Μεγάλη Εβδομάδα και καλούμαστε να ζήσουμε και να συμμετέχουμε σύσσωμοι στο Πάθος του Χριστού, στον πόνο του Θεανθρώπου, προκειμένου να βιώσουμε το τέλος που είναι η Ανάσταση. Τα ερωτήματα που γεννιούνται είναι πολλά, ειδικά σε όσους έρχονται πρώτη φορά σε επαφή με την εκκλησία και τη θεολογία της, αλλά και τους ίδιους τους χριστιανούς. Μην ξεχνάμε ότι πολλές φορές συμμετέχουμε στα της Εκκλησίας χωρίς να παίρνουμε μυρωδιά από τα τελούμενα. Έχουμε συνηθίσει να πηγαίνουμε τις ημέρες αυτές στην εκκλησία «για το καλό» και δεν βλέπουμε μπροστά μας αυτό που συντελείται. Το Α και το Ω της σωτηρίας μας. Γιατί το Πάθος του Χριστού, με αποκορύφωση τη Σταύρωση, είναι ο δρόμος για τη σωτηρία μας. Είναι αυτό που χρειαζόταν ο άνθρωπος για ν’ απαλλαγεί από την «πεθαμενίλα» που τον είχε σημαδέψει μετά το Προπατορικό αμάρτημα. Έπρεπε κάπως να ξεπλυθεί. Κι έγινε ο Λόγος του Θεού με τη Θυσία Του, η κολυμβήθρα του Σιλωάμ. Μόνο που δεν ξέπλυνε απλώς αμαρτίες, ανακαίνισε τον πεπτωκότα άνθρωπο και του χάρισε αιώνια ζωή. Το ξύλον της ατιμίας, ο Σταυρός, έγινε ξύλον ζωής αιωνίου, το αίμα του Χριστού δόθηκε ως αντίλυτρον για να απαλλαγούμε από τα δεινά της αμαρτίας.

Το Πάθος του Χριστού αναφέρεται στα εκούσια βάσανα, τις ταπεινώσεις, τη Σταύρωση και τον θάνατο του Ιησού Χριστού, όπως περιγράφονται στα Ευαγγέλια και εορτάζονται κατά τη Μεγάλη Εβδομάδα. Στη χριστιανική θεολογία, και ιδιαίτερα στην Ορθόδοξη παράδοση, το Πάθος δεν είναι απλώς ένα ιστορικό τραγικό γεγονός, αλλά το κεντρικό μυστήριο της θείας οικονομίας για τη σωτηρία του ανθρώπου.
Το Πάθος αποτελεί την υπέρτατη θυσία του Θεανθρώπου. Ο Χριστός, ως αναμάρτητος, επωμίστηκε τις αμαρτίες όλης της ανθρωπότητας, προσφέροντας εξιλέωση και λύτρωση από τη φθορά και τον θάνατο.
Η σωτηρία και η λύτρωση από την αμαρτία μέσω του Πάθους του Χριστού αποτελεί τον πυρήνα της χριστιανικής πίστης, προσφέροντας στον άνθρωπο την απαλλαγή από τη φθορά, τον πνευματικό θάνατο και τον χωρισμό από τον Θεό. Ο Χριστός, ως αναμάρτητος, θυσιάστηκε για να πληρώσει το τίμημα της αμαρτίας, χαρίζοντας τη δυνατότητα αιώνιας ζωής.
Τι σημαίνει στην ουσία αυτή η θυσία;
Απελευθέρωση από το «τίμημα» της αμαρτίας. Η αμαρτία επέφερε τον θάνατο και τη φθορά στην ανθρώπινη φύση, από τα οποία ο άνθρωπος αδυνατούσε να σωθεί μόνος του.
Θεία Αγάπη και Καταλλαγή. Ο Θεός, μέσω της θυσίας του Υιού Του, γεφυρώνει το χάσμα που δημιούργησε η αμαρτία, επαναφέροντας τη σχέση ανθρώπου-Θεού.
Πνευματική Θεραπεία. Η λύτρωση δεν είναι μόνο νομική απαλλαγή, αλλά η θεραπεία της ανθρώπινης φύσης από την αρρώστια της αμαρτίας.
Μετάνοια. Η σωτηρία ενεργοποιείται μέσω της μετάνοιας, η οποία οδηγεί τον άνθρωπο στην αποδοχή της θυσίας του Χριστού και στην αλλαγή τρόπου ζωής.
Η λύτρωση αυτή δεν πραγματοποιήθηκε από κάποια κτιστή ύπαρξη, αλλά από τον ίδιο τον Θεό, καθιστώντας την μοναδική και οριστική.
Μέσω του εκούσιου θανάτου Του, ο Χριστός «θανάτω θάνατον πατήσας», καταργεί τη δύναμη του Άδη και ανοίγει το δρόμο για την Ανάσταση, χαρίζοντας αιώνια ζωή στον άνθρωπο.
Η νίκη επί του θανάτου μέσω του Πάθους και της Ανάστασης του Χριστού είναι το θεμέλιο της χριστιανικής πίστης, μετατρέποντας τον θάνατο από απόλυτο τέλος σε πέρασμα προς την αιώνια ζωή. Με την εκούσια σταύρωση και την τριήμερη Ανάσταση, ο Χριστός «θανάτω θάνατον πατήσας» καταργεί τη φθορά, προσφέροντας σε όλη την ανθρωπότητα τη δυνατότητα συμμετοχής στην αθάνατη ζωή.
Με τον θάνατό Του ο Χριστός νικά τον θάνατο κι έτσι ο θάνατος δεν αντιμετωπίζεται πλέον ως καταστροφή, αλλά ως ένα «απλό επεισόδιο» και μια νέα αρχή, μια «σπορά» για την Ανάσταση.
Ο Χριστός νικά τον θάνατο όχι μόνο για τον εαυτό Του, αλλά ως εκπρόσωπος όλης της ανθρώπινης φύσης, καταστρέφοντας τη δύναμη του Άδη. Η νίκη αυτή σημαίνει ότι ο άνθρωπος μπορεί να ζει στη δικαιοσύνη, απαλλαγμένος από την πνευματική νεκρότητα της αμαρτίας. Είναι μια νίκη που αφορά όλους τους λαούς και όλες τις εποχές, προσφέροντας την ελπίδα της αιώνιας ζωής.
