You are currently viewing Λένη Ζάχαρη: Η Παιδεία την περίοδο της Τουρκοκρατίας (Α’ μέρος)

Λένη Ζάχαρη: Η Παιδεία την περίοδο της Τουρκοκρατίας (Α’ μέρος)

Το να μιλήσει κανείς για την Παιδεία κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας στις υπόδουλες περιοχές και μάλιστα σε αυτές που ζει και αναπτύσσεται το ελληνικό στοιχείο, προϋποθέτει γνώση των συνθηκών που επικρατούσαν σε σχέση με τους Χριστιανούς την εποχή εκείνη, αλλά και τον ρόλο της ελληνικής γλώσσας από τα ελληνιστικά χρόνια – όσο παράξενο κι αν ακούγεται αυτό.
Η ελληνική γλώσσα ήδη από την ελληνιστική εποχή ήταν εξαπλωμένη στις περιοχές της Ανατολικής Μεσογείου, στην Αίγυπτο, στη Ρώμη και σχεδόν παντού όπου υπήρχε εμπόριο και παιδεία. Η ισχύς της γλώσσας διατηρήθηκε και κατά τη βυζαντινή εποχή, περνώντας μέσα από τη Ρωμαϊκή κυριαρχία, όλοι έπρεπε να γνωρίζουν ελληνικά, και βέβαια έφτασε μέχρι και την Τουρκοκρατία. Ελληνικά μάθαιναν και οι Τούρκοι. Η γλώσσα του Ομήρου συνέχιζε ανελλιπώς να μιλιέται κάτω κι απ’ τις πιο αντίξοες συνθήκες.
Τη διατήρηση της γλώσσας και την ενίσχυση της παιδείας εν μέσω τουρκοκρατίας, όσο παράδοξο κι αν ακούγεται, το αντιλαμβάνονταν ως «σχεδόν» υποχρέωση οι ξενιτεμένοι Έλληνες. Οι Έλληνες στη διασπορά, οι οποίοι κατά κανόνα, ήταν επιτυχημένοι. Ήθελαν, επιθυμούσαν βαθιά, να ενισχύσουν την παιδεία στις πατρίδες τους. Το γεγονός αυτό θα παίξει τεράστιο ρόλο, όπως θα δούμε.

