You are currently viewing Μάγδα Παπαδημητρίου-Σαμοθράκη: μια συνομιλία με τον Κωνσταντίνο Λίχνο για το νέο του βιβλίο «Οι Αχθοφόροι»

Μάγδα Παπαδημητρίου-Σαμοθράκη: μια συνομιλία με τον Κωνσταντίνο Λίχνο για το νέο του βιβλίο «Οι Αχθοφόροι»

Με το νέο του βιβλίο «Οι αχθοφόροι» (εκδόσεις Υψικάμινος, 2025), ο Κώστας Λίχνος μας παραδίδει δεκατέσσερα διηγήματα γραμμένα με τη σαφήνεια και την αφηγηματική ένταση του κοινωνικού ρεαλισμού. Η γραφή του Λίχνου είναι ρέουσα, βιωματική, με έντονο κοινωνικό και ταξικό πρόσημο, ενώ η γλώσσα του υπηρετεί απόλυτα την εποχή και τον ψυχισμό των ηρώων του. Η Ιστορία δεν λειτουργεί ως απλό φόντο. Δεν στέκει πίσω από τους ήρωες σαν σκηνικό αλλά εισχωρεί στις ζωές τους, καθορίζει τις εμπειρίες τους, χωρίς ποτέ να υπερβαίνει την προσωπική τους οπτική. Οι χαρακτήρες δεν παρατηρούν παθητικά τα γεγονότα αλλά τα βιώνουν, τα εσωτερικεύουν και, μέσα από τις επιλογές τους, αποκαλύπτουν τις πολλαπλές όψεις της πραγματικότητας. Έτσι, η Ιστορία μετατρέπεται σε εμπειρία και μετασχηματίζεται σε προσωπική και συλλογική μνήμη. Δεν υπηρετεί απλώς την αναπαράσταση, αλλά τη μετουσίωσή της σε νόημα.

Όπως σημειώνει στον πρόλογο του βιβλίου η φιλόλογος, ποιήτρια και δοκιμιογράφος Ευσταθία Δήμου, «οι ιστορίες του Κωνσταντίνου Λίχνου εκτείνονται σε κομβικές στιγμές της ελληνικής ιστορίας, από το 1924 έως το 2021, διατηρώντας έντονους δεσμούς με την κοινωνικοπολιτική συνθήκη κάθε εποχής. Η πραγματικότητα μοιάζει να ανασυστήνεται με όρους σχεδόν κινηματογραφικούς ή θεατρικούς, μέσα από μια αφήγηση αυστηρά ρεαλιστική. Είναι εμφανής η μέριμνα του συγγραφέα για μια κατά το δυνατόν «φωτογραφική» αποτύπωση των στιγμών, για τη δημιουργία ενός καθαρού αφηγηματικού τόπου, απαλλαγμένου από τις αλλοιώσεις που συχνά επιβάλλει η χρονική απόσταση ή η μεταβολή των ιστορικών συνθηκών». Σε καιρούς κρίσης, αβεβαιότητας και έντονων κοινωνικών μεταβολών, τέτοια έργα λειτουργούν ως μαρτυρίες του παρόντος: ως καταγραφές μιας εποχής μέσα από τη σκοπιά των απλών ανθρώπων. Η γραφή του Λίχνου συνδυάζει την ιστορική ακρίβεια με τη λογοτεχνική ευαισθησία, δημιουργώντας μια εμπειρία ανάγνωσης στοχαστική, συγκινητική και αληθοφανή.

