Ο Θανάσης Νιάρχος έγραψε στα ΝΕΑ το προηγούμενο Σαββατοκύριακο ότι υπάρχουν ποιητές που όσο σπουδαίο κι αν είναι το έργο τους, εξεταζόμενο με καθαρά ποιητικούς όρους, σε περίπτωση που είχε λείψει, θα είχε ζημιωθεί ανυπολόγιστα η ίδια η ποίηση. Αλλά υπάρχουν και ποιητές που όσο κι αν το έργο τους αποτιμάται, πάλι με καθαρά ποιητικούς όρους, ως ένα υψηλό επίτευγμα, θα είχαμε, αν είχε λείψει, στερηθεί όλοι μας κάτι σαν μια μεγάλη ανάσα μέσα στην καθημερινότητά μας. Μια ποίηση άμεσα παρηγορητική και λυτρωτική. Είναι ακριβώς με μια αντίστοιχη αίσθηση που επανέρχεται μέσα μου ο Σωτήρης Παστάκας, όταν πιάνω ένα βιβλίο του ποιητικό και αυτό νομίζω ότι ισχύει και για το τελευταίο βιβλίο του από τη «Θράκα».
Η νέα ποιητική συλλογή του Παστάκα, «Λάρισα κλπ», είναι ένα βιβλίο που διαβάζεται σαν ένας οδηγός πόλης, όχι όμως απαραίτητα τουριστικός, αλλά περισσότερο υπαρξιακός. Ένας οδηγός που δεν σου δείχνει απλώς πού να πας, αλλά πώς να σταθείς, πώς να κοιτάξεις, πώς να θυμηθείς, στη Λάρισα.
Η συλλογή είναι χωρισμένη σε τρία μέρη: τους «Περιπάτους», τις «Προσωπογραφίες» και τα «Περίχωρα». Νομίζω ότι είναι χωρισμένη με τέτοιο τρόπο που μόνο τυχαία δεν είναι η επιλογή. Στους «Περιπάτους» έχουμε την κίνηση, το σώμα μέσα στην πόλη, τη συνεχή περιπλάνηση. Στις «Προσωπογραφίες» έχουμε τα πρόσωπα, τους ανθρώπους που δίνουν σάρκα και φωνή στον τόπο και σίγουρα στον ποιητή. Έχω την τύχη να βρίσκομαι κι εγώ μέσα στα πρόσωπα αυτά. Και στα «Περίχωρα» έχουμε την απομάκρυνση, γεωγραφική αλλά και ψυχική, τη γνωριμία με μέρη σημαντικά για τον ποιητή, δίπλα μας.
Στο πρώτο μέρος λοιπόν της συλλογής, ο περίπατος λειτουργεί ως βασικό ποιητικό εργαλείο. Δεν είναι απλώς μια διαδρομή, αλλά μια μορφή συνείδησης. Ο Παστάκας περπατά και μαζί του ενεργοποιείται η μνήμη, η παρατήρηση, η στοχαστικότητα. Στο ποίημα «Περίπατος», το σώμα αποκτά επίγνωση του εδάφους, της κίνησης, της ισορροπίας και ξαφνικά, λέει «ήδη περπατώ με τους νεκρούς». Εδώ νομίζω συνοψίζεται ένα μεγάλο μέρος του βιβλίου: η συνύπαρξη ζωής και απώλειας μέσα στο καθημερινό βίωμα.
Σε άλλα ποιήματα της ενότητας, όπως στο «Κεντρική Πλατεία», ο Παστάκας καταγράφει με κινηματογραφική ματιά τους ανθρώπους που διασχίζουν τον δημόσιο χώρο. Ο καθένας κουβαλά κάτι, ένα αντικείμενο, μια έγνοια, μια μικρή ιστορία. Η εικόνα είναι απλή, αλλά το αποτέλεσμα δεν είναι τόσο απλό: μια πόλη είναι η Λάρισα όπου όλοι συνυπάρχουν, χωρίς απαραίτητα να συναντιούνται ουσιαστικά.
