Υπάρχουν πόλεις που σβήνουν χωρίς να το καταλάβουν· και υπάρχουν πόλεις που επιστρέφουν στον εαυτό τους μέσα από τις λεπτομέρειες που κάποιοι πρόλαβαν να παρατηρήσουν. Η Κατερίνη ανήκει στη δεύτερη κατηγορία, χάρη σε ένα έργο που δεν θα υπήρχε αν δύο άνθρωποι δεν είχαν σταθεί στο φως και στην επιμονή του: το φωτογραφικό λεύκωμα Οικείες φωνές — Παλιές οικίες & κτίσματα της Κατερίνης.
Οι φωτογράφοι Θάνος Κόσυβας και Στέλλα Τζιτζιλή, ζευγάρι στη ζωή και στην Τέχνη, τόλμησαν να κάνουν κάτι που φαινόταν απλό, αλλά που κανείς δεν είχε επιχειρήσει σε τέτοια κλίμακα: να φωτογραφίσουν τα παλιά σπίτια και τα ιστορικά κτίσματα της πόλης πριν χαθούν, και μάλιστα στην περίοδο του εγκλεισμού. Η πανδημία άδειασε τους δρόμους και άφησε τα σπίτια να αναδυθούν καθαρά μπροστά στον φακό· κι ο χρόνος, πάντα ανυπόμονος, πίεζε να σωθεί ό,τι απέμενε πριν γκρεμιστεί ή χαθεί. Κι έτσι αυτό που ξεκίνησε σαν πεζή καταγραφή, μετατράπηκε σε τεκμήριο μνήμης για τους επόμενους. Η Κατερίνη εδώ δεν παρουσιάζεται ως τόπος αλλά ως χρόνος. Οι 294 ασπρόμαυρες φωτογραφίες που υπογράφουν ο Θάνος Κόσυβας και η Στέλλα Τζιτζιλή δεν λειτουργούν μόνο ως τεκμηρίωση αλλά λειτουργούν ως σκηνικό ενός θεάτρου μνήμης, όπου ακόμα και το πιο ταπεινό κτίσμα αποκτά τη δική του αξιοπρέπεια, την ήσυχη, που συχνά λείπει από τις πόλεις μας. Η ανάγκη δημιουργίας του λευκώματος πηγάζει από μια βαθιά αίσθηση χρέους απέναντι στην πόλη και τη μνήμη της. Ένιωσαν ότι η Κατερίνη χρειαζόταν να αφηγηθεί τον εαυτό της μέσα από τα κτίριά της πριν αυτά χαθούν για πάντα. Μαζί περπάτησαν και φωτογράφισαν κτίρια σε όλες τις γειτονιές κι όλες τις συνοικίες της Κατερίνης, από το Κέντρο, την περιοχή του Πάρκου και της Αγίας Παρασκευής έως το Βατάν, το Μυλαύλακο, τον Παράδεισο, τα Καταφιώτικα, τη Νέα Ζωή, τα Θρακιώτικα, τα Βλάχικα, τα Ευαγγελικά, το Συνοικισμό Μικρασιατών, τον Καπνικό Σταθμό, τα Αστικά, τα Χηράδικα, το Σιδηροδρομικό Σταθμό και τα Γερμανικά. Οι ιστορίες που συνοδεύουν τις εικόνες δεν ερμηνεύουν τους τοίχους∙ τους ακούν.
Οι φωτογράφοι δεν φωτογραφίζουν απλά κτίρια. Αποτυπώνουν τον τρόπο που το κτίριο κοιτάζεται. Και ένας τέτοιος τρόπος μπορεί να αλλάξει τον αναγνώστη, να τον κάνει να περπατήσει την πόλη διαφορετικά, να σηκώσει τα μάτια από το πεζοδρόμιο, να αναγνωρίσει τη λεπτομέρεια χωρίς να χρειάζεται να τον αφορά προσωπικά.
Ευαισθητοποιείται ο αναγνώστης μέσα από ένα τέτοιο λεύκωμα; Ναι, αλλά όχι επειδή τα σπίτια είναι όμορφα, τα περισσότερα δεν είναι. Συγκινείται γιατί καταλαβαίνει ότι χάθηκαν χωρίς να ζητήσουν τίποτα, και μαζί τους χάθηκαν δυνατότητες ζωής που δεν πρόλαβαν να γίνουν εικόνα ή λόγος. Κάθε σελίδα ανοίγει έναν μικρό χρόνο, σαν παράθυρο που κοιτάει πίσω. Οι παλιοί ανακαλύπτουν τον εαυτό τους και οι νέοι την πόλη πριν γεννηθούν. Συγκινούνται όχι από νοσταλγία, αλλά από αναγνώριση. Και η αναγνώριση είναι πάντα μια μορφή αγάπης. Τα λευκώματα κρατούν ζωντανές τις ιστορίες που ποτέ δεν έγιναν ιστορία: τις μικρές, καθημερινές, που δεν θα γραφτούν σε μνημεία. Χάρη σε κάποιον που τις κατέγραψε και δεν έσβησαν εντελώς.