Οι ήρωες των διηγημάτων είναι καθημερινοί άνθρωποι, μεροκαματιάρηδες, αγρότες, αγωνιστές της ζωής και του πολιτικού βίου, που κινούνται ανάμεσα στην Αττική και τα χωριά του Ξηρομέρου Αιτωλοακαρνανίας, τόπο καταγωγής του συγγραφέα. Μέσα από τις προσωπικές τους προσπάθειες, τις αδυναμίες και τις εσωτερικές τους συγκρούσεις, αποκαλύπτονται βαθύτερες αλήθειες για την ανθρώπινη φύση και την κοινωνία. Μέσα στη συλλογή υπάρχουν και κάποια διηγήματα που τα διαβάσαμε στην προηγούμενη συλλογή διηγημάτων του συγγραφέα «Αδιέξοδοι καιροί» (Εκδόσεις Γράφημα, 2022), αλλά έχουν ξαναδουλευτεί, είναι πιο εμπλουτισμένα, και τοποθετούνται μέσα σε έναν νέο θεματικό πλαίσιο, δίπλα στα εννέα νέα διηγήματα της συλλογής. Ο Λίχνος μας υπενθυμίζει ότι η λογοτεχνία δεν είναι μόνο αναπαράσταση ιστορίας, αλλά και μέσο κατανόησης της ανθρώπινης ψυχής. Μέσα από τους καθημερινούς ήρωες του βλέπουμε πώς η ιστορία γίνεται προσωπική υπόθεση, πώς η καθημερινότητα αποκτά βάθος και πώς η γραφή μπορεί να λειτουργήσει ως «γεφυροποιός» ανάμεσα στο παρελθόν και το παρόν. Μας καλεί να αναλογιστούμε τη δική μας σχέση με την ιστορία, με τις επιλογές μας, με τις κοινωνικές πιέσεις, αλλά και με την ίδια την ανθρώπινη εμπειρία. Μέσα από τις σελίδες του γνώρισα γεγονότα που αγνοούσα και οι ήρωές του έγιναν, αθόρυβα, φίλοι μου. Τον Κώστα Λίχνο δεν τον γνώρισα μόνο ως συγγραφέα. Τον γνώρισα ως άνθρωπο που κουβαλά τις ιστορίες του όπως κουβαλιούνται τα βάρη. Με σιωπή, επιμονή και αίσθηση ευθύνης. Η πρώτη μας κουβέντα δεν ξεκίνησε από τη λογοτεχνία αλλά από τη μνήμη. Από το πώς θυμάται κανείς χωρίς να ωραιοποιεί και πώς γράφει χωρίς να προδίδει.

Κώστα Λίχνο ποιοι είναι οι Αχθοφόροι σου και ποιος είναι ο λόγος που πήρε αυτό το όνομα η συλλογή;

Ο τίτλος δεν αναφέρεται μόνο σε μια επαγγελματική ιδιότητα, αλλά και σε μια υπαρξιακή συνθήκη. Σε πρώτο επίπεδο, Οι «Αχθοφόροι» είναι οι άνθρωποι του μόχθου που συναντάμε στα διηγήματα: ο χαμάλης στο λιμάνι του Πειραιά, ο αγρότης στο Ξηρόμερο, ο εργάτης στο εργοστάσιο. Όμως, επέλεξα αυτόν τον τίτλο κυρίως για το μεταφορικό του βάρος. «Αχθοφόροι» είναι όλοι οι ήρωες του βιβλίου -άντρες και γυναίκες- επειδή κουβαλούν στις πλάτες τους το βάρος της εποχής τους. Κουβαλούν την Ιστορία, όχι ως αφήγηση, αλλά ως βίωμα (την πείνα της Κατοχής, τον φόβο του Εμφυλίου, τη σιωπή της Χούντας, την ανασφάλεια της οικονομικής κρίσης και, πιο πρόσφατα, τη μοναξιά της πανδημίας). Είναι οι απλοί άνθρωποι που επωμίζονται τις συνέπειες των μεγάλων γεγονότων, συχνά αδιαμαρτύρητα, άλλοτε καταπλακωμένοι υπό το βάρος των συνθηκών, άλλοτε προχωρώντας χωλαίνοντας, κι άλλοτε αντιδρώντας ενεργά στην προσπάθεια να αντιμετωπίσουν τα προβλήματα που προκύπτουν σε διάφορους τομείς της ζωής τους.