Το Πάθος δείχνει το μέγεθος της αγάπης του Θεού προς τον άνθρωπο, καθώς ο ίδιος ο Δημιουργός γίνεται άνθρωπος και υποφέρει για να επανασυνδεθεί με το δημιούργημά του. Το Πάθος του Χριστού, σύμφωνα με την Ορθόδοξη θεολογία, αποτελεί την «απόλυτη εκδήλωση της θείας αγάπης» επειδή ο Θεός δεν περιορίστηκε στη δημιουργία, αλλά συναντά τον άνθρωπο μέσα στην ίδια την ανθρώπινη τραγικότητα, τον πόνο και τον θάνατο, για να τον λυτρώσει.
Η «απόλυτη αγάπη» στο Πάθος εκδηλώνεται μέσα από τις εξής πτυχές: Η Θυσία είναι Εκούσια. Ο Χριστός δεν αναγκάζεται να υποφέρει, αλλά αποδέχεται ελεύθερα το Πάθος από αγάπη προς το δημιούργημά του.
Συμμετέχει ως Άνθρωπος στον πόνο. Ο Θεός, μέσω της ενανθρώπησης, δεν παρατηρεί τον ανθρώπινο πόνο από μακριά, αλλά τον βιώνει ο ίδιος. Ο Σταυρός είναι η στιγμή που ο Δημιουργός γίνεται «σύσσωμος» με τον άνθρωπο, υποφέροντας το απόλυτο τίμημα.
Συγχωρεί τους «εχθρούς» Του. Στην κορύφωση του πόνου, ο Χριστός προσεύχεται για τους σταυρωτές Του («Πάτερ, άφες αυτοίς…»), δείχνοντας μια αγάπη που ξεπερνά τα ανθρώπινα όρια και δεν κρατά κακία, ανοίγοντας τον δρόμο για τη μετάνοια.
Είναι Νίκη επί του θανάτου. Το Πάθος δεν είναι ήττα, αλλά η «νίκη της αγάπης». Θανάτωσε τον θάνατο και τον Άδη με την αγάπη Του, προσφέροντας την αιώνια ζωή. Και, τέλος, αποκαθιστά την διαταραγμένη αυτή σχέση Θεού – ανθρώπου. Η αγάπη αυτή είναι θεραπευτική (απολυτρωτική). Σκοπός είναι να «θεραπεύσει» την ανθρώπινη φύση από τη φθορά και να επαναφέρει τον άνθρωπο στην κοινωνία με τον Θεό.
Όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται, «τόσον ηγάπησε ο Θεός τον κόσμον, ώστε έδωκε τον Υιόν Αυτού τον μονογενή» (Ιω. 3:16), καθιστώντας τον Σταυρό το πιο δυνατό «σύνθημα» της θείας αγάπης προς τον άνθρωπο
Στην Ορθόδοξη θεολογία, ο σκοπός της ενανθρώπισης και του Πάθους είναι να καταστεί δυνατή η «θέωση» του ανθρώπου, δηλαδή η συμμετοχή του στη θεία φύση μέσω της χάριτος.
Η «θέωση» είναι ο ανώτατος σκοπός της ανθρώπινης ύπαρξης στην Ορθόδοξη θεολογία, που σημαίνει την κατά χάριν ένωση του ανθρώπου με τον Θεό και την ομοίωσή του με Εκείνον. Δεν πρόκειται για ταύτιση της ουσίας ανθρώπου και Θεού, αλλά για συμμετοχή στις άκτιστες ενέργειές Του, που ανυψώνει τον άνθρωπο πάνω από τα φυσικά όρια. Είναι η πορεία του ανθρώπου προς τον αγιασμό, η οποία καθιστά τον άνθρωπο «θεό κατά χάριν» (όχι κατά φύση), προσφέροντάς του το άκτιστο Φως του Θεού. Ο Χριστός έγινε άνθρωπος («ενανθρώπησε») για να γίνει ο άνθρωπος θεός. Το Πάθος και η Ανάσταση κατήργησαν το θάνατο, ανοίγοντας το δρόμο για τη θέωση. Η θέωση είναι αποτέλεσμα της πνευματικής άσκησης, της συμμετοχής στα μυστήρια της Εκκλησίας και της βίωσης των εντολών του Ευαγγελίου. Ο άνθρωπος που θεώνεται (θεούμενος) ξεπερνά τη φθορά, μετέχει στη θεία δόξα και φωτίζεται από το άκτιστο φως. Η θέωση αποτελεί την τελική ένωση του ανθρώπου με τον Δημιουργό του, όπου ο άνθρωπος γίνεται «μέτοχος της θείας φύσεως».

Ο Χριστός, υποφέροντας ως άνθρωπος, γίνεται κοινωνός των ανθρώπινων παθών και πόνων, προσφέροντας παρηγοριά και νόημα στον ανθρώπινο πόνο. Η συμμετοχή στον πόνο του Χριστού (σύμπασχον) αποτελεί κεντρική ορθόδοξη πνευματική έννοια, όπου ο άνθρωπος ενώνει τον προσωπικό του ψυχικό ή σωματικό πόνο με τα Πάθη του Θεανθρώπου. Αυτή η ένωση μεταμορφώνει τον πόνο από κατάρα σε μέσο λύτρωσης, αγιασμού και αγάπης, επιτρέποντας στον πιστό να γευτεί τη χαρά της Αναστάσεως μέσα από τον Σταυρό.
Πτυχές της Συμμετοχής στον Πόνο του Χριστού
Μεταμόρφωση του πόνου: Ο πόνος δεν είναι πλέον μια μάταιη δοκιμασία, αλλά «συμμετοχή στο πάθος του Χριστού» και «μίμηση» της θυσίας Του.
Αγάπη και συμμετοχή στο Πάθος (Συμπάσχειν): Όταν ο πιστός αποδέχεται τον πόνο, μετέχει στην άπειρη αγάπη του Χριστού. Αυτό διδάσκει την αληθινή αγάπη, η οποία βαστάζει τα βάρη των άλλων, κάνοντας τον πόνο υποφερτό.