Η αρχιτέκτονας μηχανικός, Πρόεδρος του συλλόγου Αρχιτεκτόνων Ν.Πιερίας (2014-2023) και ιδρυτικό μέλος των Φίλων του Μουσείου Πόλεως Κατερίνης Βίκη Μανιάτη, που υπογράφει και το εισαγωγικό σημείωμα του λευκώματος, προσεγγίζει τα κτίρια ως μαρτυρίες πολιτισμού και μας υπενθυμίζει με καθαρή φωνή ότι ναι, έχει αρχιτεκτονικό ενδιαφέρον αυτή η πόλη, ότι χρειάζεται απλώς να μάθουμε πώς να κοιτάμε, πώς να νιώθουμε και πώς να σεβόμαστε. Η Βίκη Μανιάτη, στο εισαγωγικό της σημείωμα, επισημαίνει την αξία του λευκώματος ως εργαλείου μνήμης και ως τεκμηρίου για μια πόλη που σβήνει σημάδια της πριν προλάβει να τα συνειδητοποιήσει. Υπογραμμίζει τη σημασία των δημιουργών, την ποιότητα της φωτογραφικής έρευνας και το γεγονός ότι τέτοια εγχειρήματα είναι σπάνια όχι επειδή λείπουν τα κτίρια, αλλά επειδή λείπουν οι άνθρωποι που θα πατήσουν το κουμπί πριν αυτά γίνουν σκόνη.
Η επιμέλεια του Θάνου Κόσυβα, το εισαγωγικό σημείωμα της Βίκη Μανιάτη, η φιλολογική φροντίδα της Χαρούλας Λαμπαδαρίου κι ολόκληρη η σύνθεση των κειμένων από ανθρώπους της πόλης — συγγραφείς, εκπαιδευτικούς, αφηγητές της καθημερινότητας όπως ο Αντώνης Κάλφας, Θάνος Κόσυβας, Φάνυ Κουντουριανού-Μανωλοπούλου, Θέμης Κωτούλας, Χαρούλα Λαμπαδαρίου, Μάγδα Παπαδημητρίου-Σαμοθράκη, Γιάννης Χ. Ποικιλίδης, Δέσποινα Σημαδοπούλου, Γιάννης Τεκίδης και Γιάννης Τσαπουρνιώτης δημιουργούν κάτι που υπερβαίνει το είδος του λευκώματος. Πρόκειται για ένα συλλογικό αρχείο συγκίνησης. Για ένα είδος τοπικής λογοτεχνίας της μνήμης. Οι συγγραφείς που συνομιλούν με αυτές τις φωτογραφίες δεν γράφουν ιστορία αλλά γράφουν μνήμη. Δεν περιγράφουν∙ θυμούνται.
Σε περιδιάβαση στην Κατερίνη, συναντά κανείς κτίρια-κομψοτεχνήματα που αποτυπώνουν την αισθητική και τον πολιτισμό άλλων εποχών. Πολλά χρονολογούνται στα τέλη του 19ου ή στις αρχές του 20ού αιώνα, με χαρακτηριστική αστική αρχιτεκτονική ή εκλεκτικιστικά στοιχεία, ενώ άλλα ανήκουν στον Μεσοπόλεμο και στις δεκαετίες του ’30, ’40 και ’50. Ανάμεσά τους ξεχωρίζουν διατηρητέα κτίρια όπως η πρώην οικία Τσαλόπουλου, η Αστική Σχολή Κατερίνης, το παλιό Οθωμανικό Υποδιοικητήριο (σημερινό 5ο Γυμνάσιο), ο μουσουλμανικός Τουρμπές και η ιδιωτική οικία Τσιουπλή.
Πολλά από τα διηγήματα απευθύνονται στους πρόσφυγες που έφτασαν μετά τις καταστροφές και τους διωγμούς. Η Κατερίνη είναι προσφυγούπολη που έχει στεγάσει πολλούς που βρήκαν ηρεμία και συνέχεια στη ζωή τους. Οι Πόντιοι, οι Μικρασιάτες, οι Θρακιώτες και άλλες κοινότητες έφτασαν στην Κατερίνη και βρήκαν μια πόλη που δεν ήταν ακόμη έτοιμη να τους υποδεχτεί, αλλά είχε χώρο να τους χωρέσει. Χωρίς πολυτέλειες ή οργανωμένες συνοικίες, μόνο παλιά σπίτια, στριμωγμένες αυλές και ξύλινα πατώματα που έτριζαν από υγρασία και ανάγκη. Μέσα σε μικρά, μισόφωτα δωμάτια στήθηκε η νέα ζωή. Η κατσαρόλα που έβραζε στον τσίγκο, τα παιδιά που έπαιζαν στη λάσπη, οι γυναίκες που άπλωναν τα μάλλινα, οι άντρες που επέστρεφαν από το χωράφι, το μαγαζί ή το καπνομάζεμα. Πολλά διηγήματα έχουν τη δική τους ξεχωριστή σφραγίδα που θυμίζουν την ιστορία της πόλης όπως του Σιδηροδρομικού Σταθμού, με μια μα βαλίτσα για τη μετανάστευση.