Τι ρόλο παίζουν οι συγκρούσεις -εσωτερικές και εξωτερικές- για την ανάπτυξη των χαρακτήρων και την πρόοδο της αφήγησης;

Οι συγκρούσεις είναι η κινητήριος δύναμη των «Αχθοφόρων». Χωρίς αυτές, θα είχαμε απλώς ηθογραφικές περιγραφές. Στα διηγήματα, η σύγκρουση λειτουργεί σε δύο επίπεδα που αλληλοτροφοδοτούνται. Εξωτερικά, οι ήρωες συγκρούονται με το περιβάλλον τους (με την εργοδοσία, με την κρατική καταστολή, με την ανέχεια, ακόμα και με τους γείτονες), ορίζοντας έτσι το κοινωνικό πλαίσιο μέσα στο οποίο τοποθετούνται. Όμως, η πιο ουσιαστική μάχη δίνεται μέσα τους. Είναι η σύγκρουση ανάμεσα στην ανάγκη και την αξιοπρέπεια. Για παράδειγμα, ο Αντρέας στο διήγημα «Ψίχουλα στο τραπέζι», λυγισμένος από την πείνα της Κατοχής, συγκρούεται με την ίδια του την ανθρωπιά όταν αναγκάζεται να προβεί σε μια πράξη σκληρή για να εξοικονομήσει τροφή. Αντίστοιχα, ο κατάκοιτος Αντώνης στο «Απαγορεύεται το ουρείν», βιώνει τον εξευτελισμό της ανημπόριας, παλεύοντας σιωπηλά ανάμεσα στη φυσική ανάγκη και την αβάσταχτη ντροπή να εξαρτάται από τη νύφη του. Αυτές οι αμείλικτες αναμετρήσεις με τον ίδιο τους τον εαυτό, όταν τα όρια της ηθικής και της αντοχής δοκιμάζονται στα άκρα, είναι που προκαλούν τα βαθύτερα ψυχικά ρήγματα. Μέσα από αυτές τις εσωτερικές ρωγμές, οι χαρακτήρες αναπτύσσονται, αποκτούν βάθος και τελικά παίρνουν τις αποφάσεις που καθορίζουν τη μοίρα τους, είτε αυτή είναι η υποταγή είτε η εξέγερση.

Πώς η συλλογή συμβάλλει στη σύγχρονη ελληνική λογοτεχνία και ποια είναι η κοινωνική ή ηθική αξία της;

Θεωρώ πως η συμβολή της συλλογής έγκειται στην προσπάθεια να φωτιστεί η λεγόμενη «μικρή ιστορία». Η σύγχρονη λογοτεχνία συχνά εστιάζει στο ατομικό τραύμα ή σε αφηρημένες έννοιες. Οι «Αχθοφόροι» επιχειρούν να συνδέσουν το ατομικό με το συλλογικό, δείχνοντας πως η μοίρα του ενός είναι άρρηκτα δεμένη με τη μοίρα του τόπου. Η ηθική αξία του βιβλίου, αν μου επιτρέπεται ο όρος, είναι η μάχη ενάντια στη λήθη. Ζούμε σε μια εποχή γρήγορη, που τείνει να διαγράφει το παρελθόν ή να το εξωραΐζει. Μέσα από τις ιστορίες των ηρώων της συλλογής μου -είτε πρόκειται για τους πρόσφυγες του ’22, είτε για τους εργάτες του ’36, είτε για όσους βίωσαν τη δικτατορία το ’67- προσπαθώ να διασώσω την αξιοπρέπεια του καθημερινού αγώνα. Να θυμίσω πως πίσω από τους αριθμούς και τις ημερομηνίες, υπάρχουν άνθρωποι που μάτωσαν, αλλά άντεξαν. Αυτή η μνήμη είναι, πιστεύω, το πιο πολύτιμο εφόδιο για να κατανοήσουμε το ποιοι είμαστε σήμερα. Να ερμηνεύσουμε τις ιστορικές συνθήκες που μας γέννησαν και να συνειδητοποιήσουμε πως τα μεγάλα γεγονότα δεν είναι απλώς παρελθόν, αλλά ζωντανό κομμάτι της ταυτότητάς μας που συνεχίζει να μας καθορίζει.