Η ελληνική γλώσσα, η οποία υπήρξε η κυρίαρχη για αιώνες, άρχισε να χάνει την υπεροχή της στην ανατολική Μεσόγειο αναλογικά με την άνοδο των Αράβων και την επέκταση του αραβικού πολιτισμού, κατά συνέπεια και της αραβικής γλώσσας και της μουσουλμανικής θρησκείας. Αυτό, βέβαια, δεν σημαίνει ότι η ελληνική γλώσσα παύει να είναι μια σπουδαία γλώσσα για την περιοχή της ανατολικής Μεσογείου. Αλλά ακόμη και όταν κατακτήθηκαν περιοχές του Ελληνισμού από τους Οθωμανούς, η ελληνική γλώσσα παρέμεινε πάρα πολύ σπουδαία. Δεν θα μπορούσε άλλωστε να είναι διαφορετικά.
Πρώτα-πρώτα, καμία άλλη γλώσσα μέσα στην Οθωμανική Αυτοκρατορία
δεν ήταν τόσο παλιά και τόσο επεξεργασμένη όσο η γλώσσα των Ελλήνων.
Οι ίδιοι, μάλιστα, οι Τούρκοι έμαθαν να γράφουν όταν ήρθαν από τις στέπες. Υιοθέτησαν το αραβικό αλφάβητο πολύ πρόσφατα, ερχόμενοι σε επαφή με τους Άραβες και έχοντας υιοθετήσει τη μουσουλμανική θρησκεία άρχισαν να γράφουν μετά το 700-800 μ.Χ. Οι Έλληνες γράφουν τουλάχιστον από το 1500 π.Χ.
Οι Εβραίοι επίσης της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας ήταν ελληνόφωνοι Εβραίοι, όταν κατακτώνται από τους Οθωμανούς. Τα κείμενα τους τα ιερά γράφονται -είναι γραμμένα- στην εβραϊκή γλώσσα, αλλά οι ίδιοι μιλούσαν ελληνικά και αργότερα ήρθαν πάρα πολλοί Ισπανοί Εβραίοι οι οποίοι εγκαταστάθηκαν στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, οι Σεφαραδίτες Εβραίοι, όπως λέγονται, μετά την εκδίωξή τους το 1492 από την Ισπανία, από την Ισαβέλλα και τον Φερδινάνδο. Αυτοί εγκαταστάθηκαν σε πολλές περιοχές της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και έδωσαν το στίγμα, και η γλώσσα που μιλούν είναι η ισπανική γλώσσα. Φυσικά τα Σάββατα στις συναγωγές ακούγεται η αρχαία γλώσσα, η οποία δεν ομιλείται, είναι νεκρή γλώσσα.
Οι Σλάβοι γράφουν τις γλώσσες τους από περίπου το 800 μ.Χ. Οι δε Αλβανοί γράψανε επισήμως τη γλώσσα τους το 1900, τώρα, πριν από 130 χρόνια. Υιοθέτησαν το λατινικό αλφάβητο το οποίο εμπλούτισαν με άλλα στοιχεία, ούτως ώστε να υπηρετούνται οι ήχοι της αλβανικής γλώσσας, και εκεί χοντρικά γύρω στο 1900, οι Αλβανοί πρωτογράφουν τη γλώσσα τους. Έχει σημασία αυτό.
Δίπλα σε όλα αυτά τα παραδείγματα υπάρχει η ελληνική γλώσσα η οποία γράφεται ήδη εδώ και 2500 και 3000 χρόνια. Είναι τελείως εντυπωσιακό το γεγονός της υπεροχής της ελληνικής γλώσσας.
Αφήστε δε και τους Βλάχους. Οι Βλάχοι, οι οποίοι είναι πάρα πολύ δραστήριοι και επιχειρηματικοί άνθρωποι, αυτοί δεν θέλουν καθόλου να γράφεται η γλώσσα τους. Έχουν γίνει προσπάθειες να γραφεί, τη θέλουν μόνο προφορική.
Οι Έλληνες γράφουν. Όχι μόνο γράφουν τη γλώσσα τους, έχει η γλώσσα τους προϊστορία. Και μέσα στην προϊστορία είναι κάτι πολύ σημαντικό: ότι ο χριστιανισμός, όταν δημιουργείται μετά το τέλος της παρουσίας του ιδρυτή του, αποφασίζει ότι η γλώσσα του είναι τα ελληνικά, και τα ελληνικά έγιναν η ιερή γλώσσα, η γλώσσα διάδοσης του χριστιανισμού, στην οποία γράφτηκαν το Ευαγγέλια κλπ. Και έγιναν -και εδώ είναι σημαντικό να τονιστεί- η γλώσσα όλης της χριστιανικής διοίκησης: Μητροπόλεων, Επισκοπών και κυρίως Πατριαρχείων. Τα τέσσερα Πατριαρχεία της Ανατολής – πρέπει να υπογραμμισθεί – Κων/πόλεως, Αλεξανδρείας, Ιεροσολύμων και Αντιοχείας, είναι ελληνόφωνα. Γιατί το τονίζουμε τόσο αυτό; Αρχικά, διότι η Οθωμανική Αυτοκρατορία ήταν μια θεοκρατική αυτοκρατορία, διοικούσε με βάση το θρήσκευμα. Και επέτρεπε τη λειτουργία των θρησκειών οι οποίες είχαν ως βάση την Παλαιά Διαθήκη της θρησκείας της Βίβλου. Δηλαδή οι Οθωμανοί, όπως επιτάσσει το Κοράνι, επέτρεπαν τη λειτουργία της εβραϊκής θρησκείας, τη λειτουργία της χριστιανικής θρησκείας και φυσικά του Ισλάμ.
Και οι τρεις αυτές θρησκείες έχουν τη βάση τους στη Βίβλο, δηλαδή στην Παλαιά Διαθήκη. Και, όπως επιτάσσει το Κοράνι, οι θρησκείες αυτές μπορούν να κρατήσουν τη λειτουργία τους, δηλαδή τη διοίκησή τους: οι Εβραίοι τους ραβίνους τους, οι χριστιανοί τους επισκόπους, τους μητροπολίτες και τα Πατριαρχεία τους.
Όταν η Οθωμανική Αυτοκρατορία είναι στο απόγειό της τον 16ο αιώνα, έχει καταλάβει ολόκληρη την ανατολική Μεσόγειο και την Εγγύς και Μέση Ανατολή. Δηλαδή, περιλαμβάνεται μέσα στα σύνορά της το σύνολο των Πατριαρχείων του Χριστιανισμού στην Ανατολή. Και τα τέσσερα Πατριαρχεία βρίσκονται μέσα στην οθωμανική επικράτεια. Αυτό είναι κάτι πάρα πολύ σημαντικό για να κατανοήσουμε τη θέση των Ελλήνων μέσα στην Οθωμανική Αυτοκρατορία. Η δε Οθωμανική Αυτοκρατορία δεν έλεγχε μόνο τα ιερότερα σημεία του χριστιανισμού στην Ανατολή, -και παγκοσμίως βέβαια, εδώ ήταν σπουδαιότατα- αλλά και τα σπουδαιότερα σημεία του Ισλάμ. Διότι οι Οθωμανοί, κατακτώντας τις περιοχές προς τα ανατολικά, κατέκτησαν τις περιοχές της σημερινής Σαουδικής Αραβίας όπου γεννήθηκε η μουσουλμανική θρησκεία, και η Μέκκα και η Μεδίνα είναι και αυτές μέσα σε οθωμανικό περίγραμμα, μέσα στα οθωμανικά σύνορα. Είναι δηλαδή μια υπερδύναμη θρησκευτική η Οθωμανική Αυτοκρατορία και έχει ενδιαφέρον το γεγονός ότι εκεί στον 15ο αιώνα, δηλαδή τον αιώνα που κατακτάται η Κων/πολη στον 15ο αιώνα και σε ένα μεγάλο τμήμα του 16ου αιώνα, η Οθωμανική Αυτοκρατορία έχει περισσότερους χριστιανούς κατοίκους, κυρίως χριστιανούς ορθοδόξους κατοίκους, παρά μουσουλμάνους.
Στον 16ο αιώνα είναι που η Οθωμανική Αυτοκρατορία κατακτά πολλές περιοχές αραβικές με πολλούς μουσουλμάνους και τη βόρεια Αφρική κλπ., οπότε πολλοί μουσουλμάνοι μπαίνουν μέσα στα σύνορά της, στα όριά της, και έτσι αναλογικά επικρατούν οι μουσουλμάνοι από τους χριστιανούς. Αλλά στα Βαλκάνια και στην εγγύτερη περιοχή των Βαλκανίων και της ανατολικής Μεσογείου παραμένουν περισσότεροι οι χριστιανοί ορθόδοξοι από τους μουσουλμάνους. Είναι πολύ μεγάλη δύναμη η ορθοδοξία. Οι Οθωμανοί το γνωρίζουν αυτό, πολύ καλά το γνωρίζουν, και επειδή διοικούν με βάση το θρήσκευμα, δεν επιθυμούν να υπάρχουν τόσα πολλά Πατριαρχεία. Γι’ αυτό, στο πέρασμα των χρόνων από την άφιξή τους στα Βαλκάνια περιορίζουν μέχρι που καταργούν τελείως το Πατριαρχείο της Σερβίας (18ος αιώνας)[1] και το Πατριαρχείο Βουλγαρίας (14ος αι.). Όλοι υπάγονται στο Οικουμενικό Πατριαρχείο που αναλαμβάνει την υποχρέωση να υπερασπίζει τα δικαιώματα και να διευθετεί τις υποθέσεις του μιλέτ των Ορθοδόξων Χριστιανών που ζουν στη Βαλκανική χερσόνησο, στη Μικρά Ασία, κλπ.
Είναι σημαντικό για τους Οθωμανούς να υπάρχει ένας συνομιλητής εκ μέρους των χριστιανών ορθοδόξων στην έδρα του σουλτάνου, εκεί στην Κων/πολη, ούτως ώστε να μπορεί πιο εύκολα ο σουλτάνος να επιλύει τα προβλήματα της διοίκησης της αυτοκρατορίας του. Μέσω των θρησκευτικών ηγετών των λαών της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας ο Σουλτάνος έδινε τις διαταγές που επιθυμούσε. Ήταν ο τρόπος με τον οποίο ο σουλτάνος ασκούσε τη διοίκηση. Έδινε τις διαταγές στους θρησκευτικούς ηγέτες των μιλέτ και ήταν βέβαιος πως μέσω των Πατριαρχών, των ραβίνων κλπ θα διαδίδονταν. Ήθελε να σταλεί κάποια διαταγή, κάποια οδηγία στους Αρμενίους; Το έδινε αυτό στον Αρμένιο πατριάρχη, ο πατριάρχης το προωθούσε στους μητροπολίτες, στους επισκόπους, οι επίσκοποι στους ιερείς και οι κατά τόπους ιερείς το διάβαζαν την Κυριακή στην εκκλησία και έτσι έφταναν οι διαταγές του σουλτάνου σε όλους τους υπηκόους του. Το ίδιο συνέβαινε και με τον πατριάρχη Κων/πόλεως, το ίδιο και με τους ραβίνους. Επομένως, κάτω από τους Οθωμανούς, το Πατριαρχείο Κων/πόλεως ενισχύθηκε, διότι οι Οθωμανοί κατέλυσαν, το Πατριαρχείο των Σέρβων και των Βουλγάρων, θεωρώντας ότι όλοι οι χριστιανοί ορθόδοξοι της Βαλκανικής πρέπει να ποιμαίνονται από ένα Πατριαρχείο, το πιο σπουδαίο, βέβαια, το Πατριαρχείο Κων/πόλεως. Τα δε Αντιοχείας, Ιεροσολύμων και Αλεξανδρείας ποίμαιναν τις υπόλοιπες χιλιάδες χριστιανών ορθοδόξων στο υπόλοιπο κομμάτι της ανατολικής Μεσογείου.
Το γεγονός ότι και τα 4 Πατριαρχεία της Ανατολής είναι ελληνόφωνα θα παίξει τεράστιο ρόλο στην περίοδο της Τουρκοκρατίας. Η ελληνική γλώσσα παραμένει μια πάρα πολύ σπουδαία γλώσσα, όχι μόνο γιατί είναι η παλαιότερη και η πιο επεξεργασμένη. Είναι ότι παραμένει πάρα πολύ σπουδαία για τον κάθε χριστιανό ορθόδοξο, διότι την Κυριακή ακούγονται σε όλες τις εκκλησίες οι ύμνοι της Εκκλησίας, στην ελληνιστική κοινή που είναι γραμμένοι, και το κήρυγμα είναι μόνο στην ντόπια γλώσσα. Άρα, η ελληνική γλώσσα ακούγεται στα αυτιά όλων των χριστιανών ορθοδόξων, είτε είναι Ρουμάνοι, είτε είναι Βούλγαροι, είτε είναι Σέρβοι, είτε είναι Αλβανοί, είτε είναι Έλληνες, είτε είναι Σύριοι… Δεύτερον, η ελληνική γλώσσα δεν μπορεί παρά να γίνει όχημα μόρφωσης. Ήταν όχημα μόρφωσης επί χιλιάδες χρόνια και τώρα στην Οθωμανική Αυτοκρατορία θα είναι το ίδιο. Όπως γνωρίζουμε, η Πατριαρχική Σχολή της Κων/πόλεως που είναι παλαιότατη, επαγγελματική στην πραγματικότητα είναι η Πατριαρχική Σχολή του Πατριαρχείου Κων/πόλεως από αιώνες, για να εκπαιδεύει τα στελέχη της Εκκλησίας, δεν έκλεισε, συνέχισε να λειτουργεί μετά την κατάκτηση του 1453. Και γνωρίζουμε ότι μέσα στον 16ο αιώνα, σε κάποια μοναστήρια στη Μυτιλήνη, στη Σάμο, σε διάφορα σημεία, λειτουργούν κάποιου τύπου σχολεία. Δεν έχουμε πολλές πληροφορίες για σχολεία. Να υπενθυμίσουμε πως ούτε και στο Βυζάντιο υπήρχαν. Πουθενά δεν υπήρχαν σχολεία όπου όλα τα παιδιά πήγαιναν να μάθουν γράμματα, αυτό είναι κάτι πολύ πρόσφατο, των τελευταίων 200 χρόνων παγκοσμίως. Πάντοτε, κάποια σχολεία υπήρχαν και πήγαιναν κάποια παιδιά. Και το ίδιο ίσχυε και στο Βυζάντιο.

