Στα σχολεία της δεκαετίας του ’60 και του ’70, οι γυναίκες συγγράφισσες ήταν σχεδόν σκιές μέσα στην ύλη. Παρούσες, αλλά περιορισμένες σε λίγα, «ασφαλή» ονόματα όπως η Πηνελόπη Δέλτα για την πατρίδα, η Μυρτιώτισσα για τη λυρική ευαισθησία, η Πολυδούρη για έναν έρωτα που διαβαζόταν περισσότερο ως βιογραφία παρά ως φωνή, η Διδώ Σωτηρίου για τη Μικρασιατική Καταστροφή. Ακόμη και η Σαπφώ διδασκόταν απογυμνωμένη από το σώμα και την επιθυμία της. Οι περισσότερες γυναικείες φωνές, πολιτικές, ανήσυχες, ανυπότακτες, έμεναν έξω από την τάξη. Δεν έλειπαν οι γυναίκες αλλά η επιλογή να συμπεριληφθούν μέσα . Η απουσία τόσων γυναικών από τη σχολική Ιστορία και λογοτεχνία οφειλόταν σε μια ολόκληρη παράδοση που διαμόρφωσε έναν ανδροκεντρικό κανόνα. Για χρόνια, η γνώση καταγραφόταν και αξιολογούνταν κυρίως από άνδρες, οι οποίοι —συνειδητά ή ασυνείδητα— αναγνώριζαν ως σημαντικό ό,τι ταίριαζε στο δικό τους βλέμμα. Στα κατοπινά χρόνια συμπεριλήφθηκαν και άλλες συγγράφισσες αλλά και πάλι ήταν πολύ λιγότερες από τους άντρες ομότεχνους. Εκεί, στη σιωπή, περίμεναν τη στιγμή που θα διαβαστούν αλλιώς.
Και ήρθε η μέρα που ακούστηκε αυτή η φωνή. “Η Βίβλος της Ιώβ» της Ελένης Πριοβόλου από τις εκδόσεις Καστανιώτη μας συστήνει την Αλεξάνδρα Παπαδοπούλου, άγνωστη σε εμάς. Όσες και όσοι παρακολουθούμε τη λογοτεχνική της πορεία, έχουμε διαπιστώσει πως συχνά επιστρέφει σε χαρακτήρες που βρίσκονται στο περιθώριο, σε σύγκρουση με την εξουσία, σε διαρκή διαπραγμάτευση με τη σιωπή. (Μην ξεχνούμε το προηγούμενο λογοτεχνικό της έργο “Βαθύ το σκοτάδι πριν την αυγή” με τον Χριστόδουλο Παμπλέκη που οι περισσότεροι δεν γνώριζαν την ύπαρξη και το έργο του). Η Πριοβόλου δεν αφηγείται μοναχά τη ζωή της αλλά την καλεί πίσω, σαν να μην άντεξε η λήθη να τη κρατήσει άλλο. Τη ζωντανεύει, βγάζοντάς τη από το χρονοντούλαπο της Ιστορίας, και της δίνει σάρκα και οστά, εκεί όπου για χρόνια είχε περιοριστεί σε μια σκιά, σε μια υποσημείωση, σε μια απουσία επιμελώς κατασκευασμένη. Μέσα σε αυτή τη σιωπή, η φωνή της Παπαδοπούλου επιστρέφει όχι ως ανάμνηση, αλλά ως διεκδίκηση.
Κόρη μιας ανήσυχης και μεταβατικής εποχής στη σκιά του 19ου αιώνα, αναπνέει, δημιουργεί και αγωνίζεται από τη Βλάγκα της Κωνσταντινούπολης έως τη Σηλυβρία, από το Βουκουρέστι, τη Θεσσαλονίκη, την Αθήνα μέχρι το Μελένικο της Καστοριάς.