Ενότητα με τον Εσταυρωμένο: Η συμμετοχή στο «Σώμα» του Χριστού, ειδικά μέσω της Θείας Κοινωνίας, ενώνει τον άνθρωπο με τον Χριστό ως «Σταυρωμένη Παναγάπη».
Νίκη επί της φθοράς: Ο Χριστός, μετέχοντας στον ανθρώπινο πόνο, τον κατέστησε ευλογία και οδό προς την Ανάσταση.
Η στάση αυτή μετατρέπει τον άνθρωπο σε «συμμέτοχο των παθημάτων» Του, οδηγώντας τον στην πνευματική ωρίμανση και την ελπίδα.
Το Πάθος του Χριστού καλεί τον άνθρωπο σε μια προσωπική σχέση μαζί Του, προσφέροντας ελευθερία από τα δεσμά της αμαρτίας και την ελπίδα της αιώνιας ζωής, μετατρέποντας τον πόνο σε δρόμο σωτηρίας.
«Χριστός ημάς εξηγόρασεν εκ της κατάρας του νόμου γενόμενος υπέρ ημών κατάρα…» (Γαλ. γ’ 13).
«Τον δι’ ημάς σταυρωθέντα…» – Το Πάθος είναι η κεντρική στιγμή της θείας αγάπης.
Οι μέρες της Μεγάλης Εβδομάδας έχουν κάθε μία το δικό της νόημα και συμβολισμό στην πορεία προς το Πάθος και την Ανάσταση. Γι’ αυτό και η συμμετοχή μας σ’ αυτές είναι τουλάχιστον σημαντική, αν θέλουμε να βιώσουμε κι εμείς το Πάθος του Κυρίου και να μετέχουμε της Ανάστασής Του.
Μεγάλη Δευτέρα – Ο Νυμφίος
Ο έρωτας είναι το σήμα κατατεθέν της εποχής μας. Όπου κι αν σταθεί κανείς, όπου κι αν βρεθεί, γι αὐτὸν θ ἀκούσει να μιλάνε. Τραγούδια, ταινίες, θέατρο, λογοτεχνία, διαφημίσεις, μικροί, μεγάλοι, ζωγραφική και μαγειρική, τον έρωτα υμνούν, τα πάθη του έρωτα περιγράφουν, την μυστηριώδη δύναμη που έλκει τους ανθρώπους και τους κάνει να μην μπορούν να ζήσουν ο ένας χωρίς τον άλλο. Τόσο που να αναρωτιέται κανείς, αν όντως η ύπαρξή μας δεν μπορεί με άλλο τρόπο να σταθεί, να ζήσει. Γιατί ο έρωτας προβάλλεται ως ο μοναδικός τρόπος ζωής.
Ο άλλος είναι εκείνο το ιδιαίτερο στοιχείο που λείπει, το συμπλήρωμα, το μισό. Και χωρίς το μισό ο άνθρωπος δεν μπορεί να νιώσει ολόκληρος και πληρωμένος βιωματικά. Γι αὐτὸ όλοι σχεδόν οι άνθρωποι βρίσκονται σε μία διαρκή αναζήτηση του άλλου, προσπαθούν να καλύψουν το κενό που αισθάνονται μέσα από την κοινωνία με το πρόσωπο του άλλου. Αυτή η δίψα για κοινωνία είναι τελικά ένα από τα χαρακτηριστικά του ανθρώπου, υποδηλώνει την αυτοσυνειδησία του ανθρώπου και την ετερότητα, μία ετερότητα που δεν μπορεί να νοηθεί, παρά μόνο σε αναφορά με το πρόσωπο του άλλου.
Αυτή την αγάπη και την αναζήτηση του άλλου προβάλλει η Εκκλησία μας αυτές τις μέρες, πέρα από οτιδήποτε. Ο Νυμφίος Χριστός είναι εκείνος ο αλλιώτικος Άλλος, ο οποίος πλησιάζει εν τω μέσω της νυκτός, στέκεται έξω από την πόρτα της καρδιάς μας, κτυπά και περιμένει να του ανοίξουμε. Περιμένει να τον αφήσουμε να μπει στην καρδιά μας, να την πληρώσει και να μας δώσει εκείνη τη γνησιότητα καρδιάς, αισθημάτων και αιωνιότητας, να μας δώσει το έπαθλο του έρωτά του, που δεν είναι άλλο από τη σωτηρία!
Μακάριος όποιος του ανοίξει. Γιατί θα μάθει ότι κοινωνεί τη ζωή. Και η ζωή δεν κοινωνείται με τα πάθη, αλλά με το πάθος, δηλαδή με τη θυσία για τον άλλο. Κι είναι εκείνος ο πρώτος Άλλος, ο οποίος υπέστη το πάθος για την ξεχωριστή ύπαρξη του καθενός από μας. Και μας δείχνει το δρόμο. Ότι δεν μπορείς να κοινωνήσεις γνήσια με τον άλλο, δεν μπορεί ο άλλος να γίνει το συμπλήρωμά σου, ούτε εσύ το δικό του, αν δεν υποστείς το πάθος.
Κοινωνία δεν επιτυγχάνεται μέσα στην αμαρτία, αλλά με τη θυσία του εγωισμού και της κακίας. Κοινωνία δεν επιτυγχάνεται με το συμφέρον, αλλά με την αγάπη που υπερβαίνει το συμφέρον. Κοινωνία δεν επιτυγχάνεται με την γαστριμαργία του καταναλωτισμού, αλλά με την εγκράτεια και τη νηστεία. Κοινωνία δεν επιτυγχάνεται με τη δουλεία στους διαμορφωτές του νου, αλλά με την ελευθερία νου και ψυχής. Κοινωνία δεν επιτυγχάνεται με λεκιασμένη συνείδηση, αλλά με μετανοημένη πορεία.
