησία ισορρόπησε χάρις σ’ ένα συμπληρωματικό πνεύμα της λογικής και της αμφιβολίας, του παιχνιδιού και της σχετικότητας των ανθρώπινων πραγμάτων. Τότε μόνο η Δύση φτάνει στην πληρότητά της. όταν ο βαρύς ρωσικός ανορθολογισμός πλάκωσε τη χώρα μου, ένιωσα την ενστικτώδη ανάγκη να εισπνεύσω βαθιά εκείνο ακριβώς το πνεύμα».

«Η ευαισθησία όταν αντικαθιστά την ορθολογική σκέψη, γίνεται η ίδια η βάση της μη συνεννόησης, της έλλειψης ανοχής […]. Αν θα είχα να δώσω έναν ορισμό του εαυτού μου, θα έλεγα πως είμαι ένας ηδονιστής παγιδευμένος σ’ έναν κόσμο πολιτικοποιημένο στο έπακρο».

ΕΝΑ ΑΣΤΕΙΟ

Ένα ‘Αστείο’ που κάποτε ίσως και να περνούσε απαρατήρητο τώρα στην Τσεχοσλοβακία υπό ρωσική επιρροή μπορούσε να σου αλλάξει τη ζωή. Να διαγραφείς από το Κόμμα. Πρώτο μόλις σκαλοπάτι. Ύστερα μπορούσες να βρεθείς σε κάποιο στρατόπεδο ή εξαφανισμένος, ακόμη και εκτελεσμένος. Μόλις ένα ‘Αστείο’. Και ο Κούντερα που ήταν μέλος του Κόμματος, πίστευε σ’ αυτό και είχε δουλέψει γι αυτό έγραψε το Αστείο. Το πρώτο του μυθιστόρημα γραμμένο το 1965 και εκδόθηκε το 1967 στην Τσεχοσλοβακία.

Ένα χρόνο μετά το Αστείο – με την τόλμη και την ειρωνεία και τον σαρκασμό που το διέκρινε, την ακριβή περιγραφή της τρομοκρατίας της σταλινικής εποχής, της ανελευθερίας του γεγονότος ότι ούτε να γελάσει δεν μπορούσε πια κανείς – είχε κάνει τη ζημιά του. Είχε αποκαλύψει μια κατάσταση η οποία έως τότε κρυβόταν επιμελώς κάτω απ’ το χαλί. Αν δεν έγραφε το Αστείο εκείνη την εποχή που ήταν πιστός και στρατευμένος στο Κόμμα, ίσως και να συνέχιζε να βλέπει και να ερμηνεύει αλλιώς τα πράγματα. Ένα Αστείο που άνοιξε τα μάτια, το μυαλό και άλλαξε την πίστη. Τον ρομαντισμό του. Την ένταξή του. Αν και άργησε να αποχωρήσει από το Κόμμα, η ρήξη είχε επισυμβεί.

Άλλωστε τα πράγματα είχαν αλλάξει σημαντικά: «Η ύπαιθρος λεηλατημένη από χιλιάδες τανκς, το μέλλον της χώρας υποθηκευμένο για αιώνες. Οι Τσέχοι πολιτικοί έχουν συλληφθεί».

Γι αυτό: «Η σημασία της μνήμης είναι τεράστια στις χώρες της Κεντρικής Ευρώπης. Όταν τα βιβλία της ιστορίας έχουν παραχαραχτεί για προπαγανδιστικούς λόγους τότε αυξάνεται η επιθυμία για αλήθεια».

Τα πρώιμα μυθιστορήματα του Κούντερα εξερευνούν το δίπολο τραγικότητας και κωμικότητας του ολοκληρωτισμού, παρ’ όλα αυτά ο ίδιος δεν τα θεωρεί πολιτικό σχολιασμό, σχολιάζοντας πως «Η καταδίκη του ολοκληρωτισμού δεν αξίζει ένα μυθιστόρημα».

«Κατά τον Μεξικανό μυθιστοριογράφο Κάρλος Φουέντες, ο Κούντερα «βρίσκει ενδιαφέρουσα την ομοιότητα μεταξύ του ολοκληρωτισμού και του αμνημόνευτου όσο και συναρπαστικού οράματος μιας εναρμονισμένης κοινωνίας όπου η προσωπική και κοινωνική ζωή ταυτίζονται υπό μια μοναδική θέληση και μοίρα…» Η εξερεύνηση του μαύρου χιούμορ μιας τέτοιας φαύλης ομοιότητας θέματος φαίνεται βαθιά επηρεασμένη από τον επίσης Τσεχοσλοβάκο μυθιστοριογράφο Φραντς Κάφκα.