Κάθε συνοικία απέκτησε τη δική της προσωπικότητα και κάθε σπίτι διατήρησε τη δική του ιστορία. Μέσα από τις καθημερινές πράξεις των ανθρώπων, η Κατερίνη ξαναγεννήθηκε. Τα σπίτια δεν ήταν πια μόνο δομές· έγιναν φορείς μνήμης, ανθρώπινης παρουσίας και πολιτισμού, απόδειξη ότι ακόμα και όταν χάνουμε τόπους και ιστορίες, μπορούμε να ξαναφτιάξουμε ζωή και να αφήσουμε πίσω μας φωνές που θα αντηχούν για πάντα στην πόλη. Φωνές που λένε: «Κάποτε εδώ ζήσαμε — και ακόμα ζούμε, στις μνήμες που συνεχίζουν να ανασαίνουν μαζί σου.»
Και αφού έγραψαν οι συγγραφείς ήρθε η ώρα της έκδοσης. Έπρεπε οι προσπάθειες χρόνων να πάρουν έντυπη μορφή και να φτάσει στα χέρια μας. Κάποια στιγμή, το εγχείρημα συνάντησε τους “Φίλους Μουσείου Πόλης Κατερίνης”, που αγκάλιασαν την έκδοση και έτσι το έργο απέκτησε συλλογικό βάθος. Από εκεί γεννιέται μια εύλογη ερώτηση: πόσο αναγκαίο είναι τελικά να υπάρξει ένα Μουσείο Πόλης; Η απάντηση βρίσκεται μέσα στο ίδιο το βιβλίο. Ένα μουσείο θα συγκέντρωνε όσα ζήσαμε χωρίς να τα διασώσουμε, θα έδινε ορατότητα σε όσα η καθημερινότητα θάβει και θα επέτρεπε στις επόμενες γενιές να δουν την πόλη όχι ως τυχαίο τόπο, αλλά ως ιστορικό σώμα. Ήδη υπάρχει πλούσιο υλικό από δωρητές-κατοίκους της πόλης που εμπιστεύτηκαν το όραμα. Περιμένει απλώς να του δοθεί φωνή. Ίσως τότε, σε έναν τέτοιο χώρο, οι αυλές, τα χαγιάτια, οι ξεχασμένες πόρτες και οι φωνές των ανθρώπων που πέρασαν θα βρουν ξανά την ανάσα τους. Το Μουσείο δεν θα είναι μόνο κτίριο· θα είναι καθρέφτης της συλλογικής μνήμης, τόπος όπου οι επόμενες γενιές θα μάθουν να κοιτάζουν προσεκτικά, να ακούν με προσοχή και να αγαπούν αυτά που υπήρξαν, αλλά συνεχίζουν να ζουν στις σκιές, στις μυρωδιές, στις αφηγήσεις και στις φωτογραφίες.
Εξίσου σημαντικό στοιχείο που πρέπει να αναφερθεί, είναι ότι το λεύκωμα περιλαμβάνει χάρτες συνοικιών, ιστορικά στοιχεία, και μια γραφιστική επιμέλεια που αποδεικνύει τη σοβαρή και ενδελεχή έρευνα που έγινε. Θα το διαπιστώσουν οι αναγνώστες/αναγνώστριες όταν το πάρουν στα χέρια τους. Η δουλειά αυτή δεν είναι διακοσμητική· είναι τεκμηριακή, κι αυτό την καθιστά χρήσιμη σε βιβλιοθήκες, σχολεία, δημοτικές δομές, στους ιστορικούς του μέλλοντος αλλά και ως δώρο σε επισήμους της πόλης, όχι για να επιδειχθεί, αλλά για να εξηγηθεί η ταυτότητα του τόπου.
Να θυμούμαστε ότι η πόλη δεν είναι μόνο δρόμοι και τετραγωνικά μέτρα, αλλά φωνές, μυρωδιές, ήχοι, ιστορίες και καθημερινότητες που συνεχίζουν να υπάρχουν όσο κάποιος τις κοιτά και τις ακούει. Η μνήμη εδώ είναι ένας τρόπος να ειπωθεί: «αυτό υπήρξε, κι επειδή υπήρξε, κάτι σημαίνει». Γιατί, τελικά, κάθε πόλη που φωτογραφίζεται, γράφεται ή αγαπιέται, συνεχίζει να υπάρχει. Κι αυτό το λεύκωμα είναι ένας από τους ωραιότερους τρόπους να συνεχίσει η Κατερίνη να υπάρχει. Οι «οικείες φωνές» συνεχίζουν να ψιθυρίζουν, κι ο ψίθυρος αυτός γίνεται τρόπος να αγαπήσεις μια πόλη όχι για όσα έχει, αλλά για όσα τόλμησε να κρατήσει. Στο τέλος, κλείνεις το βιβλίο και κάτι μένει μέσα σου: αυτό δεν είναι ένα λεύκωμα .είναι μια πόλη που ανασαίνει ακόμα. Καλοτάξιδο!