Και υπήρχαν και κάποιες «Σχολές», κάτι υψηλότερο δηλαδή, και στο Βυζάντιο επίσης. Στην περίοδο του 16ου αιώνα αρχίζουμε να έχουμε μνεία για σχολεία.[2] Δεν ξέρουμε και οι πηγές μας αν έτυχε να μην μας δίνουν τα στοιχεία, θα μπορούσαν να είναι περισσότερες ή λιγότερες, δεν γνωρίζουμε. Και φυσικά πάντα υπήρχαν και καθηγητές, δάσκαλοι, που σε επίπεδο ιδιωτικό κάνανε μαθήματα και επί Βυζαντίου, φυσικά και στην αρχαιότητα και στην Οθωμανική Αυτοκρατορία. Εκείνο το οποίο γνωρίζουμε είναι ότι από τον 17ο αιώνα αυξάνονται οι πληροφορίες μας για την ύπαρξη σχολείων, τη λειτουργία σχολείων. Γνωρίζουμε ότι και πατριάρχες παίρνουνε αποφάσεις για τη δημιουργία σχολείων, ελληνικών φυσικά σχολείων( Πατριάρχης Ιερεμίας Β’ Τρανός) γιατί αυτή είναι η γλώσσα της θρησκείας και πρέπει να ενισχυθεί. Σ’ αυτή τη διαδικασία υποστηρίζεται το όλο πράγμα από Έλληνες πλούσιους, επιτυχημένους εμπόρους της ξηράς, επιτυχημένους εμπόρους της θάλασσας, που είναι σε θέση να χρηματοδοτούν τη δημιουργία μικρότερων ή μεγαλύτερων σχολείων, αναλόγως με τη γενναιοδωρία τους και με τη βοήθεια των κοινοτήτων που υπάρχουν ανά τόπο. Και αρχίζουμε να βλέπουμε τη δημιουργία σχολείων.
Τα σχολεία διαμορφώνονται σε δύο τύπων σχολεία δώθε και κείθε, όπου δημιουργούνται, από όποιον δημιουργούνται: τα «σχολεία των κοινών γραμμάτων», όπως λέγονται, που είναι μικροσχολεία, στα οποία πάνε κάποια παιδιά που τέλος πάντων φτάνουν εκεί, οι γονείς τους τα στέλνουνε και πηγαίνουνε ή μόνα τους φτάνουν, επιθυμούν να μάθουν πέντε γράμματα. Στα σχολεία των κοινών γραμμάτων μαθαίνει κανείς στοιχειώδη, στοιχειώδη ανάγνωση, γραφή, κάποια κείμενα και κάποιου είδους Μαθηματικά για τη διεκπεραίωση των πρώτων πραγμάτων. Και υπάρχουν λιγότερα, πιο σημαντικά σχολεία που λέγονται «σχολεία των ελληνικών γραμμάτων» και σε αυτά είναι πιο απαιτητική η εκπαίδευση, με δασκάλους πιο καταρτισμένους, και διδάσκονται και Αρχαία Ελληνικά, και διδάσκονται και Γραμματική και Συντακτικό, και ακόμη, θα έλεγε κανείς, και προβληματισμοί πάνω στα αρχαία ελληνικά κείμενα και στη Φιλοσοφία και στον Αριστοτέλη και στη θεολογική πλευρά των πραγμάτων.
Στο δεύτερο μισό του 17ου αιώνα δημιουργούνται δύο εξαιρετικά σχολεία -ελληνικά σχολεία φυσικά, είναι τα καλύτερα σχολεία της Βαλκανικής τα ελληνικά σχολεία-,στο Ιάσιο και το Βουκουρέστι, πάλι από την πρωτοβουλία εμπόρων Ελλήνων. Είμαστε στο 1600, στο δεύτερο μισό του 1600, στο Ιάσιο και το Βουκουρέστι.[3] Παίζει ρόλο στη λειτουργία τους το γεγονός ότι από το δεύτερο μισό του 17ου αιώνα, μετά, εκεί δηλαδή στο 1660, διαμορφώνεται μια τάξη ελληνική που ονομάζονται Φαναριώτες. Αυτοί είναι γόνοι υψηλών ελληνικών οικογενειών που βρίσκονται στο Φανάρι ή σχετίζονται με το Φανάρι της Κων/πόλεως, όπου είναι η έδρα του Πατριαρχείου, άρα το κέντρο της δύναμης της Ορθοδοξίας. Πολλοί από αυτούς κατάγονται από επιτυχημένες επιχειρηματικές οικογένειες, από αυτές που αναφέραμε πριν, έχουν επαφές με τον Πατριάρχη, και οι Οθωμανοί τους χρησιμοποιούν σε θέσεις διοίκησης της Βλαχίας και της Μολδαβίας. Γιατί η Βλαχία και η Μολδαβία ήταν αυτόνομες περιοχές, οθωμανικές περιοχές στα σύνορα κοντά με τη Ρωσία, όπου κατοικούσαν μόνο χριστιανικοί ορθόδοξοι πληθυσμοί. Δεν επιτρεπόταν η εγκατοίκηση μουσουλμάνων παρά μόνο κάποιων ενόπλων φρουρών και περαστικών εμπόρων. Άρα οι κάτοικοι ήταν μόνο χριστιανοί ορθόδοξοι και επομένως ως διοικητές, πρίγκιπες δηλαδή της Βλαχίας και της Μολδαβίας, τοποθετούνται Έλληνες Φαναριώτες για περίπου 200 χρόνια.[4] Αυτοί οι Έλληνες Φαναριώτες θα δώσουν ιδιαίτερο βάρος στην παιδεία την ελληνική στις περιοχές τους, τη Βλαχία και τη Μολδαβία. Μην ξεχνάμε ότι  η Ελληνική Επανάσταση ξεκίνησε από τη Βλαχία και τη Μολδαβία στις 22 Φεβρουαρίου του 1821.

Δεν είναι τυχαίο, σχετίζεται με αυτά που λέμε τώρα. Έτσι, τα σπουδαιότερα σχολεία της Βαλκανικής είναι ελληνικά και πού βρίσκονται; Στο Ιάσιο και το Βουκουρέστι. Επίσης, μέσα στον 17ο αιώνα ήδη υπάρχουν σπουδαία σχολεία στα Γιάννενα. Τα Γιάννενα ήταν πρώτα στα γρόσια, στα βόλια και στα γράμματα, όπως λεγόταν στην περίοδο της τουρκοκρατίας. Δηλαδή ήταν πλούσια στο εμπόριο, στα όπλα και στα γράμματα.[5] Γιατί υπάρχουν σχολεία, στον 17ο αιώνα τα σχολεία των Ιωαννίνων είναι αξιοπρόσεκτα και στον 18ο αιώνα είναι τα καλύτερα σχολεία αυτής της περιοχής των δυτικότερων Βαλκανίων. Φυσικά, χριστιανικά ορθόδοξα ελληνικά, δεν το συζητούμε. Ποιος τα χρηματοδοτεί αυτά τα σχολεία; Αυτοί, πλούσιοι έμποροι, κυρίως Ηπειρώτες έμποροι, οι οποίοι έχουν καζαντίσει, όπως λεγόταν, δηλαδή έχουν κάνει χρήματα, έχουν πετύχει οικονομικά είτε ως έμποροι στη Ρωσία, είτε ως έμποροι στη Βλαχία και στη Μολδαβία που είναι οθωμανικές περιοχές, αλλά εν πάση περιπτώσει είναι ιδιότυπες, είτε φυσικά στην Αυστρία, στη Βούδα, στην Πέστη, στην Αυστριακή Αυτοκρατορία δηλαδή, στη βόρεια Ιταλία, στη Λειψία, στο Άμστερνταμ κλπ. Αυτοί στέλνουν χρήματα για σχολεία και δημιουργούνται τα περίφημα σχολεία των Ιωαννίνων, τα οποία θα παραμείνουν σπουδαία και σε όλον τον 19ο αιώνα, με θαυμάσια κτίρια στο κέντρο της πόλεως των Ιωαννίνων.