Αυτός ο Άλλος έρχεται ξανά και ξανά στη ζωή μας. Δεν είναι μόνο το Πάσχα. Ξέρει ότι η καρδιά μας δεν έχει και πολλά περιθώρια ανοίγματος, αλλά επιμένει. Επιμένει με τη φλόγα του ερωτευμένου, ο οποίος υπερνικά κάθε εμπόδιο προκειμένου να φτάσει στο πρόσωπο που αγαπά. Και αφιερώνει «όττω έραται» το πάθος Του και περιμένει τη δική μας δίψα για γνήσια κοινωνία. Κι όπως ο ερωτευμένος ξεκινά έστω από μία απλή ματιά η ένα χαμόγελο του προσώπου που αγαπά, έτσι κι ο Νυμφίος θέλει ένα μικρό τόπο στην καρδιά μας. Για να την κάνει να πλημμυρίσει από μία γεύση διαφορετική. Τη γεύση της Βασιλείας Του.

Μεγάλη Τρίτη – Ο Χρήσιμος
Χαρίσματα έχει ο κάθε άνθρωπος, άλλος πολλά, άλλος λίγα. Ο κόσμος σήμερα τα λέει προσόντα. Είναι το κλειδί για τη επιτυχία του ανθρώπου. Χωρίς αυτά κανείς δεν μπορεί να εργαστεί, δεν μπορεί να ζήσει, δεν μπορεί να δημιουργήσει μία επιτυχημένη οικογένεια, να είναι ευυπόληπτος πολίτης στην κοινωνία. Και είναι αυτά τα χαρίσματα – προσόντα ενδεικτικά μόρφωσης του ανθρώπου, ενδεικτικά χαρακτήρα και συναισθηματικού κόσμου, ενδεικτικά νοημοσύνης, ενδεικτικά εξωτερικής εμφάνισης.
Η πραγματικότητα σήμερα συνηγορεί υπέρ ενός χαρίσματος, αυτού του φαίνεσθαι. Αρκεί να φαίνεται ο άνθρωπος όμορφος, αρκεί να φαίνεται ο άνθρωπος δημαγωγός, αρκεί να φαίνεται τίμιος, αρκεί να φαίνεται ότι είναι κάτι. «Ο,τι δηλώσεις, είσαι», έλεγαν κάποτε. Η κοινωνία του έχειν όμως σήμερα έχει παραφράσει το αξίωμα και το έχει κάνει «Είμαι ο,τι φαίνομαι». Δεν έχει σημασία αν κανείς είναι και πραγματικά ο,τι φαίνεται. Αρκεί να φαίνεται.
Από κει και πέρα θριαμβεύει ο χρήσιμος άνθρωπος. Αν κανείς μπορεί να προσφέρει υπηρεσίες στους ισχυρούς της κοινωνίας, αν κανείς μπορεί να υποκρίνεται τόσο θαυμάσια ώστε να μην αποκαλύπτει τα πραγματικά του χαρίσματα, αν κανείς δημιουργεί άλλη εικόνα για τον εαυτό του από ο,τι είναι, αλλά κυρίως αν κανείς δεν θίγει τα κακώς κείμενα της κοινωνίας, αν προβάλλει την συντήρηση και την υποταγή ως αξίωμα ζωής και πρότυπο στάσης, τότε είναι ο άνθρωπος που θα προχωρήσει στην κοινωνία.
Ο χρήσιμος είναι το ιδανικό του σήμερα. Ακόμα και στην Εκκλησία το χρήσιμο Χριστό προτιμάμε. Αυτόν που μας βολεύει. Αυτόν που μας υπόσχεται χαρά και ευτυχία, έστω και στην άλλη ζωή, αυτόν που δεν μας αφήνει να αποφασίζουμε μόνοι μας, αλλά αποφασίζει πριν από μας για μας. Αυτόν που μας κάνει να ενδιαφερόμαστε μονάχα για ο,τι μας συμφέρει.
Απέναντι στον χρήσιμο άνθρωπο του σήμερα, αποστεωμένο από αγάπη και προσφορά και ενταγμένο μέσα σ ἕνα ατέλειωτο παιχνίδι δημόσιων σχέσεων, υπάρχει ο άνθρωπος που δεν έχει προσόντα, αλλά χαρίσματα. Αυτός που έχει τάλαντα από το Θεό και τα προσφέρει από αγάπη στους άλλους. Αυτός που είναι άχρηστος για την νοοτροπία των πολλών, γιατί δεν συμβιβάζεται με την πνευματική ανελευθερία, με την μιζέρια του καταναλωτισμού, που δεν μπαίνει στο παιχνίδι του συμβιβασμού αξιών, ιδεών, τρόπου ζωής. Αυτός που ξέρει με τι τον έχει προικίσει ο Θεός και δεν τα κρατά για τον εαυτό του, ούτε τα θάβει στο χώμα της κακίας, των παθών, της με κάθε μέσο επιβίωσης, αλλά τα καρποφορεί με ταπείνωση, με επίγνωση και με πνεύμα διακονίας.
Στον χρήσιμο Χριστό του κόσμου, αυτόν που βολεύει γιατί δεν έχει τη μάχαιρα της αγάπης, της προσφοράς και της θυσίας, αυτόν που δεν θίγει τα συμφέροντα των ισχυρών, η Εκκλησία αντιπαραθέτει τον «άχρηστο» Χριστό. Αυτόν που γονιμοποιεί τα χαρίσματα του καθενός, χαρίζει την ελευθερία και, κυρίως, δεν βολεύεται με την αμαρτία, την κάθε λογής. Αυτόν που δεν ζητά τυπικότητα, συμβιβασμό, υπηρεσίες, αλλά γνησιότητα, αγάπη και θυσία. Αυτόν που έρχεται να σταυρωθεί και να αναστηθεί, ως πράξη έσχατης ταπείνωσης και προσφοράς όλων Του των χαρισμάτων, Αυτόν που έρχεται να βάλει μάχαιρα και όχι να βολευτεί. Τον δικό της, αληθινό Χριστό!

Μεγάλη Τετάρτη – Η αμαρτωλός
Παίρνει και η ψυχή αυτή μέρος στο θείο δράμα. Εκεί, στο περιθώριο του Πάθους, παίζει κι αυτή το ρόλο της, τον τόσο διδακτικό παρ όλη την άφρονη ζωή της, τον τόσο τίμιο παρ όλη την, μέχρι τότε, ατιμωτική διαγωγή της.