Ο τίτλος αντικατοπτρίζει τέλεια τον χαρακτήρα της γιατί λειτουργεί ως μια γυναικεία εκδοχή του Ιώβ. Δοκιμάζεται από θεσμούς, κοινωνία, ασθένεια, δεν ανταμείβεται με λύτρωση, αλλά επιμένει να υπάρχει μέσα από τη δοκιμασία. Αυτό επιτρέπει στην Πριοβόλου να μετατοπίσει το βιβλικό σχήμα από τη θεολογική υπομονή στη γυναικεία επιμονή ως πράξη αντίστασης. Δεν είναι ηρωίδα της νίκης αλλά της αντοχής. Ανήκει σε εκείνες τις μορφές που υπήρξαν πρωτοπόρες, αλλά δεν ενσωματώθηκαν ποτέ πλήρως στο λογοτεχνικό κανόνα. Μια γυναίκα που αποκλείεται από την εκπαίδευση, που πολεμιέται για τη γλώσσα που επιλέγει, που δεν «χωρά» στο πλαίσιο της εποχής της. Ήταν μια γυναίκα που διεκδίκησε το δικαίωμα να σκέφτεται, να αρθρώνει λόγο και να πληρώνει το τίμημα αυτής της διεκδίκησης. Η γραφή για εκείνη δεν ήταν μοναχά τέχνη αλλά τρόπος επιβίωσης, πράξη ελευθερίας, ο μόνος τρόπος να υπάρξει. «Πρόγονος» της σύγχρονης γυναίκας συγγράφισσας, η προσωπική της ιστορία γίνεται συλλογική μνήμη. Υψώνει φωνή και δεν χαμηλώνει το βλέμμα. Η σύγκρουση της με το γλωσσικό ζήτημα (δημοτική vs καθαρεύουσα) προσφέρει στην Πριοβόλου ένα ιδανικό πεδίο όπου η γλώσσα δεν είναι εργαλείο αλλά εξουσία, η επιλογή της γίνεται πράξη πολιτική, η γραφή μετατρέπεται σε ρήξη. Εκεί που η Ιστορία δεν είναι φόντο αλλά πεδίο δοκιμασίας. Και η γλώσσα δεν είναι εργαλείο αλλά το ίδιο το διακύβευμα.
Ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα είναι η νοερή της συνομιλία με τη Γεωργία Σάνδη, επιστολές που δεν στάλθηκαν ποτέ, κι όμως φέρουν όλο το βάρος μιας ανάγκης για ανταπόκριση. Εκεί, στον ενδιάμεσο χώρο του ανείπωτου, η Αλεξάνδρα αρθρώνει τη σκέψη της, επεξεργάζεται τον φόβο και τη μοναξιά της, συγκροτεί τον εαυτό της ως λόγο. Η Σάνδη, αν και απούσα, γίνεται μια σιωπηλή παρουσία: ένας καθρέφτης, μια άλλη γυναίκα που «ακούει», ακόμη κι αν δεν απαντά. Η Αλεξάνδρα πονά μέσα από την αρρώστια, τον αποκλεισμό και ταυτόχρονα υπερβαίνει τον εαυτό της. Δεν υπήρξε απλώς από τις πρώτες Ελληνίδες πεζογράφους· υπήρξε μια μορφή διανοητικής ανυπακοής σε μια εποχή που δεν επέτρεπε στις γυναίκες να έχουν φωνή. Αναδύεται ως σύμβολο έμφυλης αντίστασης, ως μορφή διανοητικής ανυπακοής, ως ενσάρκωση της ανάγκης για λόγο. Ακόμη, σύμβολο της γυναικείας σκέψης που καταπιέζεται, χωρίς ποτέ να παύει να είναι σώμα μέσα στην Ιστορία. Η μορφή της διασχίζει το έργο ως πεδίο σύγκρουσης ανάμεσα στην παράδοση και την ανατροπή. Γύρω της συγκροτείται ένα πυκνό πλέγμα μορφών από τον χώρο του Λόγου, της Τέχνης, της πολιτικής, της Εκκλησίας και της εκπαίδευσης. Πρόσωπα άλλοτε συνοδοιπόροι και άλλοτε αντίπαλοι, που δεν αντιδρούν