Στα σχολεία των Ιωαννίνων όλους αυτούς τους αιώνες δεν σπούδαζαν μόνο ελληνόπουλα, αλλά και χριστιανοί ορθόδοξοι της Αλβανίας και χριστιανοί ορθόδοξοι της Βουλγαρίας και χριστιανοί ορθόδοξοι της Σερβίας στέλνανε τα παιδιά τους, όσοι μπορούσαν οικονομικά, στα σχολεία των Ιωαννίνων γιατί θεωρούνταν τα καλύτερα σχολεία στα οποία θα μπορούσε κανείς να στείλει το παιδί του, προς αυτή την πλευρά, για να μάθει καλά γράμματα. Σχολεία, τα οποία δεν ήταν απλώς σχολεία τα οποία περιγράψαμε. Πλην των ελληνικών γραμμάτων, είναι ακαδημίες, σχολεία υψηλοτάτου επιπέδου. Στον 18ο αιώνα, οι δάσκαλοί τους είναι καταρτισμένοι σε υψηλότατο επίπεδο, και σε δυτικές πλευρές και σε σχολεία της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας: Ευγένιος Βούλγαρης, Νικηφόρος Θεοτόκης, Καταρτζής, Φιλιππίδης, Κωνσταντάς, Άνθιμος Γαζής -ονόματα της ελληνικής λογιοσύνης- Στέφανος Δούγκας, ο Έλληνας περίφημος μαθηματικός του 18ου αιώνα Στέφανος Δούγκας, ο οποίος εξέφρασε τη θεωρία της σχετικότητος, στην πραγματικότητα, γραπτά, τη συνέλαβε, χωρίς βέβαια μαθηματικές καταγραφές αλλά ως φιλοσοφία μαθηματικών. Σπουδαίοι δάσκαλοι μπορούν να διδάξουν σε αυτά τα σχολεία, τα οποία στον 18ο αιώνα αποκτούν βιβλιοθήκες, αποκτούν αίθουσες πειραμάτων Φυσικής και Χημείας. Είναι σχολεία δηλαδή σπουδαία, και οι δωρητές πληρώνουν όχι μόνο για τα κτίρια όχι μόνο για τους δασκάλους, τον μισθό του δασκάλων, αλλά και χώρους για την εστίαση και τη φιλοξενία των μαθητών, δηλαδή Εστίες, ας πούμε, κάποιου τύπου Εστίες, και φυσικά για τα βιβλία τους, για να εκτυπώνονται βιβλία -στην Ιταλία κυρίως εκτυπώνονταν, σε τυπογραφεία της Ιταλίας-, σχολικά βιβλία που τα συνέτασσαν εκείνη την ώρα, ο ένας δάσκαλος, υπήρχαν κάποια που είχαν συνταχθεί. Δεν υπήρχε κάποιος κεντρικός φορέας που να έχει αποφασίσει ποια θα είναι τα βιβλία, αλλά μέσα στους αιώνες συντάχθηκαν πολλά βιβλία σχολικά και έρχονταν με δέματα και διανέμονταν στους μαθητές. Να τα Γιάννενα! Σπουδαιότατη πόλη ελληνικής παιδείας είναι μια πόλη της σημερινής νότιας Αλβανίας, που λέγεται σήμερα Βοσκοπόγιε. Την εποχή στην οποία αναφερόμαστε λεγόταν Μοσχόπολη, κατοικούνταν από Έλληνες Βλάχους οι οποίοι ήταν πάρα πολύ φιλομαθείς. Είχαν ιδρύσει μια θαυμάσια ελληνική σχολή που ονομαζόταν Ακαδημία και επίσης και ελληνικό τυπογραφείο. Η σχολή της Μοσχοπόλεως ήταν περίφημη στη σημερινή νότια Αλβανία.[6] : Το 1802 ο Δανιήλ Μοσχοπολίτης, δηλαδή λόγιος από τη Μοσχόπολη της βόρειας Μακεδονίας και Ηπείρου συνέγραψε ένα τετράγλωσσο λεξικό το 1802, στου οποίου την εισαγωγή γράφει: «Αλβανοί και Βλάχοι -(ο ίδιος ήταν Βλάχος)-, Βούλγαροι, αλλόγλωσσοι χαρείτε / και ετοιμασθείτε όλοι σας Έλληνες να γενείτε». Δηλαδή στις αρχές του 19ου αιώνα μέσα στη Βαλκανική υπάρχει μία τάση, ακόμη και των μη Ελλήνων, όχι απλώς μαθαίνουν ελληνικά και γνωρίζουν ελληνικά, αλλά προπαγανδίζουν την ελληνική γλώσσα και ταυτότητα. Ο Φώτιος Χρυσανθόπουλος ή Φωτάκος, ο γνωστός Φωτάκος της περιόδου της Επαναστάσεως, ο οποίος πολεμούσε, συμπολεμούσε κοντά στον Κολοκοτρώνη και ήταν στην ουσία και ο γραμματικός του, μας έχει αφήσει απομνημονεύματα. Και στα απομνημονεύματά του, αναφερόμενος στους Χριστιανούς ορθοδόξους όλων των Βαλκανίων, στις παραμονές της ελληνικής επανάστασης, γράφει: «Όλαι αυταί αι φυλαί, προτού ημείς οι Έλληνες επαναστατήσωμεν, είχον την φιλοτιμίαν να ονομάζωνται Έλληνες ή Γραικοί». Δείχνει δηλαδή την πολιτισμική διεισδυτικότητα αυτό της ελληνικής γλώσσας, της ελληνικής παιδείας, το κύρος που είχε η λέξη «Έλληνας» ανάμεσα στους Χριστιανούς ορθοδόξους των Βαλκανίων. Το 1782 (στο β’ μισό του 18ου αιώνα) η ελληνική παιδεία είναι τόσο διαδεδομένη ώστε ο λόγιος του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως του 19ου αιώνα Μανουήλ Γεδεών, ο οποίος ασχολήθηκε με τις πλευρές που άρχισαν να διαδίδονται στον 19ο αιώνα, αφού δημιουργήθηκε το ελληνικό κράτος, ότι δεν υπήρχαν σχολεία στην τουρκοκρατία διότι τα σταματούσαν οι Τούρκοι, το γνωστό μας «κρυφό σχολειό», όταν πρωτοακούστηκε αυτός ο ισχυρισμός και άρχισε να διαδίδεται στο β’ μισό, β’ τέταρτο του 19ου αιώνα, πολλοί φορείς εξεπλάγησαν, και το Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως εξεπλάγη, διότι ποτέ δεν είχε ακούσει αυτό το πράγμα. Και ο λόγιός του, ο σπουδαιότερος λόγιός του, ο Μανουήλ Γεδεών, ο οποίος έζησε και στον επόμενο αιώνα, ασχολήθηκε με τα θέματα παιδείας για να καταλάβει περί τίνος πρόκειται, και γράφει: «Το 1782 μοι επιβάλλεται να φρονώ ότι ουδεμία κωμόπολις εστερείτο σχολείου ελληνικού και διδασκάλου».
Ο Αδαμάντιος Κοραής το 1800, στο γύρισμα προς τον 19ο αιώνα γράφει:
«Ο έρωτας της παιδείας έχει διαδοθεί μεταξύ των Ελλήνων και εξαπλωθεί με όλα τα συμπτώματα νόσου μεταδοτικής».
Ο Μιχαήλ Λάσκαρης είναι ιστορικός του 20ου αιώνα, καθηγητής στο Πανεπιστήμιο της Θεσσαλονίκης, συνέγραψε ένα πολύ γνωστότατο πόνημα, «το Ανατολικόν Ζήτημα, 1800-1923». Στο βιβλίο του αυτό μας εξηγεί πόσο σπουδαία διείσδυση είχε η ελληνική παιδεία στους λαούς των Βαλκανίων στη διάρκεια της τουρκοκρατίας, και από αυτό αντλούμε πληροφορίες σχετικά με τη βουλγαρική περίπτωση. Οι Βούλγαροι στη διάρκεια της τουρκοκρατίας είχαν προβλήματα, δηλαδή δεν ανέπτυξαν ιδιαίτερα τους πνευματικούς τους ορίζοντες, αλλά και αυτοί προς τους τελευταίους αιώνες άρχισαν να παρουσιάζουν βελτίωση. Όμως τα σχολεία, τα περισσότερα σχολεία στη Βουλγαρία στην περίοδο της τουρκοκρατίας ήταν ελληνικά σχολεία, διότι ήταν Χριστιανικά Ορθόδοξα σχολεία. Και τα Χριστιανικά Ορθόδοξα σχολεία θεωρούνταν αυτονόητο ότι θα ‘ναι ελληνικά σχολεία, δηλαδή θα διδάσκεται η ελληνική γλώσσα. Με αποτέλεσμα πολλοί Βούλγαροι να θεωρούν τον εαυτό τους Έλληνα και να αρχίζουν να ταυτίζονται με την ελληνική πλευρά. Εκεί, στο β’ μισό του 18ου αιώνα, ένας Βούλγαρος μοναχός στο Άγιον Όρος, βλέποντας ότι οι Βούλγαροι έχουν μείνει πίσω στα ζητήματα αυτογνωσίας τους, συνέγραψε μία ιστορία, ιστορία των Βουλγάρων βασιλέων, τσάρων και πατριαρχών, χειρόγραφα την έγραψε, θέλοντας να ενισχύσει την αυτοπεποίθηση των Βουλγάρων και να αφυπνίσει εθνικά αισθήματα, τα οποία έκρινε ότι είχαν χαθεί, ο Παΐσιος ο Χιλανδαρινός αυτός είναι μια σπουδαία μορφή για τη βουλγαρική πλευρά, θεωρείται ο κήρυκας της βουλγαροσύνης και της εθνικής ταυτότητας των Βουλγάρων στα νεότερα χρόνια. Και σ΄ αυτό του το βιβλίο έχει μία εισαγωγή. Στην εισαγωγή αυτού του βιβλίου του, γράφει τα εξής (μετάφραση από τα βουλγαρικά): «Βούλγαρε, μάθε να γνωρίζεις τη φυλήν και τη γλώσσα σου, αγάπα την πατρίδα σου και προσπάθησε να μάθεις ποίο υπήρξε άλλοτε το έθνος σου κι αν είχε τσάρους, πατριάρχες και αγίους. Οι άλλοι λαοί σπουδάζουν και γνωρίζουν την ιστορία τους. Γράφουν και διαβάζουν βιβλία στη γλώσσα τους, την οποία αγαπούν και εκτιμούν. Οι Έλληνες και οι Σέρβοι-γιατί λέει τους Σέρβους ; Διότι στη σερβική πλευρά υπήρχε καλύτερη ανάπτυξη της παιδείας- Οι Έλληνες και οι Σέρβοι μας ειρωνεύονται, ισχυριζόμενοι ότι είμεθα εκ κατωτέρας φυλής, χωρίς τσάρους, πατριάρχες και αγίους, χωρίς ιστορία. Αλλά εγώ αγωνίστηκα να γράψω αυτή την ιστορία για να ιδούν όλοι οι Βούλγαροι ότι κι ο δικός μας λαός υπήρξε ένδοξος και μάλιστα ενδοξότατος απ’ όλους. Ότι είχε μεγάλους βασιλείς και πατριάρχες. Γνωρίζω Βουλγάρους οι οποίοι τόσο πολύ προχωρούν στην πλάνη τους, ώστε δεν αναγνωρίζουν πλέον τη φυλή τους, αλλά μαθαίνουν να γράφουν και να διαβάζουν ελληνιστί και μάλιστα ντρέπονται να λέγονται Βούλγαροι.
(Είμαστε στα 1700 στα 1770…) Διατί, ω ανόητε, ντρέπεσαι να ονομάσεις τον εαυτό σου Βούλγαρο και δεν θέλεις να σκέφτεσαι και να διαβάζεις βουλγαριστἰ;»
Επιτίθεται τώρα στους συμπολίτες του, στους συμπατριώτες του. «Λέγεις- ο ανόητος Βούργαρος-,λέει, Οι Έλληνες είναι περισσότερο γραμματισμένοι και επιτηδειότεροι, ενώ οι Βούλγαροι αμαθείς και χοντροκέφαλοι και δεν είναι σε θέση να μεταχειριστούν τις λέξεις τους επιτηδείως. Γι αυτό καλύτερα είναι να είμαι Έλληνας»- Αυτά λέει ο μέσος Βούλγαρος δηλαδή. Και συνεχίζει τώρα ο Παΐσιος:
«Υπάρχουν λαοί που είναι περισσότερο γραμματισμένοι και επιτηδειότεροι από τους Έλληνες. Αποβάλλουν όμως οι Έλληνες τη φυλή και τη γλώσσα τους για να παραδεχτούν ξένη γλώσσα και φυλή; Εσύ όμως ανόητε, τι κάνεις; Βούλγαρε, μην απατάσαι αλλά μάθαινε, εκτίμα και τίμα την γλώσσα σου και τη φυλή σου, γιατί η βουλγαρική εντιμότητα και η απλότητα είναι πολύ προτιμότερες της ελληνικής υπουλότητας και του ελληνικού δόλου. Ο Θεός αγαπά περισσότερο τους απλούς και αθώους γεωργούς και ποιμένες, διότι αυτούς προπάντων με δύναμη και σοφία εδόξασε». Αρχίζει τώρα να τους ενισχύει την αυτοπεποίθηση.
« Όταν λοιπόν είδα Βουλγάρους να τρέχουν πίσω από ξένη φυλή, ξένη γλώσσα και ξένα ήθη» – εννοεί τους Έλληνες- «τα δε δικά τους να χλευάζουν, έγραψα αυτό το βιβλίο και ζητώ ο καθένας να το αντιγράψει και να το διαβάσει, για να ιδεί αν ο βουλγαρικός λαός είναι άξιος εκτιμήσεως ή όχι». Εδώ, έχουμε ένα κείμενο στο δεύτερο μισό του 18ου αιώνα που δείχνει ένα σημαντικό γεγονός. Οι Βούλγαροι εξελληνίζονταν μέσα από τη δυναμική ελληνική παιδεία και τα ελληνικά σχολεία.
Ο Μανουήλ Γεδεών, ο φοβερός λόγιος του Πατριαρχείου, όταν στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα, μετά το τέλος της ελληνικής επανάστασης και τη δημιουργία του ελληνικού κράτους και μιλάμε προς στο τέλος του 19ου και στις αρχές του 20ου, επειδή μελέτησε και προσπάθησε να καταλάβει τι είναι αυτοί που λένε ότι δεν υπήρχε παιδεία στην περίοδο της Τουρκοκρατίας, ότι υπήρχαν κρυφά σχολεία, πότε έγιναν αυτά; Δεν μπορούσαν να καταλάβουν τι είχε γίνει.  Οι μελετητές του φαινομένου της ελληνικής παιδείας στη διάρκεια της Τουρκοκρατίας συμφωνούν εδώ και δεκαετίες, ότι δεν έχουμε καμία απόδειξη ότι (υπήρχε) υπήρξε κρυφό σχολειό στη διάρκεια της Τουρκοκρατίας, καμία απόδειξη. Και ότι είναι ένας θρύλος που δημιουργήθηκε μετά την ελληνική επανάσταση, μετά την έκρηξη της ελληνικής επανάστασης.


