Συνήθως τα αστυνομικά μυθιστορήματα παρακολουθούν τον ντετέκτιβ που έχει αναλάβει την υπόθεση ή, πιο σπάνια, τον ίδιο τον δολοφόνο. Ο Ευάγγελος Φιλόπουλος όμως, στο πρώτο του αστυνομικό μυθιστόρημα Αυτόπτες μάρτυρες, που κυκλοφορεί από την Ελληνοεκδοτική, επιλέγει μια διαφορετική αφηγηματική οπτική. Αγνοεί τον ντετέκτιβ, αφήνει στο παρασκήνιο τον δολοφόνο και το θύμα, και στρέφει το ενδιαφέρον του στους αυτόπτες μάρτυρες του εγκλήματος. Πόσο μπορεί να επηρεάσει τη ζωή δύο συνηθισμένων ανθρώπων η τυχαία παρουσία τους μπροστά σε μια σκηνή δολοφονίας; Και τι συμβαίνει όταν αυτοί οι άνθρωποι έχουν δικά τους μυστικά που δεν θα ήθελαν να αποκαλυφθούν;
Η αφήγηση ξεκινά με ένα παράνομο ζευγάρι που βρίσκεται στο 35ο χιλιόμετρο της Λεωφόρου Σουνίου και γίνεται μάρτυρας μιας δολοφονίας. Ένα πολυτελές αυτοκίνητο σταματά. Μια γυναίκα βγαίνει, ακολουθούμενη από έναν άνδρα. Ένας πυροβολισμός ακούγεται και η γυναίκα πέφτει νεκρή. «Δεν μπορούσα να δω τα χαρακτηριστικά του προσώπου της στην αστραπιαία λάμψη του πυροβολισμού, ήταν και η απόσταση αρκετή και το μέρος σκοτεινό, ενώ η πλάτη του ψηλού και γεροδεμένου άντρα έκρυβε μέρος της σιλουέτας της. Η γυναίκα έπεσε κάτω, όπως περιγράφουν τα βιβλία: “σαν σακί”».
Το ζευγάρι βρίσκεται ξαφνικά μπλεγμένο σε μια επικίνδυνη ιστορία, όπου η αλήθεια και το ψέμα συγχέονται και η ίδια τους η ασφάλεια τίθεται υπό αμφισβήτηση. Η γυναικοκτονία λειτουργεί όχι μόνο ως κεντρικό γεγονός της πλοκής αλλά και ως αφετηρία για έναν βαθύτερο στοχασμό πάνω στην ηθική ευθύνη, τη σιωπή και τις επιλογές που καθορίζουν την ανθρώπινη ζωή. Το έγκλημα διαπράττεται σχεδόν μπροστά στα μάτια του Μάκη, ενώ βρίσκεται σε ερωτικές περιπτύξεις με την Ξανθή, μια παντρεμένη γυναίκα που αναζητά ένταση έξω από έναν γάμο βολέματος. Η Ξανθή δεν είδε τι ακριβώς συνέβη, άκουσε όμως τις φωνές του καβγά και τον πυροβολισμό. Μαζί με τον Μάκη βιώνει τον τρόμο της στιγμής καθώς το αυτοκίνητο του δράστη απομακρύνεται, ρίχνοντας για μια στιγμή τα φώτα του πάνω στο δικό τους.
Ο Φιλόπουλος σκιαγραφεί με προσοχή τους χαρακτήρες του, γιατί ο τρόπος που αντιμετωπίζουν τη ζωή καθορίζει και την αντίδρασή τους μπροστά σε αυτό το γεγονός. Ο Μάκης, άνθρωπος εσωστρεφής, κουβαλά παιδικά τραύματα και μια αίσθηση μειονεξίας που τον συνοδεύει από τα σχολικά χρόνια. Η Ξανθή, εγκλωβισμένη σ’ έναν συμβατικό γάμο, αναζητά διεξόδους που της επιτρέπουν να νιώθει ζωντανή, ενώ ταυτόχρονα βασανίζεται από ηθικά διλήμματα. Στην ιστορία εμφανίζεται και ο Κώστας Μαυρολής, μεγαλοεπιχειρηματίας και ισχυρός παράγοντας στα πολιτικά και ποδοσφαιρικά δρώμενα, ένας άνθρωπος που τα μέσα ενημέρωσης προβάλλουν με ιδιαίτερη συμπάθεια. Το άφθονο χρήμα και η επιρροή του όμως φαίνεται να του επιτρέπουν να εξαγοράζει συνειδήσεις και να διαμορφώνει τις δικές του αλήθειες.
Η πλοκή εξελίσσεται με ένταση και συνεχείς ανατροπές, κρατώντας τον αναγνώστη σε διαρκή αγωνία. Οι χαρακτήρες είναι πειστικοί και πολυδιάστατοι ενώ το ατμοσφαιρικό σκηνικό της λεωφόρου Σουνίου συμβάλλει στη δημιουργία μιας έντονης, σχεδόν κινηματογραφικής εικόνας.