τόσο σε όσα λέγονται, όσο στο γεγονός ότι λέγονται από μια γυναίκα. Η σύγκρουσή της με τη συντηρητική παιδαγωγική, την εκκλησιαστική εξουσία, δεν παρουσιάζεται ως μεμονωμένο επεισόδιο, αλλά ως συνεχής φθορά, μια μορφή «δοκιμασίας» που δικαιολογεί και τον βιβλικό απόηχο του τίτλου. Την ίδια στιγμή, η κοινότητα των Ρωμιών της Κωνσταντινούπολης αποκτά σχεδόν τη λειτουργία χορού αρχαίας τραγωδίας. Μια συλλογική παρουσία με έντονη, συχνά ασφυκτική φωνή. Οι Φαναριώτες και η Εκκλησία συγκροτούν το θεσμικό πλαίσιο που ορίζει τα όρια του αποδεκτού, επιβάλλοντας γλωσσική και κοινωνική «ορθότητα» και αποκλείοντας κάθε απόκλιση. Οι δάσκαλοι έπαιξαν σημαντικό ρόλο στον αγώνα αναλαμβάνοντας τη μόρφωση των σκλαβωμένων Ελλήνων. Χαρακτηριστική είναι η μορφή της δασκάλας Αντιγόνης Πασσαλίδου, μια φιγούρα που συμπυκνώνει τη βία της Ιστορίας και την ιδεολογική φόρτιση της εποχής. Που δεν αναπτύσσεται ως πλήρες πρόσωπο, αλλά λειτουργεί ενδεικτικά, ως σύμβολο μιας πραγματικότητας όπου η παιδεία, η πίστη και η εθνική ταυτότητα διασταυρώνονται δραματικά.
Η Ελένη Πριοβόλου είναι μια συγγράφισσα που επιστρέφει εκεί όπου η Ιστορία σώπασε, για να δώσει φωνή σε ό,τι έμεινε στη σκιά και να μετατρέψει τη λήθη σε ζωντανή μνήμη. Τη χτίζει μέσα από ρωγμές. Την ορφάνια, την απόρριψη, την εξορία από τους θεσμούς της παιδείας, την επίμονη σύγκρουση με τη γλώσσα της εξουσίας. Η γραφή είναι λιτή, σχεδόν ασκητική, και όμως διαποτισμένη από ένταση. Αποφεύγει τον μελοδραματισμό, αποφεύγει την υπερβολή, αφήνει το συναίσθημα να αναδυθεί από την ανάγνωση του. Η δυσκολία σε τέτοιου είδους έργα είναι γνωστή. Είτε εγκλωβίζεσαι στη βιογραφία είτε διαλύεσαι στον συμβολισμό. Η Πριοβόλου, όμως, κατορθώνει μια σπάνια ισορροπία. Ίσως το πιο βαθύ της κίνητρο είναι να αναζητά μια αλυσίδα γυναικών που σκέφτονται, γράφουν, αντιστέκονται.
Με την πένα της ως όπλο καταφέρνει να αγγίξει κάτι βαθύτερο. Πως η εξουσία δεν επιβάλλεται μόνο απ’ έξω, αλλά κατοικεί και μέσα στις ίδιες τις συνειδήσεις. Οι γυναίκες δεν αποκλείονται μόνο αλλά μαθαίνουν να αυτοπεριορίζονται, να αναπαράγουν τους όρους της υποταγής τους. Οι «γράφουσες» όπως χαρακτηριστικά προσφωνούσαν τις γυναίκες που έσπαζαν τη σιωπή τους με τον γραπτό λόγο, ήταν ένας τρόπος υποτίμησης που περνούσε μέσα από τη γλώσσα, μεταμορφώνοντας την ταυτότητα σε κάτι λιγότερο από αυτό που είναι. Έτσι, κάθε μικρή γλωσσική μετατόπιση, ένα θηλυκό άρθρο, μια λέξη που αλλάζει θέση, γινόταν πράξη αντίστασης. Μια ρωγμή μέσα σε έναν κόσμο που παρουσιάζεται ως δεδομένος. Στα γραπτά της, η μνήμη δεν είναι σκιά· είναι σώμα ζωντανό, ακριβές, και επίμονα παρόν.