 

 

 

Αν και ήταν, σύμφωνα με τους γνωρίζοντες, αρκετές φορές υποψήφιος για το Νόμπελ Λογοτεχνίας δεν του το απένειμαν ποτά, ούτε τιμήθηκε με κανένα άλλο σημαντικό ευρωπαϊκό βραβείο παρά το ότι θεωρείται ο κατεξοχήν αναμορφωτής του ευρωπαϊκού μυθιστορήματος στον 20ο αιώνα.

«Το μόνο πλαίσιο μέσα στο οποίο μπορούμε να συλλάβουμε την αξία ενός μυθιστορήματος είναι το πλαίσιο της ιστορίας του ευρωπαϊκού μυθιστορήματος», έχει γράψει προφητικά στην Τέχνη του μυθιστορήματος, «Ο μυθιστοριογράφος δεν έχει να δώσει λογαριασμό σε κανέναν, εκτός από τον Θερβάντες».

«Το πρόβλημα δεν είναι ο θάνατος: είναι η αθανασία. Η μικρή και η μεγάλη. Τη μικρή την κερδίζουμε όλοι, λίγο-πολύ, στη μνήμη αυτών που μας αγάπησαν. Τη μεγάλη την αξιώνονται εκείνοι που διαβαίνουν το όριο της φήμης» γράφει ο Μίλαν Κούντερα στην Αθανασία, το πιο φιλοσοφικό ίσως μυθιστόρημά του.

 

 

Ο Μίλαν Κούντερα απεβίωσε στις 11 Ιουλίου 2023 στο Παρίσι, σε ηλικία 94 ετών.

 

 

Σημείωση: Συμβουλεύτηκα σε πολλά σημεία το βιογραφικό δοκίμιο της Φλοράνς Νουαβίλ, Μίλαν Κούντερα, «Γράψιμο… τι ιδέα κι αυτή», μτφρ. Γιάννης Η. Χάρης, Εστία, 2025, το περ. Διαβάζω, τχ. 80,2.11.1983, την Βικιπαίδεια και επικουρικά το δοκίμιο του Κούντερα ο Πέπλος, μτφρ. Γ.Η. Χάρης, Εστία, 2008 και την Τέχνη του Μυθιστορήματος, μτφρ. Γ Η.Χάρης, Εστία, 2023-

 

 

Κώστας Γιαννόπουλος

 

 

                                                                                                                                                                                                       

Κώστας Γιαννόπουλος

Ο ΚΩΣΤΑΣ Ξ. ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ είναι δημοσιογράφος και συγγραφέας. Συνεργάστηκε για μια πενταετία με την εφημερίδα «η Εποχή» (όπου διατηρούσε τη στήλη'Περίτεχνα' και έφτιαχνε σκίτσα) και με το περιοδικό ‘''Στίγμα''’ από την ίδρυση του ως την αναστολή της έκδοσής του. Υπήρξε, επίσης, σύμβουλος του Πολιτισμικού Οργανισμού του Δήμου Αθηναίων όπου οργάνωσε ''5 συζητήσεις για ποίηση σαν παρτίδες πόκερ''Δημοσίευσε βιβλιοκριτικές στην «Καθημερινή» και στη «Νέα Εστία», παρουσίασε στο Γ΄ Πρόγραμμα της ΕΡΑ εκπομπές με ελληνική μελοποιημένη ποίηση, και αρθρογράφησε στο περιοδικό «Γαλέρα» καθώς και στα περιοδικά ''Νέο επίπεδο'' και ''Διαβάζω'' Εξέδωσε μια μονογραφία για τον Περικλή Γιαννόπουλο και μια μυθιστορηματική βιογραφία για τον Μιχαήλ Μητσάκη. Έχει γράψει ακόμη ένα θεατρικό μονόλογο και ένα βιογραφικό δοκίμιο για τον Κ. Γ. Καρυωτάκη, τα οποία είναι ανέκδοτα. Δημοσίευε στο περιοδικό «Ιστορία εικονογραφημένη» και συνεργάζεται με το περιοδικό δρόμου, ΣΧΕΔΊΑ ενώ είναι αρχισυντάκτης του Στρόβιλος.gr.

Αφήστε μια απάντηση

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.