Ο Μανουήλ Γεδεών, λοιπόν, πάλι γράφει: «Μέχρι σήμερον, ουδαμού ανέγνων-πουθενά δεν διάβασα – εν ομαλή καταστάσει πραγμάτων βεζύρην ή αγιάννην, (δηλαδή παράγοντα της οθωμανικής διοίκησης) εμποδίσαντα σχολείου σύστασιν ή οικοδομήν».
Ο Νεόφυτος Βάμβας, λόγιος της εκκλησίας και εκείνος λέει τα εξής:
«Είτε από αδιαφορία, είτε ως αρχή»- ο Νεόφυτος Βάμβας έζησε και επί Τουρκοκρατίας – «είτε από αδιαφορία, είτε ως αρχή, η Υψηλή Πύλη ποτέ δεν εναντιώθηκε στην αναγέννηση των γραμμάτων στην Ελλάδα (και συνεχίζει, ο Βάμβας) οι πιο πραγματικοί εχθροί σ’ αυτή την ευτυχισμένη αποκατάσταση βρίσκονται μέσα στους κόλπους μας (κι εννοεί την Εκκλησία) τη Χριστιανική εκκλησία, την Ορθόδοξη και αν οι προσπάθειές μας κατορθώσουν να δαμάσουν τις προκαταλήψεις ή την αδιαφορία αυτού του πανίσχυρου
κλήρου, που αποτελεί σήμερα το πρώτο σώμα του ελληνικού έθνους, πολύ λίγα θα απομένουν να γίνουν από τους Τούρκους».
Μια ακόμη μεγάλη μορφή, ο  Κοσμάς ο Αιτωλός, υπήρξε ένας φλογερός ιερωμένος του δεύτερου μισού του 18ου αιώνα, ο οποίος πίστευε πάρα πολύ στην ανάγκη αύξησης των ελληνικών σχολείων σ’ όλη την επικράτεια την οθωμανική, όπου υπήρχαν Χριστιανοί Ορθόδοξοι, διότι πίστευε ότι έτσι θα ανασχεθεί η κίνηση, η ροή προς το Ισλάμ που στο 18ο αιώνα ήταν μεγάλη.

Και γνωρίζουμε όλοι ότι ο άνθρωπος αυτός αναλώθηκε- ιερωμένος – επισκεπτόμενος νησιά του Αιγαίου και χωριά στα ψηλά βουνά της Στερεάς και της Ηπείρου και δίδασκε, φώναζε, κτίστε σχολεία, κτίστε σχολεία, αρκετές εκκλησίες, φτάνουν οι εκκλησίες, αυτό που μας χρειάζεται είναι τα σχολεία και στο 1779, γράφει: «το κατ’ εμέ δε και περί εμέ –αυτό δηλαδή που με αφορά όταν κοιτάω δηλαδή αυτά που έκανα- φαίνονται πολλά και απίστευτα, μήτε εγώ δύναμαι να τα καταλάβω, έως τριάκοντα επαρχίας περιήλθον, δέκα σχολεία ελληνικά εποίησα», – κάνει μια ανασκόπηση του τι προσέφερε ο ίδιος-, «δέκα σχολεία ελληνικά εποίησα», – ελληνικά σχολεία ήταν ο τίτλος των γυμνασίων, – δηλαδή σχολεία υψηλού επιπέδου εποίησα, «διακόσια δια κοινά γράμματα», είναι σαν να μας λέει δημιούργησα διακόσια δημοτικά ελληνικά σχολεία και δέκα γυμνάσια, γιατί ήταν η ορολογία έτσι τότε, το σχολείο των ελληνικών γραμμάτων και τα σχολεία των κοινών γραμμάτων. Ο άνθρωπος αυτός κάνει μία ανασκόπηση και λέει:
«Εγώ δημιούργησα διακόσια δέκα σχολεία», δεν αναφέρει πουθενά, ούτε για κρυφά σχολεία, ούτε κάποιος του σταμάτησε τα σχολεία, ούτε τίποτα. Εκτελέστηκε αργότερα για άλλους λόγους, όχι για αυτούς, από συνωμοσίες οι οποίες είναι πια γνωστές και προέρχονται από άλλες πηγές. Επομένως αυτά δείχνουν άλλες καταστάσεις. Το 2001 ο Γιάννης Καρράς – είναι μελετητής της εκπαίδευσης, της παιδείας και της επιστήμης στη διάρκεια της Τουρκοκρατίας, σύγχρονος- στο Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών, εξέδωσε ένα βιβλίο με τίτλο «Η ελληνική επιστήμη και ο βαλκανικός χώρος το 18ο με 19ο αιώνα» όπου γράφει:

«Το 1808 ο Κούμας ενσωματώνει στη χημεία του το κάλιο και το νάτριο, ένα μόλις χρόνο μετά την ανακάλυψη των στοιχείων αυτών από τον Ντέιβι και το 1815 ο Νεόφυτος Βάμβας εισάγει το μάθημα της χημείας στη Δημόσια Σχολή της Χίου». Το έργο του Νεύτωνα άρχισε να γίνεται γνωστό στη Γαλλία από τον Βολταίρο μετά το 1727, την ίδια εποχή που το γνώριζε κι ο Βαλκάνιος λόγιος, δηλαδή ο Νεόφυτος Βάμβας.