Η Πριοβόλου αναδεικνύει μέσα στις 345 σελίδες του βιβλίου κάτι βαθύτερο: την εσωτερίκευση της ανδροκρατίας, όχι μόνο από τους άντρες αλλά και από τις ίδιες τις γυναίκες. Το «αντρικό καθεστώς» δεν είναι απλά ένας εξωτερικός καταναγκασμός αλλά ένα σύστημα αξιών που διαπερνά συνειδήσεις, καθορίζει ιεραρχίες και επιβάλλει όρια στο ποιος δικαιούται να ονομάζεται δημιουργός.
.
Η Ελένη Πριοβόλου, μέσα σε αυτό το πεδίο αντιφάσεων, επιμένει. Με λόγο τεκμηριωμένο, βαθιά ριζωμένο σε μια εκτενή και απαιτητική βιβλιογραφία, όχι ως επίδειξη γνώσης, αλλά ως πράξη ευθύνης. Γιατί όσες και όσοι την παρακολουθούμε χρόνια γνωρίζουμε πως δεν επιτρέπει στον χρόνο να παραμορφώσει την αλήθεια, ούτε στην Ιστορία να ειπωθεί πρόχειρα. Στα γραπτά της, η μνήμη δεν είναι σκιά αλλά σώμα ζωντανό, ακριβές και επίμονα παρόν.
Το εξώφυλλο που επέλεξαν οι εκδόσεις Καστανιώτη συνομιλεί πολύ ουσιαστικά με το περιεχόμενο του βιβλίου, είναι ήδη μια πρώτη ανάγνωση. Η εικόνα της γυναίκας καθισμένης, στραμμένης προς το έργο της, εγκλωβισμένης σχεδόν σε έναν εσωτερικό χώρο σιωπής, λειτουργεί ως εικαστική μεταφορά της ίδιας της γυναικείας δημιουργίας. Μια πράξη βαθιά προσωπική, σχεδόν αθέατη, που συντελείται μακριά από το βλέμμα της δημόσιας αναγνώρισης.
Η Πριοβόλου, στις 345 σελίδες του βιβλίου, αναδεικνύει κάτι βαθύτερο και πιο ανησυχητικό. Την εσωτερίκευση της ανδροκρατίας, όχι μόνο από τους άντρες, αλλά και από τις ίδιες τις γυναίκες, που δεν λειτουργεί απλά ως εξωτερικός καταναγκασμός αλλά ως ένα σύστημα αξιών που διαπερνά συνειδήσεις, οργανώνει ιεραρχίες και οριοθετεί ποιος δικαιούται να αναγνωριστεί ως δημιουργός. Έτσι, η γυναικεία γραφή δεν απορρίπτεται ευθέως αλλά υπονομεύεται. Υποβαθμίζεται μέσα από μια λεπτή, ειρωνική απόσταση. Η μετάβαση από τη «συγγραφέα» στη «γράφουσα» δεν είναι μια αθώα γλωσσική μετατόπιση αλλά πράξη εξουσίας. Μια πράξη που καθορίζει την αξία, τη θέση και, τελικά, τη νομιμοποίηση της γυναικείας φωνής μέσα στο λογοτεχνικό πεδίο.
Η Πριοβόλου αναδικνύει μια βαθιά ριζωμένη γλωσσική και κοινωνική προκατάληψη. Η λέξη «άνθρωπος», που υποτίθεται ότι εμπεριέχει το καθολικό, αποδεικνύεται ιστορικά φορτισμένη με το αρσενικό ως αυτονόητο μέτρο. Η εισαγωγή του θηλυκού άρθρου δεν είναι ένα γλωσσικό παιχνίδι αλλά πράξη αποκατάστασης, σχεδόν μικρή εξέγερση. Μια ρωγμή μέσα στη γλώσσα που ξεσκεπάζει την ευκολία με την οποία το «ουδέτερο» ταυτίστηκε με το ανδρικό. Ίσως τελικά η γλώσσα δεν αλλάζει, γιατί δεν τολμάμε να τη διαταράξουμε .