Ιδιαίτερη θέση έχουν και τα ποιήματα που ακουμπούν σε χώρους όπως το νοσοκομείο ή το νεκροταφείο. Εκεί, ο λόγος γίνεται πιο πυκνός, σχεδόν υπαρξιακός. Στο «Γενικό Νοσοκομείο», για παράδειγμα, η εικόνα των ασθενών και των συγγενών συνθέτει μια σκηνή οριακή, όπου η ζωή και η απώλεια συνυπάρχουν με μια ήσυχη, σχεδόν αναπόφευκτη ένταση. Στη «Λαϊκή της Τετάρτης», το ποίημα είναι γεμάτο εικόνες, μυρωδιές, χρώματα και ήχους. Η λαϊκή αγορά δεν παρουσιάζεται απλώς ως χώρος εμπορίου, αλλά ως τόπος μνήμης, καθημερινότητας και συνέχειας.
Οι εικόνες («ντομάτες σαν ρουμπίνια», «μελιτζάνες… σαν ύφασμα βυζαντινό») δίνουν σχεδόν ιερό χαρακτήρα στα καθημερινά πράγματα, ενώ οι άνθρωποι και τα προϊόντα συγχωνεύονται σε ένα ενιαίο, ζωντανό σύνολο. Και θυμάμαι διαβάζοντάς το τον Παστάκα που μας είχε πει κάποτε, ότι δεν μπορείς να γίνεις ποιητής αν δεν πηγαίνεις στη λαϊκή, ή κάπως έτσι τέλος πάντων.
Η κορύφωση έρχεται με την προσωποποίηση του ήλιου («έγνευσε: Ζήσε»), που λειτουργεί σαν επιταγή ζωής. Διαβάζουμε ακόμη για άλλους τόπους που συναντάς τον Παστάκα, τη Λογοτεχνική Γωνιά που βρισκόμαστε τώρα, αλλά και το αγαπημένο του Γιατάκι, (τι πιο όμορφο να μοιράζεσαι τα πρόβεια παϊδάκια της Θοδώρας και το κρασί και τα γέλια βράδυ Παρασκευής στην πλατεία με τα πλατάνια).
Στο δεύτερο μέρος, τις «Προσωπογραφίες», ο ποιητής στρέφεται σε συγκεκριμένα πρόσωπα. Δεν πρόκειται για ηρωικές μορφές, αλλά για ανθρώπους της καθημερινότητας: φίλους, γνωστούς, φιγούρες που μοιάζουν και είναι οικείες. Μέσα από σύντομα, κοφτά ποιήματα, αλλά και λίγο μεγαλύτερα, σκιαγραφούνται ζωές που κουβαλούν μοναξιά, επιθυμία, αγάπη, απώλεια, αλλά και μια πεισματική επιμονή να συνεχίσουν. Η γλώσσα εδώ γίνεται ακόμη πιο άμεση, σχεδόν εξομολογητική, χωρίς όμως να χάνει την ποιητική της δύναμη. Ξεκινάει θέλοντας να μας υπογραμμίσει γιατί δεν φεύγουμε από τη Λάρισα, γράφοντας το ομώνυμο ποίημα στο οποίο η Λάρισα λειτουργεί περισσότερο ως ψυχικός τόπος παρά ως γεωγραφικός. Είναι η πόλη της συνήθειας, της επανάληψης, αλλά και μιας περίεργης οικειότητας που δύσκολα εγκαταλείπεται.