Όσο κι αν ηχεί περίεργα, η ελληνική επιστήμη τον 18ο αιώνα δεν βρίσκεται στην περιφέρεια της Ευρώπης, αλλά αποτελεί τρόπον τινά, ένα νέο κέντρο απ’ το οποίο διαχέονται οι επιστημονικές πρωτοπορίες της Ευρώπης στον βαλκανικό χώρο. Έναν αιώνα πριν απ΄τον Αϊνστάιν, ο Στέφανος Δούγκας, ο παραγκωνισμένος λόγιος των χρόνων της επανάστασης, στο «Εξέτασις της Φύσεως» διατυπώνει χωρίς εξισώσεις την αρχή της ενότητας, ύλης, χώρου, χρόνου και κίνησης. Εδώ πέρα έχουμε ένα θέμα – ο μεγάλος αυτός λόγιος και μαθηματικός, ο Στέφανος Δούγκας γεννήθηκε κάπου στο 1770 και πέθανε το 1830, συνέγραψε βιβλία μαθηματικών, φυσικής και άλγεβρας – και διαβάζουμε αποσπάσματα από την ιστορία του Νέου Ελληνισμού, την ίδια περίοδο γύρω στο 1816 που εκδίδει «Τα στοιχεία Αριθμητικής και Αλγέβρης», σε 4 τόμους στο Ιάσιο, την ίδια περίοδο ολοκληρώνει και το δεύτερο έργο του, έργο φυσικής φιλοσοφίας που στάθηκε η αιτία των κατοπινών συνεχών διωγμών του εκ μέρους του Πατριαρχείου, το οποίο του ζητεί ομολογία πίστεως και να προβεί σε καταστροφές των χειρογράφων του.

Έχουμε λοιπόν εδώ ένα λόγιο ο οποίος ξεπερνά το μέσο όρο και δημιουργεί εξαιρετικά πονήματα πρωτοπόρα για την εποχή του. Φυσικά τέτοιοι πρωτοπόροι, όπως ο Κούμας, όπως ο Δούγκας κλπ., σπουδάζουν, ζουν σε υψηλότατα επίπεδα και στο εξωτερικό, όχι μόνο εντός Οθωμανικής Αυτοκρατορίας αλλά ζουν και στην δυτική Ευρώπη κι έτσι συνδυάζουν και μαθαίνουν γρήγορα τα πράγματα που γίνονται στην Ευρώπη, συγγράφουν βιβλία στην ελληνική γλώσσα, τα τυπώνουν στα ελληνικά τυπογραφεία της Βούδας, της Πέστης, της Βιέννης, της Μόσχας, των Παρισίων κλπ. και έτσι τα βιβλία έρχονται μέσα στους Έλληνες, διαδίδονται και βελτιώνουν και την παιδεία και την εκπαίδευση. Αυτά κυρίως συμβαίνουν βέβαια το 18ο και αρχές του 19ου αιώνα που είναι η περίοδος της ακμής της παιδείας.

 

 

 

 

 