Διαβάζουμε στη σελίδα 337 αυτό που πίστευε και φώναζε η Αλεξάνδρα Παπαδοπούλου μέσα από τα γραπτά της. “Αν μορφώσεις έναν άντρα, μορφώνεις έναν άντρα. Αν μορφώσεις μια γυναίκα, μορφώνεις μια ολόκληρη γενιά”. Κι όμως, αυτό ακριβώς φοβούνται. Γιατί ο κόσμος δεν αλλάζει από τους ηγέτες αλλά από ανθρώπους που σκέφτονται. Από συνειδήσεις που δεν υπακούν. Από νου που καλλιεργείται και δεν χειραγωγείται. Εκείνους που μαθαίνουν να κρίνουν, να αμφισβητούν, να αρνούνται. Είναι απειλή μια μορφωμένη γυναίκα γιατί δεν αναπαράγει απλά τον κόσμο αλλά τον διαρρηγνύει. Η παιδεία δεν είναι μόνο δικαίωμα. Είναι πράξη πολιτική, πράξη αντίστασης. Μια επανάσταση σιωπηλή και αμείλικτη. Δεν φαίνεται πάντα, δεν διακηρύσσεται, όμως υπονομεύει τις βεβαιότητες και, αργά ή γρήγορα, αλλάζει τα πάντα. Η Αλεξάνδρα Παπαδοπούλου δεν ζητά να τη θυμηθούμε. Επιμένει να συνυπάρξει μαζί μας. Στις λέξεις που ακόμα δυσκολευόμαστε να πούμε, στις σιωπές που βαραίνουν περισσότερο από τις φωνές, σε κάθε μικρή ή μεγάλη άρνηση να αποδεχτούμε τον ρόλο που μας δόθηκε. Η Πριοβόλου δεν κλείνει έναν κύκλο αλλά ανοίγει έναν διάλογο. Έναν διάλογο ανάμεσα σε γυναίκες που έγραψαν και σε εκείνες που συνεχίζουν να γράφουν. Ανάμεσα στη λήθη και τη μνήμη. Ανάμεσα στη σιωπή και τον λόγο. Καλοτάξιδο να είναι!
Σελίδα 27: “Εμείς οι γυναίκες της λογοτεχνίας δεν ήμασταν για το αντρικό καθεστώς -που δυστυχώς επηρέαζε και τις ίδιες τις γυναίκες- συγγράφισσες. Ήμασταν απλώς οι “γράφουσες”. Κακή λέξη δεν είναι από μόνη της. Μα σαν τη προφέρεις με ειρωνεία, τότε αλλάζει το νόημα της και υποτάσσεται στους κανόνες της ανδροκρατίας”
σελίδα 33: “Η μητέρα μου, θεός να αναπαύσει τη ψυχή της, είχε άλλη αντίληψη για τη θέση της γυναίκας. …..Ήθελε τη γυναίκα υπάκουη και υποτακτική στη “δύναμη” του ανδρός της. Διότι αν οι γυναίκες σήκωναν το μπαιράκι της επανάστασης, το σπίτι διαλύεται και η κοινωνία διαμελίζεται εις τα εξ ων συνετέθη”.
Σελίδα 149:“Έβαλα θηλυκό άρθρο στη λέξη άνθρωπος. Όμορφη εφεύρεση. Τι στο καλό . Μόνο ο άνδρας είναι άνθρωπος; Σκέφτηκες να παίξεις με τα άρθρα χρησιμοποιώντας θηλυκά αντί ανδρικά που μας εδίδαξαν;”
σελίδα 160: “ Εγώ τελικά τι υπήρξα; Η ανέμελη Σατανίσκη της γραφής, η επαναστάτρια που ήθελε να ανατρέψει τα διατεταγμένα ή γυναίκα με το πλήθος των εσωτερικευμένων αθεράπευτων πληγών; “