Πιστεύεις ότι η λογοτεχνία μπορεί να “ανασυνθέσει” την ιστορία καλύτερα από μια καθαρή ιστορική αφήγηση;

Δεν θα χρησιμοποιούσα τον όρο «καλύτερα», αλλά σίγουρα «διαφορετικά» και ουσιαστικότερα ως προς το βίωμα. Η Ιστορία απευθύνεται στη λογική και την κρίση, καταγράφοντας τα αίτια και τα αποτελέσματα· μας παρέχει τον απαραίτητο σκελετό. Η λογοτεχνία, ωστόσο, έρχεται να ενδύσει αυτόν τον σκελετό με σάρκα και να του εμφυσήσει πνοή. Η ιστορική αφήγηση θα μας πληροφορήσει, για παράδειγμα, για τα ποσοστά ανεργίας του 1929 ή τον αριθμό των θυμάτων στον λιμό της Κατοχής. Η λογοτεχνία όμως, είναι αυτή που θα μας βάλει μέσα στο σπίτι του ανέργου, θα μας κάνει να αισθανθούμε το τρέμουλο στα χέρια του και την ντροπή όταν αδυνατεί να θρέψει την οικογένειά του. Ανασυνθέτει την ατμόσφαιρα, τις οσμές, τις σιωπές, όλες εκείνες τις λεπτομέρειες που τα ιστορικά αρχεία αναγκαστικά παραλείπουν. Προσθέτει, εν τέλει, στην ιστορική αλήθεια την πυκνότητα και το βάρος της ανθρώπινης εμπειρίας.

Στα διηγήματά σου, η Ιστορία δεν λειτουργεί απλά ως ιστορικό πλαίσιο, αλλά ως δύναμη που διαμορφώνει τους ήρωες, ενώ ταυτόχρονα φωτίζεται μέσα από τα βιώματά τους. Πώς αντιλαμβάνεσαι αυτή τη διαλεκτική σχέση ανάμεσα στο ιστορικό γεγονός και την ατομική εμπειρία;

Αντιλαμβάνομαι την Ιστορία όχι ως ένα σκηνικό θεάτρου μπροστά στο οποίο κινούνται οι ήρωες, αλλά ως έναν εισβολέα. Η συγκυρία, η ιστορική καμπή, η κρίσιμη στιγμή, εισβάλλει βίαια στις ζωές των ηρώων μου: τους κόβει το μεροκάματο, τους στέλνει στον πόλεμο, τους αλλάζει τα μυαλά, τους αναγκάζει να δράσουν. Η σχέση είναι πράγματι διαλεκτική. Από τη μία, το ιστορικό γεγονός καθορίζει τα όρια μέσα στα οποία μπορεί να κινηθεί το άτομο (ο ήρωας στο διήγημα «Καλή δύναμη σ’ εμάς» δεν μπορεί να αγνοήσει τη Δικτατορία, αυτή καθορίζει ακόμα και το πώς περπατάει στον δρόμο). Από την άλλη, η ατομική εμπειρία είναι αυτή που δίνει νόημα στο γεγονός. Χωρίς τον άνθρωπο που δρα, που ελπίζει ή που απελπίζεται, η Ιστορία παραμένει μια στείρα παράθεση συμβάντων. Οι ήρωές μου, με τις μικρές τους πράξεις -ένα φάσκελο, μια απεργία, ή ακόμα και μια σιωπή- είναι αυτοί που τελικά, αθροιστικά, γράφουν την Ιστορία.

Υπάρχει κάποιο συγκεκριμένο ιστορικό γεγονός που σε ενέπνευσε περισσότερο για τη συλλογή;