Λένη Ζάχαρη
[1]https://www.antibaro.gr/article/3553
[2]https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%95%CE%BA%CF%80%CE%B1%CE%AF%CE%B4%CE%B5%CF%85%CF%83%CE%B7_%CF%84%CF%89%CE%BD_%CE%95%CE%BB%CE%BB%CE%AE%CE%BD%CF%89%CE%BD_%CF%83%CF%84%CE%B7%CE%BD_%CE%9F%CE%B8%CF%89%CE%BC%CE%B1%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CE%AE_%CE%91%CF%85%CF%84%CE%BF%CE%BA%CF%81%CE%B1%CF%84%CE%BF%CF%81%CE%AF%CE%B1
Εκπαίδευση των Ελλήνων στην Οθωμανική Αυτοκρατορία
[3] l.wikipedia.org/wiki/Λύκειο_του_Βουκουρεστίου
Το Λύκειο του Βουκουρεστίου ή Ηγεμονική ή Αυθεντική Ακαδημία (Ρουμανικά: Academia Domnească de la București) ήταν ελληνική σχολή στο Βουκουρέστι, ανωτάτου επιπέδου για την εποχή της, που λειτούργησε περίπου 140 χρόνια, από το 1679 μέχρι το 1821. Ο χαρακτηρισμός «Ηγεμονική» ή «Αυθεντική» οφείλεται στο ότι η Σχολή λειτουργούσε πάντοτε υπό την αιγίδα των ηγεμόνων της Βλαχίας, που μέχρι το 1715 ήταν Βογιάροι και κατόπιν Φαναριώτες. Η Σχολή αναφέρονταν επίσης και ως Ακαδημία του Αγίου Σάββα, από το όνομα της Μονής όπου στεγάσθηκε το μεγαλύτερο χρονικό διάστημα. Για τη Σχολή αυτή, καθώς και για την αντίστοιχη του Ιασίου, ο Μανουήλ Γεδεών αναφέρει ότι «…αι ανώτεραι σχολαί Ιασίου και Βουκουρεστίου από του τέλους έτι του ΙΖ΄ αιώνος ωνομάζοντο «αυθεντικαί», ταυτόν ειπείν ηγεμονικαί ακαδημίαι »
[4] Η εποχή των Φαναριωτών στη Βλαχία άρχισε το 1716, όταν μετατέθηκε από τη Μολδαβία στη Βλαχία ο Νικόλαος Μαυροκορδάτος. Ο λόγιος αυτός ηγεμόνας και νεωτεριστής συγγραφέας του “Φιλοθέου Πάρεργα“, φθάνοντας στο Βουκουρέστι βρήκε μια ακμάζουσα σχολή, την οποία και υποστήριξε. Σχετικά με τα πνευματικά του ενδιαφέροντα, αναφέρεται ότι από τη θέση του ηγεμόνα-εφόρου της Ακαδημίας όρισε και διδάσκονταν τα έργα του Πλάτωνα Κρίτων και Φαίδων από τον Γεώργιο Χρυσόγονο τον Τραπεζούντιο. Ακόμη περισσότερο ενδιαφέρον για την ανάπτυξη του ιδρύματος έδειξε ο γιος του Νικολάου Μαυροκορδάτου, ο Κωνσταντίνος Μαυροκορδάτος (1730-1763). Αυτός μετέφερε την έδρα της Ακαδημίας στη μονή του Αγίου Σάββα και διέθεσε συγκεκριμένους πόρους της ηγεμονίας για την αύξηση του προϋπολογισμού του ιδρύματος. Επί ηγεμονίας του εισήχθησαν στην σχολή η ιταλική και η τουρκική γλώσσα.
Μετά από τη συνθήκη του Κιουτσούκ-Καϊναρτζή, που έληξε τον Ρωσοτουρκικό πόλεμο (1768-1774), η Υψηλή Πύλη τοποθέτησε έναν άλλο Φαναριώτη ηγεμόνα, ο οποίος έμελλε να αφήσει το αποτύπωμά του στην εκπαίδευση της Βλαχίας. Αυτός, κατά τον Ιorga, ήταν ο « φιλόσοφος και ευεργέτης»[6] Αλέξανδρος Υψηλάντης (1774-1782 και 1796-1797). Η πρώτη και μακροχρονέστερη (οκταετής) ηγεμονία του χαρακτηρίστηκε ως «η χρυσή εποχή της Βλαχίας». Σύντομα μετά την ανάληψη των καθηκόντων του, ο Υψηλάντης ζήτησε και ενημερώθηκε για τις δραστηριότητες της Ακαδημίας, καθώς και για τις αμοιβές των δασκάλων και την προέλευση των πόρων του ιδρύματος.
Στη συνέχεια ο Υψηλάντης διέταξε την ανέγερση εντυπωσιακού οικοδομήματος πολλαπλών χώρων, που κτίσθηκε μέσα στη Μονή του Αγίου Σάββα και όπου επρόκειτο να διεξάγονται τα μαθήματα, καθώς και η στέγαση των υποτρόφων και των καθηγητών. Το οικοδόμημα σχεδιάστηκε να διαθέτει επίσης αίθουσα τελετών, αρτοποιείο και τραπεζαρία. Το νέο κτίριο ολοκληρώθηκε κατά το έτος 1779[7].
Στο μεταξύ, το 1776, ο Υψηλάντης είχε εκδώσει χρυσόβουλο με σκοπό την αναζωογόνηση της εκπαιδευτικής διαδικασίας, καθορίζοντας τη διάρκεια και το περιεχόμενο των σπουδών. Σύμφωνα με το χρυσόβουλο, στη σχολή οριζόντουσαν πέντε τάξεις ή κύκλοι σπουδών, διάρκειας τριών ετών ο καθένας. Κατά τον πρώτο κύκλο των σπουδών, οι μαθητές εμβάθυναν στις γνώσεις της Ελληνικής και της Λατινικής Γλώσσας, ενώ στο δεύτερο κύκλο των σπουδών προστίθετο η μελέτη των έργων Ελλήνων και Λατίνων συγγραφέων. Ο τρίτος κύκλος των σπουδών προέβλεπε μελέτη της Ποίησης, της Ρητορικής και της Ηθικής του Αριστοτέλη, ταυτόχρονα με την εκμάθηση της Ιταλικής και της Γαλλικής Γλώσσας. Ο τέταρτος κύκλος των σπουδών ήταν αφιερωμένος στη μελέτη των επιστημών, ήτοι της Αριθμητικής, της Γεωμετρίας, της Ιστορίας και της Γεωγραφίας. Ο πέμπτος και τελευταίος κύκλος σπουδών προέβλεπε τη μελέτη της Φιλοσοφίας και της Αστρονομίας. Με την ανοικοδόμηση του 1779, η ακαδημία διέθετε πλέον χώρο και για πειράματα Φυσικής και Χημείας, τα οποία δίδασκε ο Μανασσής Ηλιάδης. Τα Μαθηματικά και η Φυσική ήταν τα μαθήματα με τα οποία ο Νεοελληνικός Διαφωτισμός προσπαθούσε να θεμελιώσει τις αξίες του. Στο πρόγραμμα της σχολής τα μαθήματα αυτά κατείχαν σημαντική θέση, γεγονός που οφείλονταν σε πολλούς λόγους, όπως στη γεωγραφική θέση του Βουκουρεστίου στην Ευρώπη, στην κληρονομιά που άφησαν ο Σεβαστός Κυμινήτης και ο Λάμπρος Πορφυρόπουλος, αλλά και στη θέση των Φαναριωτών ηγεμόνων υπέρ του Διαφωτισμού. Επίσης σημαντική μεταρρύθμιση, ήταν ότι με την προτροπή του Δημητρίου Καταρτζή, ο Υψηλάντης αναγνώρισε την ανάγκη καταμερισμού της διδασκαλίας σε ειδικότητες, ώστε ο κάθε δάσκαλος να επικεντρώνεται σε αντικείμενα που αντιστοιχούσαν στη δική του κατάρτιση.
Πέραν του ενδιαφέροντός του για την Ακαδημία, ο Υψηλάντης φρόντισε ώστε να δημιουργηθούν και πρωτοβάθμια σχολεία σε όλη την επικράτεια της Βλαχίας, όπως στην Κραϊόβα και στο Μπουζαίου, όπου δίδαξαν Έλληνες δάσκαλοι, αλλά και σε άλλες πόλεις, όπου διδασκόταν η σλαβονική και η ρουμανική γλώσσα[8].
Τις μεταρρυθμίσεις του Αλέξανδρου Υψηλάντη συνέχισε ο ηγεμόνας Νικόλαος Μαυρογένης (1786-1790). Αυτός διόρισε, σε θέση σχολικού εφόρου, τον Φιλάρετο, επίσκοπο Ριμνίκου (σήμερα Ρίμνικου Βίλτσεα, Râmnicu Vâlcea), ο οποίος επέκτεινε το τυπογραφείο και αναβάθμισε το εκπαιδευτικό σύστημα της χώρας, έστω και για το σύντομο χρονικό διάστημα, που υπηρέτησε ως έφορος, καθώς ξέσπασε ο Αύστρο-ρωσοτουρκικός πόλεμος (1787-1792), που κατέληξε σε κατοχή του Βουκουρεστίου από το στρατό των Αψβούργων. Μετά την Αυστριακή κατοχή ο νέος Φαναριώτης ηγεμόνας Μιχαήλ Σούτσος, που διορίστηκε το 1791, αναγκάστηκε να μεταφέρει την έδρα της Αυθεντικής Ακαδημίας από τη Μονή Αγίου Σάββα στη Μονή Δεσποίνης Μπαλάσα (Domniţa Bălaşa), όπου λειτούργησε μέχρι το 1803[9], οπότε και επέστρεψε στο αρχικό κτίριο. Η διάσωση και η επαναλειτουργία του τυπογραφείου επιτεύχθηκε από τον διάδοχο του Φιλάρετου, τον μητροπολίτη Δοσίθεο Φιλίττη.
Το 1805 πέθανε ο Λάμπρος Φωτιάδης, ένας σχολάρχης με σημαντική προσφορά, ενώ τον επόμενο χρόνο με την κήρυξη του Ρωσοτουρκικού πολέμου του 1806 -1812 παρατηρήθηκαν σημάδια παρακμής της Σχολής. Όμως, ενώ διαρκούσε η Ρωσική κατοχή, το 1810 υπήρξε έτος αναδιοργάνωσης της Σχολής. Τον θρόνο του Μητροπολίτη Ουγγροβλαχίας Δοσίθεου, που εκδιώχθηκε, ανέλαβε ο Ιγνάτιος, πρώην Άρτας. Ο Ιγνάτιος διορίσθηκε μητροπολίτης Βουκουρεστίου από τη Σύνοδο της Εκκλησίας της Ρωσίας με συγκατάθεση του τσάρου Αλεξάνδρου Α΄, ενώ το 1812, με την επιστροφή των παραδουνάβιων ηγεμονιών στους Τούρκους, απομακρύνθηκε από την έδρα του και εγκαταστάθηκε στη Βιέννη με σύνταξη από τη Ρωσία. Ο νέος μητροπολίτης, ο οποίος εποίμανε την τοπική Εκκλησία για μόλις τρία χρόνια (1810-1812), αναδιοργάνωσε την Ηγεμονική Ακαδημία. Την μετονόμασε σε “Λύκειο Βουκουρεστίου” και την προίκισε με τον απαραίτητο εργαστηριακό εξοπλισμό σε όργανα Φυσικής και Χημείας. Επίσης, με χρήματα δικά του αλλά και των βογιάρων, αγόρασε τη βιβλιοθήκη του Γάλλου φυσικού Sonnini de Mononcourt, που αποτελείτο από 3.700 τόμους. Το Λύκειο εξελίχθηκε σε σημαντική σχολή του υπόδουλου ελληνισμού καθώς διέθετε πλούσιους χορηγούς, μεγάλη βιβλιοθήκη, τυπογραφείο και χορηγούσε υποτροφίες. Όταν «…η λειτουργία της ακαδημίας έφτασε στο απόγειο της, αριθμούσε δώδεκα καθηγητές και τετρακόσιους μαθητές..»[10]. Κατά την μεταρρύθμιση του 1810 διατηρήθηκαν οι τρεις κύκλοι – κατευθύνσεις μαθημάτων[11], των Επιστημών, της Φιλολογίας, και των Γλωσσών, στις οποίες περιλαμβάνονταν πλέον η Ελληνική, η Λατινική, η Ρωσική, η Γαλλική και η Γερμανική. Οι μαθητές ήταν υποχρεωμένοι να επιλέξουν τουλάχιστον μία ξένη γλώσσα. Στον κανονισμό προστέθηκαν διατάξεις περί των καθηκόντων του δασκάλου κατά μάθημα, αλλά και γενικότερες διατάξεις, περί του τρόπου διδασκαλίας, της διδακτέας ύλης, της διάρκειας του σχολικού έτους, των αργιών κ.α. Κάθε δάσκαλος ελεγχόταν στο τι και πως θα το διδάξει από τον έφορο του Λυκείου, που ήταν ο ίδιος ο Μητροπολίτης Ουγγροβλαχίας. Σημαντικοί συνεργάτες του στο έργο αυτό ήταν οι δάσκαλοι και σχολάρχες Κωνσταντίνος Βαρδαλάχος και Αθανάσιος Βογορίδης. Η Φυσική ορίστηκε ως Φυσική Πειραματική και αποτελούσε την αιχμή του δόρατος του Διαφωτισμού έναντι του Σχολαστικισμού.