Ο Κύριος, λίγες ημέρες προ του Πάθους, κάθεται προσκεκλημένος στο τραπέζι του πλουσίου Σίμωνος. Δεν είναι φάγος και πότης. Μα εδώ πρόκειται να γίνει κάτι που «όπου εάν κηρυχθή το Ευαγγέλιον… εν όλω τω κόσμω, λαληθήσεται και ο εποίησεν αύτη» (Ματθ. 26, 13). Πρόκειται μία ψυχή ν αποδείξει με τρόπο χειροπιαστό τη συντριβή της που συντρίβει τα δεσμά της αμαρτίας. Μία ψυχή που, για τον Χριστό, έχει αξία ανείπωτη, περισσότερη απ ὅ,τι έχουν όλα μαζί τ αγαθά του Σίμωνος. Προς χάριν της ψυχής αυτής ο Κύριος γίνεται συνδαιτημών στο δείπνο του Φαρισαίου.
Και να ότι μέσα στη λαμπρή εκείνη ατμόσφαιρα, που, παρ όλη την επιφάνεια, κρύβει βαθειά υποκρισία και κακότητα, διασκελίζει το κατώφλι του σπιτιού μία γυναίκα. Δεν είναι άγνωστη. Όχι. Είναι η παραστρατημένη της γειτονιάς… Γνωστή σε όλους που, σαν τις λευκές κι αμόλυντες περιστερές, περιτριγυρίζουν τώρα την ενσάρκωση της αγιότητας, τον Κύριο. Η υποκριτική ψυχή τους, τους αναγκάζει να της ρίξουν βλέμματα περιφρονητικά. Και ταυτόχρονα να διερωτηθούν, σαν τι άραγε να ζητούσε στο σπίτι αυτό, η διεφθαρμένη…
Το βάδισμά της είναι διστακτικό. Καμιά προκλητικότητα στις βαριές της κινήσεις. Τα μάτια της που, άλλοτε, έπαιζαν πρωτεύοντα ρόλο, στην άγρα των θυμάτων, τώρα κατεβασμένα, χαμηλωμένα, ταπεινά, βλέπουν τη γη μέσα από φακούς βρεγμένους. Τα μαλλιά της που χύνονται στους ώμους της, τούτη τη βραδιά φαίνεται πως κάποιον άλλο ρόλο ετοιμάζονται να παίξουν. Το φέρσιμό της, συσταλτικό, είναι τόσο διαφορετικό, τόσο επιβλητικό απόψε, λες κι απότομα άλλαξε σκοπούς η γυναίκα, κι έχει κάτι το βαρυσήμαντο να πει και να κάνει.
Και να! Με βήμα ήρεμο, σιγαλό μα και σταθερό, πλησιάζει Εκείνον που είναι ο τιμώμενος της βραδιάς. Κι Εκείνος την παρακολουθεί. Και την αφήνει.
Νοιώθοντας, με το αλάθητο αισθητήριό της, τη μεγαλοσύνη Του, πλησιάζει κοντά. Κι ενώ τα μάτια στυλώνονται στη γη, τα γόνατα λυγίζουν και τα δάκρυα χύνονται μ’ αναφιλητά και στεναγμούς. Κι εκεί, τη στιγμή που ένα πλάσμα πεσμένο στα πόδια του Πλάστη και Θεού του, ζητά την εξιλέωση και βρίσκει τη γαλήνη, η ανθρώπινη κακία, ξεκινώντας από διαφορετικές σκοπιές, είτε με τη μορφή του Φαρισαίου, είτε με τη μορφή του Ιούδα, σπεύδει να βυθιστεί στην άβυσσο του Θανάτου.
Ο Κύριος ευσπλαχνίζεται. Δέχεται τη μετάνοια. Παραχωρεί την άφεση. Γιατί αν ο Κύριος μισεί θανάσιμα την αμαρτία και την αποστρέφεται με οργή, όμως αγαπά στοργικά, πατρικά, ανέφελα τον αμαρτωλό και τον συναναστρέφεται.
Για τους άλλους ήταν μία αποκάλυψη αυτό που έγινε στο σπίτι του Φαρισαίου. Γιατί για πρώτη φορά έβλεπαν να εγκαινιάζεται μία νέα τάξις πραγμάτων, τελείως διαφορετική από εκείνη που η τυπικότητα και αυστηρότητα του Νόμου είχεν εγκαθιδρύσει. Έπαιρναν σαν προσωπική τους εμπειρία ο καθένας το νόημα της Χάριτος που, εν αντιθέσει προς τον Νόμο, ερχόταν πλέον να σφραγίσει τη νέα Διαθήκη του Θεού με τους ανθρώπους.
Η πράξη της γυναίκας εκείνης έμεινε στην ιστορία. Γιατί όχι μόνον ήταν μία παραφωνία για την εποχή της, αλλά ακόμα γιατί προδίκαζε τη στάση του Θεού απέναντι στο μεγάλο πρόβλημα της αμαρτίας.
Δύο θαυμάσια διδάγματα ξεπηδούν απ την ιστορία. Το ένα από μέρους του πομπού -της γυναίκας. Το άλλο από μέρους του δέκτη -του Ιησού.
Η γυναίκα στη μορφή της κρύβει όλους μας. Ας μη παραξενευθεί κανείς ότι δήθεν τον παρομοιάζουμε με μία τέτοια βδελυρή προσωπικότητα. Γιατί αν ο άνθρωπος έμαθε να κάνη διακρίσεις και να κατατάσσει σε ποιότητες τις αμαρτίες του, δεν συμβαίνει βέβαια το ίδιο και με τον Θεό. Γι αὐτὸν δεν υπάρχουν αμαρτίες μεγάλες κι αμαρτίες μικρές, βδελυρές η ελαφρές, σοβαρές η επιπόλαιες. Απέναντί Του όλοι μας βρισκόμαστε στον ίδιο παρονομαστή. Αφού ο «πταίσας εν ενί γέγονε πάντων ένοχος». Έτσι τη συντριβή που η γυναίκα εκείνη αισθάνθηκε, θα πρέπει όλοι μας να αισθανθούμε στον ίδιο, αν όχι σε μεγαλύτερο, βαθμό. Κι αυτό αδιάφορο, αν, κατά την υποκειμενική μας κρίσι, εμείς απέχομε πολύ απ τὸ βάραθρο όπου εκείνη είχε καταπέσει.