Θα έλεγα πως δεν με ενέπνευσε τόσο ένα μεμονωμένο «σημαντικό» γεγονός, όσο τα ξεχασμένα περιστατικά που συμβαίνουν στη σκιά της Μεγάλης Ιστορίας. Για παράδειγμα, η πρώτη φορά που οι Ελληνίδες άσκησαν το εκλογικό τους δικαίωμα στις βουλευτικές εκλογές του 1956 στο διήγημα «Απαγορεύεται το ουρείν», ή οι λεπτομέρειες της αιματηρής απεργίας στην Ελευσίνα το 1929. Αυτές οι στιγμές, που συχνά γίνονται απλές υποσημειώσεις στα βιβλία της Ιστορίας, είναι για μένα η σπίθα. Με συγκλονίζει το πώς ένα τυχαίο γεγονός -μια χειρονομία, μια λέξη, μια συνάντηση στον δρόμο- την ώρα που «βράζει» ο τόπος, μπορεί να καθορίσει τη ζωή ενός ανθρώπου για πάντα. Αυτή η λεπτομέρεια είναι που με κινητοποιεί συγγραφικά. Γιατί η Ιστορία από μόνη της δεν δίνει μάχες· ο ζωντανός άνθρωπος είναι αυτός που τα κάνει όλα.

Οι χαρακτήρες σου συχνά ζουν σε περιορισμένα ή ασφυκτικά κοινωνικά πλαίσια. Ποια είναι η σημασία αυτών των συνθηκών για την ανάπτυξη της ιστορίας;

Τα ασφυκτικά πλαίσια δεν είναι απλώς σκηνικό, είναι ο καταλύτης της δράσης. Οι ήρωες των διηγημάτων ζουν σε στενά σπίτια, σε σκοτεινά υπόγεια, δουλεύουν σε μικρές βιοτεχνίες. Αυτή η έλλειψη ζωτικού χώρου -κυριολεκτικά και μεταφορικά- δημιουργεί πίεση. Και όπως ξέρουμε, η πίεση προκαλεί είτε έκρηξη είτε ρωγμές. Όταν στριμώχνεις έναν άνθρωπο στη γωνία, τότε αποκαλύπτεται ο πραγματικός του χαρακτήρας. Στο διήγημα «Το φουστάνι της Ευδοξίας», για παράδειγμα, η ηρωίδα πνίγεται μέσα στη στερεότυπη καθημερινότητα του γάμου και του νοικοκυριού, αναζητώντας μια διέξοδο έστω και μέσα από μια βουβή, προσωπική ιεροτελεστία. Αντίστοιχα, στο «Εδώ και τώρα», το ημιυπόγειο στο Μεταξουργείο καθορίζει τις προσδοκίες του ήρωα και κάνει την πολιτική ελπίδα της «Αλλαγής» να φαντάζει μονόδρομος επιβίωσης. Οι συνθήκες αυτές, λοιπόν, είναι που αναγκάζουν τους ήρωες να πάρουν θέση: να υπομείνουν, να συγκρουστούν ή να ονειρευτούν τη διαφυγή.

 

Ποιο μήνυμα ή προβληματισμό θέλεις να μεταφέρεις για την ανθρώπινη φύση και την κοινωνία μέσα από τους «Αχθοφόρους»;

Μέσα από τους «Αχθοφόρους», θέλω να δείξω ότι ο ηρωισμός δεν βρίσκεται απαραίτητα στις μεγάλες πράξεις, αλλά στην πεισματική προσπάθεια του απλού ανθρώπου να παραμείνει άνθρωπος, όταν οι συνθήκες -η πείνα, ο φόβος, η βία- τον πιέζουν να γίνει θηρίο. Όσον αφορά την κοινωνία, ο προβληματισμός μου εστιάζει στην ενσυναίσθηση. Τείνουμε να κρίνουμε εύκολα τους άλλους, ξεχνώντας τις συνθήκες που τους διαμόρφωσαν. Το βιβλίο είναι μια υπενθύμιση να κοιτάμε τον διπλανό μας όχι μόνο γι’ αυτό που φαίνεται ότι είναι, αλλά και γι’ αυτό που κουβαλάει στην πλάτη του.