Σύντομα μετά την άφιξή του στο Βουκουρέστι, ο μητροπολίτης Ιγνάτιος ίδρυσε τη Φιλολογική Εταιρεία του Βουκουρεστίου [12], που σκοπός της ήταν να συνεισφέρει στην ευόδωση των στόχων του Λυκείου και στην έκδοση του φιλολογικού περιοδικού «Ερμής ο Λόγιος», το οποίο, κατόπιν εισηγήσεως του Κοραή κυκλοφόρησε με εκδότη τον Άνθιμο Γαζή, τον Ιανουάριο του 1811 στη Βιέννη. Στις 22 Ιουλίου του 1810, όταν πραγματοποιήθηκε η 1η συνέλευση της Φιλολογικής Εταιρείας του Βουκουρεστίου στη μεγάλη αίθουσα του Λυκείου, ο Ιγνάτιος ανακοίνωσε στα Μέλη της Εταιρείας την αναδιοργάνωση του Λυκείου και το νέο πρόγραμμα των μαθημάτων. Κατά την τελετή ο σχολάρχης Κωνσταντίνος Βαρδαλάχος αναφέρθηκε στις πνευματικές αντιπαραθέσεις της εποχής και συγκεκριμένα στη ρήξη μεταξύ Σχολαστικών και Διαφωτιστών, επισημαίνοντας την παραποίηση των θέσεων του Αριστοτέλη από τους σχολαστικούς
Με τη Συνθήκη του Βουκουρεστίου (1812) έληξε η ρωσική κατοχή και ο μητροπολίτης Ιγνάτιος υποχρεώθηκε να αποχωρήσει. Στο θρόνο της Βλαχίας η Υψηλή Πύλη διόρισε τον Ιωάννη Καρατζά, που κυβέρνησε από το 1812 μέχρι το 1818. Ο φωτισμένος αυτός ηγεμόνας φρόντισε για την εξάπλωση της ελληνικής παιδείας, αναδιοργανώνοντας τα παλαιά σχολεία και ιδρύοντας πολλά νέα. Έδειξε ιδιαίτερο ενδιαφέρον για το Λύκειο του Βουκουρεστίου ώστε, «να διδάσκεται με πολλήν ακρίβειαν ο Έλλην λόγος…από τα σοφά συγγράμματα των αθανάτων Ελλήνων προγόνων μας»[14]. Ο Ιωάννης Καρατζάς «…εφρόντισεν να θεμελιώση το Λύκειον επάνω εις βάσιν στερεάν, και ακλόνητον, ώστε να μη συμμεταβάλληται εις το εξής με τας καιρικάς περιστάσεις, ως πρότερον…»[15]. Προχώρησε διορίζοντας τέσσερεις εφόρους, που ήταν ο Μέγας Ποστέλνικος Κωνσταντίνος Βλαχούτζης, ο Μέγας Γραμματικός Μιχαήλ Δημητρίου Σχινάς, ο Μέγας Βιστιάρης Γρηγόριος Βραγκοβάνος και ο Μέγας Κλωτζιάρης Νέστωρ[16]. Ο Ιωάννης Καρατζάς διέθεσε χρήματα για τη βιβλιοθήκη και για δασκάλους, ενώ καθιέρωσε το σύστημα των ετήσιων εξετάσεων των μαθητών[17]. Επίσης κατά τη διάρκεια της ηγεμονίας του ίδρυσε το 1817 στο Βουκουρέστι το πρώτο μόνιμο θέατρο της Βαλκανικής.
Όταν, τον Μάρτιο του 1821, ο Αλέξανδρος Κ. Υψηλάντης, που είχε κηρύξει την επανάσταση στο Ιάσιο, έφτασε στο Βουκουρέστι, πολλοί μαθητές του Λυκείου κατατάχθηκαν στον Ιερό Λόχο. Το έργο του Λυκείου διακόπηκε από τον αποδεκατισμό του Ιερού Λόχου στο Δραγατσάνι, και βέβαια από την απόφαση της Πύλης να τερματίσει την εξουσία των Φαναριωτών και να καταργήσει τα ελληνικά δημόσια σχολεία[18]. Αναφέρεται ότι κατά το μέσον του 19ου αιώνα, στο κτίριο λειτούργησε το Ρουμανικό Εθνικό Κολλέγιο του Αγίου Σάββα
[5] https://ellas2.wordpress.com/2012/11/08/%CF%84%CE%B1-%CF%83%CF%87%CE%BF%CE%BB%CE%B5%CE%AF%CE%B1-%CF%84%CF%89%CE%BD-%CE%B9%CF%89%CE%B1%CE%BD%CE%BD%CE%AF%CE%BD%CF%89%CE%BD-%CE%BA%CE%B1%CE%B9-%CF%84%CE%BF-%CE%B3%CE%AD%CE%BD%CE%BF%CF%82/
Τα σχολεία των Ιωαννίνων και το γένος
[…]Στους πρώτους αιώνες της δουλείας  οι Ηπειρώτες και ιδιαίτερα οι Γιαννιώτες, όταν στην υπόλοιπη Ελλάδα σπάνια συναντούσε κανείς εγγράμματο άνθρωπο, ιδρύουν σχολές με  πλειάδα δασκάλων και λογίων.
Πράγματι αυτή η πρώτη περίοδος των ελληνικών γραμμάτων στα Γιάννινα είναι εντυπωσιακή και συνεχίζεται με περισσότερη ένταση στον 18ο και αρχές 19ου αιώνα. Οι Ηπειρώτες διαδίδουν σε όλη την Ελλάδα τα νέα επιτεύγματα της ευρωπαϊκής επιστήμης σε όλους τους τομείς και είναι οι πρώτοι φορείς των ιδεών του ευρωπαϊκού φιλελευθερισμού και ειδικότερα του γαλλικού διαφωτισμού.
Ο πρώτος που εκσυγχρονίζει την παιδεία στα Γιάννινα είναι ο Επιφάνιος, ο οποίος προσθέτει  και τη διδασκαλία της ‘Φιλοσοφίας’ και των ‘Επιστημών’. Στη σχολή του Επιφάνιου διδάσκουν διακεκριμένοι διδάσκαλοι (π.χ. Παρθένιος Κατσούλης πρωτοπόρος Έλληνας λαογράφος, Μιχαήλ Μήτρου, μετέπειτα Μητροπολίτης Αθηνών Μελέτιος) έτσι ώστε να είναι δικαιολογημένη η συρροή μαθητών από όλη την Ελλάδα.
Άλλος Ηπειρώτης είναι ο Μάνος Γκούμας, ο οποίος ιδρύει τη Μεγάλη Σχολή. Πρέπει να σημειωθεί ότι οι σχολές αυτές δεν ήταν επιβλητικά κτήρια για τον λόγο ότι αποφεύγονταν η επίδειξη για να μην προκαλέσουν τον φθόνο  του άρπαγα δυνάστη. Ήταν  γενικά πτωχά και  η περιποίηση και τα καταλύματα των  μαθητών ήταν πολύ πενιχρά (Αναστάσιος Γούδας).
Εκείνο που κατεξοχήν ενδιέφερε, όμως, ήταν η  ψυχή του σχολείου, ο διδάσκαλος (επιστημονική συγκρότηση, παιδαγωγική κατάρτιση, ικανότητα, προσωπικότητα). Στη Σχολή του Γκούμα συγκεντρώνονται εκλεκτοί διδάσκαλοι (Βησσαρίων Μακρής, πρώτος σχολάρχης, Γεώργιος Σουγδουρής, δεύτερος σχολάρχης, Ευστάθιος Σουγδουρής, Ιερομόναχος Σεραφείφ, Μεθόδιος Ανθρακίτης,  Μετσοβίτης Νικόλαος Ζερζούλης κ.α.).
Αργότερα η σχολή πέφτει  στα χέρια των Μπαλάνων και  είναι ευρέως γνωστή με το όνομα Μπαλαναία. Οι Μπαλαναίοι  στη γλωσσική διαμάχη της εποχής εκφράζουν το συντηρητικό πνεύμα. Ωστόσο η προσφορά της σχολής αυτής  δεν είναι ασήμαντη και  οι τρόφιμοι της διακρίνονται για τη μόρφωσή, το ήθος και την φιλοπατρία τους. Ξεχωριστή θέση στη σχολή αυτή έχει ο Κωνσταντίνος Μπαλάνος Βασιλόπουλος, πρώτος σχολάρχης και σπουδαίος μαθηματικός.
Οι  Ηπειρώτες αδελφοί Σίμων και Λάμπρος  Μαρούτση, έμποροι, ιδρύουν μια απόλυτα εκσυγχρονισμένη σχολή με πρώτο σχολάρχη τον Ευγένιο Βούλγαρη, σοφό επιστήμονα, παιδαγωγό, μεγάλο συγγραφέα, ρήτορα και με βαθιά ορθόδοξη πίστη.  Εξαιτίας του γλωσσικού ζητήματος, άλλοι του ψάλλουν διθυράμβους (π.χ. Καλλιγάς) και άλλοι τον επικρίνουν σφοδρότατα (π.χ. Διονύσιος Θερειανός). Γεννήματα του Ευγένιου Βούλγαρη είναι ο Άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός, ο μέγας διδάσκαλος του Γένους Ιωάννης Πέζαρος ο Θεσσαλός και ο μάρτυς επίσκοπος Πλαταμώνος Διονύσιος.
Δεν λείπουν βέβαια οι ευεργέτες στα Γιάννινα, όπως ο μεγαλέμπορος Ζώης Καπλάνης που χρηματοδότησε την Μαρουτσαία  Σχολή, που μετονομάζεται τιμητικά σε Καπλάνειο Σχολή. Την σχολαρχία αναλαμβάνει ο Αθανάσιος Ψαλίδας, ένας τολμηρός ανακαινιστής στην εκπαίδευση. Εν τω μεταξύ έρχεται ο πόλεμος της Πύλης με τον Αλή πασά και η ελληνική επανάσταση και η δραστηριότητα των σχολών αναστατώνεται.[…]
[6] http://dlab.phs.uoa.gr/index.php/manuscripts/details/1/17 Σχολή Μοσχοπόλεως

Λένη Ζάχαρη

Η Λένη Ζάχαρη γεννήθηκε και μεγάλωσε στον Πειραιά. Σπούδασε Θεολογία και Ιστορία στο ΕΚΠΑ. Έχει εκδώσει την ποιητική συλλογή "Να με λες Ελένη", από τις εκδόσεις Λέμβος. Αρθρογραφεί στο Περί ου.

Αφήστε μια απάντηση

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.