Ας αφήσουμε τις υποκειμενικότητες και τις συμβατικότητες της ζωής. Κι ας διδαχθούμε το μάθημα της συντριβής μπρος στον ύψιστο Θεό. Η γυναίκα που τη βραδιά εκείνη «ήπλωσε τας τρίχας» προς τον Δεσπότη, και με το μύρο άλειψε τους παναχράντους Του πόδας, ας γίνει χειραγωγός μας -και αυτή η παραστρατημένη- προς τον Χριστό, τον Μέγαν Ευεργέτη. Κι ας κινήσει και στις δικές μας ψυχές, τις ευαίσθητες χορδές που η συνείδησή μας φέρει, προκειμένου να οδοποιήσει την πορεία της επιστροφής μας προς τον Χριστό.
Και κάτι άλλο. Στην αγαθή πρόκλησή της, ο Κύριος απαντά καταφατικά. Δέχεται τη μετάνοια, ακούει τους στεναγμούς, υπολογίζει τα δάκρυα, αισθάνεται το θρήνο, δεν αγνοεί την συντριβή. Η στάση Του ξαφνιάζει. Κανείς δεν την περιμένει. Γιατί και κανείς δεν είχε μάθει μέχρι τότε πως σκέπτεται ο Θεός.
Τώρα γλυκοχαράζει στον ορίζοντα η αυγή της Νέας Διαθήκης. Απ το ένα μέρος μαζί με την αμαρτωλό, όλοι εμείς οι κατάδικοι, οι εξόριστοι του Παραδείσου, οι αιχμάλωτοι των παθών, προσμένουμε με ελπίδα. Κι εκεί, πάνω απ την κορφή του βουνού, ανατέλλει ο λαμπρός ήλιος της αγάπης που θα διαλύσει την παγωνιά και θα θερμάνει τις ψυχρές καρδιές. Όπως ανεβαίνει στο στερέωμα σιγά-σιγά, στέλνει τις ακτίνες του προς όλους. Όλοι πρέπει να μάθουν τι αξίζει η γλυκιά του θαλπωρή. Κι όλοι πρέπει να τρέξουν ν’ αποθέσουν, στου ήλιου αυτού τη θέα, το βάρος της ενοχής που τους πιέζει.
Σήμερα, έπειτα από 20 αιώνες, η πράξη της αμαρτωλού μας συγκινεί. Και μας διδάσκει πόσον διαφορετικά κρίνει ο κόσμος και πόσον διαφορετικά κρίνει ο Θεός. Κι είναι αυτό το πιο ελπιδοφόρο, το πιο σημαντικό δίδαγμα για όλους μας.

Μεγάλη Πέμπτη – Ο Μυστικός
Η εποχή μας χαρακτηρίζεται από μία διαρκή λογοδιάρροια. Όπου και να σταθεί και να βρεθεί κανείς λόγο ακούει, λόγο στα ΜΜΕ, λόγο στην πολιτική, λόγο στον αθλητισμό, λόγο στην τέχνη, λόγο και στην Εκκλησία. Η ποιότητα του εκφερόμενου λόγου είναι συνήθως προβληματική και αμφίβολη, αναφέρεται στην καθημερινότητα και το τελικό βεληνεκές του λόγου δεν μπορεί να ξεπεράσει την μιζέρια του σήμερα.

Το δικαίωμα λόγου και έκφρασης είναι αυτονόητο στην δημοκρατική και πλουραλιστική κοινωνία μας και θεωρείται αναφαίρετο ανθρώπινο δικαίωμα. Κανείς δεν μπορεί να το περιορίσει και ούτε θα ήταν σωστό. Εδώ εξακολουθεί να ισχύει το απόφθεγμα πνευματικής ανεκτικότητας του Βολτέρου: «Δεν συμφωνώ με τίποτα από όσα λες, θα υπερασπίζω όμως, και με το τίμημα της ζωής μου ακόμη, το δικαίωμά σου ελεύθερα να λες όσα πρεσβεύεις».
Είναι αυτονόητο πως η Εκκλησία δεν θεωρεί πως πρέπει να υπάρχει περιορισμός στο δικαίωμα του ανθρώπου να εκφέρει λόγο και να έχει σκέψη. Ενίοτε όμως η Εκκλησία κάνει λόγο για μία εκούσια παραχώρηση του δικαιώματος του λόγου, ενίοτε η Εκκλησία συστήνει στον άνθρωπο τη σιωπή ως μέσο γνήσιας επικοινωνίας με το Θεό και το συνάνθρωπο, ως αφορμή για να αφουγκραστεί ο άνθρωπος τον εσωτερικό του κόσμο και να πιαστεί από τις άκρες των αισθημάτων του, τα οποία συνήθως η άκρατη λογοδιάρροια καταπνίγει.
Ο Χριστός καθ’ όλη τη διάρκεια της επίγειας δράσης Του κήρυττε, χρησιμοποιούσε το λόγο ως Λόγος του Θεού. Στο κρισιμότερο σημείο της παρουσίας του στον κόσμο όμως απέφυγε να μιλήσει. Στη Γεθσημανή άφησε τους μαθητές μόνους τους και πήγε να προσευχηθεί στο Θεό – Πατέρα Του. Στην ανάκριση του Πιλάτου ήταν σιωπηλός, «ουδέν απεκρίνατο, ώστε θαυμάζειν τον ηγεμόνα λίαν». Και το αυτό στο Σταυρό, στους ονειδισμούς των Ιουδαίων και στις προτροπές τους να κατεβεί από το Σταυρό για να τον πιστέψουν, η σιωπή ήταν η απάντησή Του.
Είναι μία προτροπή η στάση αυτή του Χριστού, την οποία η Εκκλησία την επιδοκιμάζει και εφαρμόζει στην νηπτική άσκηση της ιστορίας της. Όταν μιλά κανείς διαρκώς, δεν έχει τη δυνατότητα να σταθεί και ν ἀκούσει τον εαυτό του, γιατί ο λόγος παίρνει συνήθως το χαρακτήρα της αυτο-δικαίωσης, μίας διαρκούς απολογίας απόψεων, ιδεών, κινήτρων πράξεων. Βέβαια ο λόγος είναι η κατεξοχήν λειτουργία της επικοινωνίας και κοινωνίας, ωστόσο η κατάχρησή του αναιρεί αυτή τη δυνατότητα, γιατί δεν αφήνει περιθώρια να ακούσει κανείς τον Άλλο, είτε αυτός είναι η συνείδηση του ανθρώπου, είτε ο συνάνθρωπος, είτε η κοινωνία.