Οι αναφορές (ΑΕΛ, καιρός, απουσία αεροδρομίου/λιμανιού) είναι συγκεκριμένες: κάθε «Λάρισα» όμως είναι ένας τόπος όπου μένουμε ενώ σκεφτόμαστε να φύγουμε. Το ποίημα μιλά για τη δύναμη της συνήθειας αλλά και την αντίφαση ανάμεσα στην επιθυμία φυγής και την αδυναμία της. Σε αυτό το μέρος της συλλογής, ο Παστάκας συνομιλεί με φίλους του. Ζώντες και τεθνεώτες. Που είχε γράψει και ο Κωστής Παπαγιώργης. Στο ποίημα «Μετωπική» λοιπόν, έχουμε μια σημαντική εμπειρία πένθους. «Μ’ έλιωσε σαν νταλίκα» γράφει «Δεν είχα κανέναν για να μιλήσω… ένα χέρι να με σηκώσει», «στη μέση του δωματίου με ανοιχτό το βιβλίο». Το βιβλίο παραμένει ανοιχτό, αλλά η επικοινωνία έχει διακοπεί. Είναι σαν μια σκηνή παγωμένου χρόνου.
Από την άλλη όπως αναφέρει στο ποίημα «Ελπίδα» ο πόνος είναι κυκλικός και αναπόφευκτος. Ο ύπνος εμφανίζεται ως η μόνη πραγματική «λύση», είναι «βάρκα που γλιστράει», δηλαδή κάτι παθητικό, σχεδόν μηχανικό. Δεν θεραπεύει, απλώς μετακινεί τον πόνο. Το «Ρεβεγιόν Πρωτοχρονιάς» δείχνει ότι και με λίγα, «τρία ευρώ», «Σκλαβενίτης», μπαταρίες, ένα μπουκάλι «Παράγκα ερυθρός ξηρός Αμυνταίου», μπορούμε να περάσουμε μια χαρά. Η φαντασία και η επιθυμία αρκούν πολλές φορές για να μετατρέψουν ένα φτωχό, αστικό σκηνικό σε τόπο έντασης, προσδοκίας και στιγμιαίας «άνθισης».
Στο «μπαλκόνι της Χρύσας», υμνεί τον κήπο της Χρύσας, αλλά με έναν τρόπο και την ίδια τη Χρύσα. Οι προσωποποιήσεις των λουλουδιών («πανσέδες των θλιμμένων αποχαιρετισμών», «διπλαδένια των αιωρούμενων στιγμών») δίνουν μια ποιητική υπερβολή που δεν είναι διακοσμητική, αλλά συναισθηματική: τα φυτά γίνονται φορείς χρόνου και μνήμης. Η φύση δεν είναι απλώς διακοσμητική, είναι τρόπος ύπαρξης. Είναι όπως λέει: «η φωνή της ίδιας της ζωής που δεν έχει άλλη γλώσσα παρά το πράσινο». Αυτή η φράση συμπυκνώνει όλο το ποίημα: η ζωή δεν χρειάζεται εξήγηση, μόνο παρουσία.
Στο τρίτο μέρος, τα «Περίχωρα», η ματιά ανοίγει. Ο χώρος διευρύνεται. Εδώ ανήκουν ποιήματα που ξεφεύγουν από τα στενά όρια της πόλης και αγγίζουν άλλους τόπους, άλλες εμπειρίες, ακόμη και συλλογικά τραύματα. Το ποίημα «Τέμπη», για παράδειγμα, λειτουργεί σχεδόν συμβολικά: ένα τοπίο φυσικής ομορφιάς που κουβαλά ταυτόχρονα και το βάρος της ανθρώπινης απώλειας. Η φύση και το πένθος συνυπάρχουν σε μια εικόνα που μένει. Στο ποίημα, «Εθνική οδός» δεν μιλά για μετακίνηση στον χώρο, αλλά για μια διάχυση της ταυτότητας μέσα στην ανωνυμία των άλλων ανθρώπων. Οι συνεπιβάτες, οι άγνωστοι, τα σώματα που κοιμούνται, είναι το ίδιο το νόημα του ταξιδιού. Ο στίχος «ένα κορίτσι που κοιμάται είναι όλα τα γυναικεία ονόματα από καταβολής παραδείσου» είναι για μένα πολύ σπουδαίος. Μετατρέπει το ατομικό σε συλλογικό, σε αρχέτυπο. Η συνέχεια όμως επαναφέρει το ποιητικό «εγώ» μέσα στο ίδιο πλαίσιο: «τρία κορίτσια… είναι το ιδρωμένο πουκάμισο, με το οποίο κατεβαίνω…». Οι άλλοι γίνονται καθρέφτης του σώματος του ποιητικού υποκειμένου.