«Όταν πέφτουν ψίχουλα στο τραπέζι, δεν τα πετάς. Τα μαζεύεις, τα τοποθετείς σε ένα βάζο και σε μία βδομάδα έχεις ένα βάζο γεμάτο με ψίχουλα» (από το 4ο διήγημα της συλλογής, «ψίχουλα στο τραπέζι»). Πόσο αναγκαία είναι η σωματική βία της μνήμης για να ειπωθεί η Ιστορία;

Είναι απολύτως αναγκαία. Η Ιστορία συχνά καταγράφεται ως μια σειρά γεγονότων, αλλά για τον άνθρωπο που τη βιώνει, είναι πρωτίστως μια συνειδησιακή και σωματική εμπειρία. Είναι το στομάχι που συστρέφεται από την πείνα, είναι τα δάχτυλα που παγώνουν, είναι το σώμα που καταρρέει. Στο συγκεκριμένο διήγημα για την Κατοχή, τα «ψίχουλα» δεν είναι μια μεταφορά· είναι η κυριολεκτική μονάδα μέτρησης της επιβίωσης. Αν δεν μιλήσουμε για αυτή τη βία που ασκούν οι συνθήκες πάνω στο ανθρώπινο σώμα, πώς θα κατανοήσουμε το μέγεθος της απελπισίας που οδηγεί έναν άνθρωπο σε οριακές πράξεις; Η μνήμη πρέπει να πονάει όταν την αφηγείσαι, αλλιώς κινδυνεύει να γίνει απλό παραμύθι.

«Οι περισσότεροι τρέμουν τον βούρδουλα και οι υπόλοιποι γίνονται κολαούζοι των αφεντικών, για ν’ αρπάξουν κι ένα ξεροκόμματο», λέει ο χαρακτήρας ενός διηγήματος. Αναφέρεσαι σε μια κοινωνία όπου άλλοι πειθαρχούν από τον φόβο της βίας και άλλοι εξαγοράζονται με ψίχουλα. Πώς μπορεί να σπάσει αυτός ο μηχανισμός και ποιος είναι ο ρόλος της συλλογικής αντίστασης;

Ο μηχανισμός αυτός τρέφεται από τη μοναξιά. Όσο ο άνθρωπος νιώθει μόνος και ανυπεράσπιστος απέναντι στην εξουσία, είναι εύκολο είτε να τρομοκρατηθεί είτε να εξαγοραστεί. Σπάει, όμως, τη στιγμή που συνειδητοποιεί ότι η μοίρα του είναι κοινή με του διπλανού του. Η συλλογική αντίσταση λειτουργεί ως το μοναδικό αντίδοτο στον φόβο. Όπως βλέπουμε και στους ήρωες του βιβλίου, όταν οι «αχθοφόροι» της ζωής ενώνουν τις πλάτες τους, το βάρος μοιράζεται και παύει να είναι ασήκωτο. Η συλλογικότητα μετατρέπει την ατομική απελπισία σε κοινή δύναμη. Τότε, ο βούρδουλας χάνει την ισχύ του και τα ψίχουλα δεν είναι πια αρκετά για να εξαγοράσουν την ανθρώπινη αξιοπρέπεια.

 

Διαβάζοντας τη συλλογή, αντιλαμβάνεται κανείς πως δεν πρόκειται για δεκατέσσερα αυτόνομα στιγμιότυπα, αλλά για ιστορίες που με διάφορους τρόπους συνδέονται η μια με την άλλη. Παρατηρούμε, για παράδειγμα, το σπίτι της οδού Έλλης στο Αιγάλεω να λειτουργεί ως σκηνικό για τρία διηγήματα και τρεις γενιές της οικογένειας Καραδήμα. Αυτή η σύνδεση των ιστοριών ήταν συνειδητή;

Ήταν εξαρχής πρόθεσή μου να δημιουργήσω έναν ιστό αλληλεξαρτήσεων, μετατρέποντας ουσιαστικά τη συλλογή σε ένα σπονδυλωτό μυθιστόρημα γενεών. Άλλωστε, η διαδρομή κανενός ανθρώπου δεν μπορεί να συμπυκνωθεί σε μία μόνο κρίσιμη στιγμή, και καμία ιστορία δεν τελειώνει οριστικά στην τελευταία τελεία ενός διηγήματος.