Χρειάζεται εκείνη η μυστική θεώρηση των πραγμάτων, που βασίζεται στην λαλούσα σιωπή. Στην κακία του κόσμου, στην ύβρη και την περιφρόνηση, στον ακατάσχετο ακτιβισμό, η σιωπή της προσευχής, η σιωπή της υπομονής, η σιωπή της αγάπης δίνει το μυστικό εκείνο νόημα του Ουρανού. Ιδίως στις μέρες μας, τις τόσο πολύβουες και ελάχιστα νηπτικές.
Μεγάλη Παρασκευή – Ο Ιεροεξεταστής
Γιατί ήρθε ο Χριστός στον κόσμο; Γιατί τελικά σταυρώθηκε; Είναι Θεός η δεν είναι; Μήπως ήταν απλώς ένας πολύ καλός άνθρωπος, που δημιούργησε ένα ωραίο φιλοσοφικό και ιδεολογικό σύστημα, στο όνομα του οποίου έγιναν τελικά ο μεγαλύτερες αδικίες του κόσμου;
Αυτές είναι απόψεις που ακούγονται κατά καιρούς για το πρόσωπο του Χριστού. Κι όχι μόνο αυτό, αλλά στην πράξη, για το μεγαλύτερο τμήμα της κοινωνίας ο Χριστός βιώνεται ως μία ευχάριστη παρένθεση στην καθημερινότητα, ως μία φολκλορική επιβίωση παλαιών εθίμου και ενός πολιτισμού που φαινομενικά συγκινεί, στην ουσία δεν αγγίζει όμως τις ζωές μας. Βιώνουμε έναν ακίνδυνο Χριστό, ο οποίος δεν μπορεί να μεταμορφώσει τον τρόπο που αντιμετωπίζουμε τα πράγματα, γιατί στην ουσία δεν έχουμε την τόλμη και το θάρρος να επιχειρήσουμε μεγάλες αλλαγές στη ζωή μας.
Ο Ντοστογιέφσκυ, στο βιβλίο του Αδελφοί Καραμαζόφ, βάζει στο στόμα ενός απ αὐτούς, του Ιβάν, μία θαυμάσια ιστορία που τη επιγράφει «Ο Μέγας Ιεροεξεταστής». Ο Χριστός ξανακατεβαίνει στη γη, στη Σεβίλλη της Ισπανίας, όταν η Ιερά Εξέταση κυριαρχεί. Κάνει θαύματα πάλι, συγκλονίζει τους ανθρώπους, εκτός από τον Μεγάλο Ιεροεξεταστή, έναν γέρο καρδινάλιο, ο οποίος τον συλλαμβάνει, τον κλείνει σ ἕνα κελί, πιο σκοτεινό από τη φυλακή του Πιλάτου, και τον ανακρίνει, κάνοντας αναφορά στα κομβικά σημεία της διδασκαλίας του, τα οποία φοβούνται οι περισσότεροι άνθρωποι.
Ο Χριστός ήρθε στη γη για να φέρει την ελευθερία, όχι μόνο την εξωτερική-πολιτική ελευθερία, αλλά την ελευθερία να αποφασίζει κανείς και να αναλαμβάνει την ευθύνη των επιλογών του. Ο Ιεροεξεταστής του λέει ότι έπρεπε να δώσει ψωμί στους ανθρώπους (μία κατηγορία που διατυπώνεται συχνά και εναντίον της Εκκλησία, ότι δεν αντιμετωπίζει τα κοινωνικά προβλήματα, λες και αυτός είναι ο σκοπός της παρουσίας της στον κόσμο), για να τον ακολουθήσουν ομαδόν. Ο Χριστός όμως κάλεσε ελεύθερα τους ανθρώπους να τον ακολουθήσουν κι αυτό προϋποθέτει μία αντίληψη για την πίστη που είναι ζητούμενο στην εποχή μας.
Ο Χριστός ήρθε στη γη για να φέρει την αγάπη στον άνθρωπο, γι αὐτὸ άλλωστε και σταυρώθηκε, από αγάπη. Ο Ιεροεξεταστής του λέει ότι θα έπρεπε να στηρίζει τη διδασκαλία Του στο θαύμα και το μυστήριο, γιατί αυτά ενδιαφέρουν τον άνθρωπο, η μαγική πλευρά της πίστεως δηλαδή. Αυτή την μαγική πίστη βιώνουμε όταν κοινωνούμε για το καλό του χρόνου, όταν πηγαίνουμε στην Εκκλησία μόνο για να μας δώσει ο Θεός αυτό που έχουμε ανάγκη, όταν σπεύδουμε εκεί που γίνονται θαύματα και θεωρούμε πως αυτό είναι αρκετό για να είμαστε καλά πνευματικά.

Η αγάπη όμως προϋποθέτει θυσία του εαυτού μας. Ο Χριστός ζητά από μας να πάψουμε να προτάσσουμε το υλικό συμφέρον, το χρήμα, τον καταναλωτισμό, την ατομικότητα και καλοπέραση και να δώσουμε την καρδιά μας, με ό,τι αυτό συνεπάγεται. Ο Ιεροεξεταστής λέει στο Χριστό ότι αν παραδινόταν στο πνεύμα του κόσμου τούτου και στη νοοτροπία αυτής της ζωής, κανείς δεν θα ενοχλούνταν απ αὐτὸ και ακόμα περισσότεροι θα ακολουθούσαν, έστω και τυπικά τα βήματά Του, γιατί θα βολεύονταν στην πίστη που Αυτός δίδαξε.