Βαθύς γνώστης της ανθρώπινης ψυχής, ίσως και λόγω της επαγγελματικής του ιδιότητας ως γιατρός- καθώς συναντά συχνά τον άνθρωπο σε στιγμές ευαλωτότητας- ο συγγραφέας αναδεικνύει με μαεστρία τον ψυχισμό των ηρώων του: τη δειλία, την πλεονεξία, την αλαζονεία και τον ναρκισσισμό που συχνά κρύβονται κάτω από την επιφάνεια.
Η γλώσσα του είναι λιτή, καθαρή και ακριβής. Αποφεύγει τον συναισθηματικό εντυπωσιασμό και εστιάζει στη βιωματική εμπειρία των ηρώων. Η εναλλαγή πρωτοπρόσωπης και τριτοπρόσωπης αφήγησης ενισχύει την αίσθηση συμμετοχής του αναγνώστη στα γεγονότα, ενώ σκίτσα που συνοδεύουν τα κεφάλαια –σχέδια που θυμίζουν εξισώσεις, σημειώσεις και πρόχειρες σκέψεις– λειτουργούν σαν ίχνη της ψυχικής κατάστασης του βασικού ήρωα. Όσο προχωρά η αφήγηση, τα σχέδια πληθαίνουν, όπως ακριβώς και η αγωνία και ο φόβος του, συνάμα με την ψυχαναγκαστική συμπεριφορά του.
Το χιούμορ, υποβόσκον και διακριτικό, λειτουργεί συχνά ως ειρωνικό σχόλιο για την πολιτική, τη δικαιοσύνη και τα μέσα ενημέρωσης. Το μυθιστόρημα δεν περιορίζεται σε έναν αστυνομικό γρίφο. Αποτελεί ταυτόχρονα μια κοινωνική και ανθρωπολογική μελέτη πάνω στη σιωπή, στον φόβο και στη συλλογική ευθύνη. Η σιωπή των αυτοπτών μαρτύρων, το βασικό ηθικό ζήτημα του έργου, δεν παρουσιάζεται ως συνειδητή συνενοχή αλλά ως ανθρώπινη αδυναμία.
Η αφήγηση εστιάζει στη δυσλειτουργία των θεσμών. Δικαιοσύνη δεν αποδίδεται στο φινάλε της ιστορίας και πώς θα μπορούσε να συμβεί αλλιώς, όταν μικροσυμφέροντα και μεγαλοσυμφέροντα αφήνουν βαριά τη σκιά τους πάνω στο έργο της δικαιοσύνης και τείνουν να καταστήσουν την κάθαρση κενό γράμμα. Η αστυνομία, η δικαιοσύνη και οι μηχανισμοί προστασίας της κοινωνίας εμφανίζονται στο μυθιστόρημα ανεπαρκείς, απρόθυμοι ή αδύναμοι να παρέμβουν αποτελεσματικά. Την ίδια στιγμή, οι αγαστές σχέσεις του σκοτεινού επιχειρηματία και ανθρώπου του υποκόσμου Μαυρουλή με υπουργούς και πρόσωπα της εξουσίας —οι συναντήσεις στο γιοτ του, οι στενές επαφές με την Εκκλησία και η οικονομική ενίσχυση του κυβερνώντος κόμματος—αναδεικνύουν το κενό ασφαλείας που βιώνουν οι πολίτες. Το κλίμα αυτό εντείνει τον φόβο των ηρώων και εξηγεί, έστω εν μέρει, τη σιωπή τους. Ο Φιλόπουλος φέρνει τον αναγνώστη αντιμέτωπο με την άβολη αλήθεια ότι η δειλία μπορεί να είναι συλλογική και ότι η κοινωνία συχνά κατανοεί ή δικαιολογεί την αδράνεια μπροστά στη βία.
Το βιβλίο θέτει τελικά ένα ουσιαστικό ερώτημα προς τον αναγνώστη: τι θα έκανε ο ίδιος αν βρισκόταν αυτόπτης μάρτυρας σε ένα έγκλημα; Στην αρχή μπορεί εύκολα κανείς να καταδικάσει την αντίδραση των ηρώων. Όσο όμως η ιστορία προχωρά, γίνεται σαφές ότι το σωστό και το λάθος δεν είναι πάντα τόσο ξεκάθαρα και ότι οι συνέπειες των επιλογών δεν είναι ποτέ απολύτως προβλέψιμες.
Δύο ερωτήματα μένουν να αντηχούν στον αναγνώστη:
Όταν η σιωπή γίνεται καταφύγιο και ο φόβος βαραίνει τα χέρια μας, υπάρχει ακόμη χώρος για το «σωστό»; Και αν οι θεσμοί κλείνουν τα μάτια τους, πόσο μας ανήκει η ευθύνη για τον αδύναμο που μένει απροστάτευτος;
Καλοτάξιδο να είναι.