     Επομένως, ναι, η σύνδεση ήταν απολύτως ηθελημένη. Με το στοιχείο αυτό ήθελα να καταδείξω ότι οι «Αχθοφόροι» δεν κουβαλούν μόνο τα δικά τους βάρη, αλλά και τα βάρη των πατεράδων τους. Οι ήρωες μπορεί να αλλάζουν ονόματα ή επαγγέλματα, αλλά στην ουσία είναι οι ίδιοι άνθρωποι που προσπαθούν να σταθούν όρθιοι, παραδίδοντας τη σκυτάλη -με τα βάρη και τις ελπίδες της- στην επόμενη γενιά.

Η γραφή σου μοιάζει να ξύνει παλιές πληγές της συλλογικής μνήμης. Απευθύνεσαι σε όσους αγνοούν, σε όσους επιλέγουν να ξεχνούν ή σε όσους φοβούνται πως η λήθη είναι ο πιο πιστός σύμμαχος της επανάληψης;

Το βιβλίο απευθύνεται σε όλους. Σε όσους αγνοούν, μπορεί να προσφέρει ένα έναυσμα να μάθουν, να ψάξουν τις ρίζες της σημερινής μας κατάστασης. Σε όσους επιλέγουν να ξεχνούν -ίσως για να νιώθουν πιο άνετα-, μπορεί να λειτουργήσει ως εκείνο το ενοχλητικό «πετραδάκι στο παπούτσι», που δεν σε αφήνει να εφησυχάσεις. Σε αυτούς που φοβούνται ότι η Ιστορία έχει την κακή συνήθεια να επιστρέφει όταν την αγνοούμε, μπορεί να προσφέρει την επιβεβαίωση πως η ενεργή μνήμη είναι το μοναδικό μας ανάχωμα. Το «ξύσιμο των πληγών» δεν είναι αυτοσκοπός· είναι η αναγκαία διαδικασία για να καθαρίσει το τραύμα. Η λήθη δεν είναι βάλσαμο, είναι κίνδυνος. Και η λογοτεχνία οφείλει να είναι το ξυπνητήρι που χτυπάει πριν ξαναζήσουμε εφιάλτες.

Σε μια εποχή όπου η μνήμη συχνά απλοποιείται ή εργαλειοποιείται, τι θεωρείς ότι οφείλει να υπερασπιστεί σήμερα η λογοτεχνία;

Η λογοτεχνία οφείλει να υπερασπιστεί την πολυπλοκότητα της ανθρώπινης ύπαρξης. Οφείλει να σταθεί εμπόδιο στην ισοπέδωση και να δώσει φωνή σε αυτούς που η επίσημη Ιστορία συνήθως προσπερνά βιαστικά: στους ηττημένους, στους φτωχούς, στους αόρατους «αχθοφόρους» της καθημερινότητας. Τελικά, νομίζω πως η λογοτεχνία πρέπει να υπερασπιστεί το δικαίωμά μας να θυμόμαστε όχι όπως μας βολεύει, αλλά όπως ακριβώς έγιναν τα πράγματα. Να αναδεικνύει ακόμη και στις πιο μελανές σελίδες της ιστορίας, το μεγαλείο της ανθρώπινης αντοχής.

 

 Η κουβέντα με τον Κώστα Λίχνο δεν αφήνει περιθώριο για ουδέτερη ανάγνωση. “Οι Αχθοφόροι” υπενθυμίζουν ότι η Ιστορία δεν είναι ένα κλειστό κεφάλαιο ούτε ένα ασφαλές αφήγημα συμφιλίωσης, αλλά ένα πεδίο ευθύνης και σύγκρουσης που συνεχίζει να μας αφορά. Μέσα από τις φωνές των «απλών» ανθρώπων, το βιβλίο αντιστέκεται στη λήθη, στην εξομάλυνση και στην εύκολη ηθικολογία. Δεν χαρίζει παρηγοριά· ζητά θέση. Και αυτό, σε μια εποχή που η μνήμη συχνά εξαντλείται σε επετείους και συνθήματα, είναι ίσως η πιο πολιτική χειρονομία της λογοτεχνίας. Καλοτάξιδη να είναι!

Αφήστε μια απάντηση

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.