Αυτές τις μέρες κυριαρχεί ένα ρεύμα θρησκευτικότητας στην μισή ζωή μας. Στην υπόλοιπη συνεχίζουμε αμέριμνα να τραγουδούμε το σκοπό του Μεγάλου Ιεροεξεταστή. «Προσμένουμε να γίνει κάποιο θαύμα», όπως λέει ο ποιητής, χωρίς να θέλουμε τελικά να ζήσουμε με την ελευθερία της ευθύνης, τη γνησιότητα της αγάπης και τη θυσία της πίστης. Στην άλλη πλευρά, εξακολουθεί να μας περιμένει ο νεκρωμένος για τις αμαρτίες μας Χριστός. Θα τολμήσουμε το μεγάλο βήμα η θα παραμείνει και η φετινή Ανάσταση μία ακόμη χαμένη ευκαιρία; Καιρός του σπείρειν, καιρός του θερίζειν.
Πάσχα: Αναζητώντας το χαμένο νόημα
Έφτασε ξανά το Πάσχα, εορτών εορτή και πανήγυρις πανηγύρεων, όπως μας λέει ένα από τα τροπάρια της εορτής. Μέσα στον κατακλυσμό όμως μηνυμάτων, διαφημίσεων, προτιμήσεων, καταναλωτικών ειδών, προκύπτει το πρόβλημα του πραγματικού νοήματος των ημερών. Χάνουμε τις περισσότερες φορές το αληθινό νόημα της εορτής, το αντικαθιστούμε με υποκατάστατα, που είναι όλος αυτός ο καταναλωτικός θρίαμβος, συνειδητά η ασυνείδητα προσπερνούμε την ουσία και μένουμε στο κέλυφος.
Τι δεν είναι Πάσχα; Πάσχα δεν είναι το αρνί, δεν είναι το κόκκινο αυγό, δεν είναι το τσουρέκι, δεν είναι η λαμπάδα, δεν είναι τα καινούργια ρούχα, δεν είναι η παρουσία μας στην Εκκλησία δέκα λεπτά πριν το «Χριστός Ανέστη» και ένα λεπτό μετά. Πάσχα δεν είναι η λατρεία του φαγητού, το πανηγύρι, ο χορός και το ποτό. Πάσχα δεν είναι οι σούβλες στο δρόμο, δεν είναι η ανταλλαγή ευχών, δεν είναι η επιστροφή στο χωριό. Η, τουλάχιστον, δεν είναι μόνο αυτά.
Πάσχα είναι πάνω απ ὅλα η γεύση της Βασιλείας του Θεού, η φωνή του Ουρανού που έρχεται μέσα μας, όταν μεταλαμβάνουμε στην Θεία Λειτουργία. Τότε η ψυχή μας, έστω και για λίγο, μεταμορφώνεται, ηρεμεί, νιώθει κάτι από την συγγνώμη και την αγάπη που ανατέλλει μέσα από τον Τάφο. Τότε, νιώθουμε πως μ ὅλο τον κόσμο είμαστε αδέλφια, γιατί μετέχουμε του κοινού ποτηρίου της Ζωής.

Πάσχα είναι η αλλαγή της ζωής μας, η ανάστασή μας από τα πάθη και τις κακίες που μας δέρνουν. Δεν αξίζει να λέμε ότι ήρθε το Πάσχα κι εμείς δεν είμαστε συμφιλιωμένοι με το Θεό, το συνάνθρωπο, το γείτονα, τον εαυτό μας, ότι δεν νιώθουμε πιο ελεύθεροι από τα δεσμά της κακίας και του θανάτου. Πάσχα άλλωστε είναι η συντριβή του έσχατου εχθρού της ανθρώπινης φύσης, που είναι ο θάνατος: Θανάτω θάνατον πατήσας…
Πάσχα είναι η αφορμή για ενότητα, ενότητα μεταξύ των λαών και των κοινωνιών. Δεν γίνεται να λέμε ότι γιορτάζουμε την Ανάσταση και ο πόλεμος και η διχόνοια κυριαρχεί στις ψυχές μας. Δεν γίνεται να λέμε ότι πιστεύουμε στα μηνύματα του Χριστού και να επικαλούμαστε αυτή την ιδιότητά μας και να συντρίβουμε λαούς, υπολήψεις, συνειδήσεις, συνανθρώπους, πλησίον, αδελφούς μας. Δεν γίνεται να κάνουμε Πάσχα με κακία για τους άλλους, όποιοι κι αν είναι αυτοί, ο,τι κι αν μας έχουν κάνει!
Πάσχα δεν μπορεί όμως να νοηθεί και μακριά από την Εκκλησία. Όλα όσα περιλαμβάνει το φολκλορικό και παραδοσιακό μέρος της εορτής, αποκρυσταλλώνονται με τη βίωση της Πασχαλινής χαράς μέσα στην Εκκλησία. Αν δεν ακουστούν οι καμπάνες τ Οὐρανοῦ μέσα στις ψυχές μας, αν δεν νιώσουμε ότι ο Θεός είναι παντού, αλλά κυρίως στο χώρο του Ναού, μικρού η μεγάλου δεν έχει σημασία, τότε είναι σα να γιορτάζουμε όπως οι Ιουδαίοι, που σταύρωναν έναν Αθώο και δεν έμπαιναν μέσα στην αυλή του Πιλάτου για να μη μολυνθούν!
Την ώρα του Πάσχα η φύση βάζει την πιο καλή και πιο γλυκιά της ώρα. Η Ανάσταση αποτελεί την κορυφαία γιορτή του πολιτισμού μας γιατί αποτυπώνει το θρίαμβο της αγάπης και της ζωής: ο Χριστός αγαπά τον καθέναν από μας και ζει αναστημένος για τον καθέναν από μας. Μας καλεί να ξαναβρούμε το αληθινό νόημα του Πάσχα, το οποίο φωλιάζει στη Λαμπριάτικη ατμόσφαιρα, όχι μόνο εξωτερικά, αλλά κυρίως εσωτερικά. Γιατί εκεί βρίσκεται το μόνο και αληθινό νόημα, στην μεταμόρφωση της καρδιάς μας, με τη χάρη του Θεού. Έστω και για μία ημέρα, Χριστός Ανέστη!
*ΠΗΓΗ: Κάποια από τα παραπάνω ελήφθησαν εκ του Διαδικτυακού τόπου της Ιεράς Μητροπόλεως Δημητριάδος.