Ο γνωστός μας «Λούκουλος» στο ποίημα προσθέτει μια μικρή στιγμή καθημερινότητας, σχεδόν ειρωνική, μέσα σε όλο αυτό το υπαρξιακό πλαίσιο. Έχουμε ακόμη το ποίημα «Γκεντίκι» αφιερωμένο στον Μάκη Λαχανά. Εκείνον που τον συμφιλίωσε, με τη Λάρισα, όπως έχει πει ο Παστάκας. Γνώρισε το όρος Μώψιον, τον Τάκη Τλούπα και τις φωτογραφίες του και έγινε περήφανος για την καταγωγή του. Έτσι, το συγκεκριμένο ποίημα, δεν λειτουργεί απλώς ως περιγραφή ενός τοπίου, αλλά ως στοχασμός πάνω στον τρόπο που ο άνθρωπος αντιλαμβάνεται τον κόσμο και τον εαυτό του μέσα σε αυτόν.
Και βέβαια, στο τέλος της συλλογής, το ποίημα «Ραψάνη», γνωστό πια μέσα στα χρόνια, έχω την εντύπωση ότι απλά δεν θα μπορούσε να μην περιλαμβάνεται στη συγκεκριμένη συλλογή. Έρχεται ως μια βαθιά προσωπική κορύφωση. Μια ωδή στη μητέρα, αλλά και κάτι περισσότερο: μια επιστροφή στην αρχή, στη ρίζα. Η συγκίνηση εδώ είναι καθαρή, σχεδόν γυμνή. Και ίσως γι’ αυτό να λειτουργεί τόσο έντονα.
Συνολικά, το «Λάρισα κλπ»συνθέτει τη Λάρισα του Παστάκα, όχι ως γεωγραφικό τόπο μόνο, αλλά ως βίωμα. Μια πόλη στην οποία ο ποιητής γνώρισε ανθρώπους, ξαναγνώρισε τον εαυτό του, και, όπως ο ίδιος μου είπε πρόσφατα σε μια συνέντευξη που κάναμε, διανύει τα πιο παραγωγικά του χρόνια. Είναι μια Λάρισα καθημερινή, συχνά σκληρή, αλλά και βαθιά οικεία.
Αξίζει να σημειωθεί πως η συλλογή αυτή φαίνεται να έχει ήδη ενεργοποιήσει μια ιδιαίτερη σχέση με τους αναγνώστες της. Άνθρωποι που έφυγαν από τη Λάρισα, που ζουν αλλού, αναγνώρισαν μέσα στις σελίδες της κάτι δικό τους. Επικοινώνησαν με τον ποιητή, όπως γνωρίζω, γιατί είδαν τη γενέτειρά τους μέσα από αυτή με άλλο μάτι. Και αυτό ίσως είναι ένα από τα σημαντικότερα επιτεύγματα του βιβλίου. Έχει τη δύναμη να επανασυστήσει αυτό τον τόπο.
Νομίζω κλείνοντας ότι η ποίηση του Παστάκα για μια ακόμη φορά δεν επιδιώκει εντυπωσιασμούς, αντίθετα μέσα από τη λιτότητά της, καταφέρνει να αναδείξει κάτι ουσιαστικό: ότι η ζωή, όπως τη ζούμε καθημερινά, με τις μικρές της λεπτομέρειες, τις απώλειες και τις επαναλήψεις της, είναι από μόνη της ένα υλικό βαθιά ποιητικό.
