Πριν από λίγους μήνες κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Κουκκίδα μία εξαίρετη μελέτη της φιλολόγου, ποιήτριας και κριτικού λογοτεχνίας Ευσταθίας Δήμου, με τίτλο Το δραματικό στοιχείο στην ποίηση του Μανόλη Αναγνωστάκη. Σπουδή σε τέσσερα ποιήματα. Το θέμα που διερευνά η συγγραφέας αναφέρεται στη «σχέση του δημιουργού με το έργο του». Πιο συγκεκριμένα επιχειρεί να απαντήσει στο ερώτημα αν η ποίηση ήταν «ένα ζήτημα ζωής για τον Αναγνωστάκη ή συνέβη το ακριβώς αντίθετο, ο ποιητής δηλαδή είδε τη ζωή να αποκτά μια τέτοια δυναμική ώστε να σκιάζει, να κυριαρχεί, να αποδεικνύεται υπέρτερη της τέχνης του». Για την περίπτωση του Αναγνωστάκη η απάντηση στο ερώτημα αυτό προσλαμβάνει ιδιαίτερη σημασία με δεδομένο ότι, εκτός από την ενασχόλησή του με την ποίηση, είχε ενεργό συμμετοχή στις κοινωνικές και πολιτικές εξελίξεις της εποχής του. Η προσέγγιση του θέματος γίνεται με τη «σπουδή» σε τέσσερα ποιήματά του: «Ποιήματα που μας διάβασε ένα βράδυ ο λοχίας Otto V…, I», «Ποιήματα που μας διάβασε ένα βράδυ ο λοχίας Otto V…, II», «Επιτύμβιον», «Νέοι της Σιδώνος, 1970», «Θεσσαλονίκη, Μέρες του 1969 μ.Χ.». Στην Εισαγωγή του βιβλίου, η συγγραφέας παραθέτει σύντομες αναφορές των ιστορικών της νεοελληνικής λογοτεχνίας Λίνου Πολίτη και Mario Vitti, και υπογραμμίζει ότι ο πρώτος δίνει έμφαση στη σύνδεση του έργου του Αναγνωστάκη με την πολιτική κατάσταση που επικρατούσε στη χώρα, ενώ ο δεύτερος επικεντρώνει στον κριτικό Αναγνωστάκη και ειδικότερα στους στοχασμούς του για το αδιέξοδο στο οποίο οδηγήθηκαν οι αγώνες και οι ελπίδες της γενιάς του για έναν καλύτερο κόσμο. Αναφέρεται, επίσης, η συγγραφέας στις σχετικές απόψεις των R. Beaton, Αλέξανδρου Αργυρίου, Γιάννη Δάλλα, Ξενοφώντα Κοκόλη, Δημήτρη Δασκαλόπουλου και στη συνέχεια μας θυμίζει την άποψη που ο ίδιος ο ποιητής διατύπωσε για την ποιητική του ιδιοπροσωπία: «Κατά καιρούς μ’ έχουν χαρακτηρίσει καθαρά πολιτικό ποιητή. Προσωπικά δεν νομίζω ότι είμαι πολιτικός ποιητής. Είμαι πολιτικός και ερωτικός μαζί… Γι’ αυτό αρνούμαι όλα αυτά περί “ποίησης της ήττας” και τα σχετικά. Δεν είναι μια ποίηση της ήττας. Είναι μια αγωνία για την εποχή, ένα άγχος για την εποχή».
Κοινό στοιχείο όλων των απόψεων που διατυπώθηκαν για την ποίηση του Αναγνωστάκη, σημειώνει η Ευσταθία Δήμου, είναι η σύνδεσή της με την πραγματικότητα και η λειτουργία της ως πεδίου στο οποίο «εξυφαίνεται η μεταμόρφωση του ποιητή σε πρόσωπο και μάλιστα πρόσωπο που έρχεται για να υποδυθεί τον εαυτό του, να υποκριθεί την αλήθεια του, να παίξει την ίδια του την ύπαρξη». Και είναι αυτό ακριβώς το στοιχείο που προσδίδει στα ποιήματά του δραματικό τόνο.
Ως δείγματα αντιπροσωπευτικά του δραματικού χαρακτήρα που ενέχει η ποίηση του Αναγνωστάκη προτείνει τα ποιήματα που προαναφέρθηκαν και επιχειρεί την «ανάγνωσή»τους. Για το πρώτο (Ποιήματα που μας διάβασε ένα βράδυ ο λοχίας Otto V…, I), επισημαίνει την αγωνιστική ετοιμότητα του πρωταγωνιστή και την αγωνία του πριν από την έναρξη της μάχης. Η εναλλαγή των ρηματικών προσώπων («μας διάβασε» στον τίτλο, «εμείς εφ’ όπλου λόγχης» στον 3ο στίχο, «θα χτυπήσεις», «θα χτυπηθείς», «θα τραβήξεις» στους στ. 4-6, «κι εγώ που ΄χω», «που πολεμώ», «να μάθω», «δε βλέπω», στους στ. 11-14) αποδίδει την κατάσταση που επικρατεί σε περιόδους πολέμου, όπου ο άνθρωπος χάνει την ατομικότητά του, συνθλίβεται, αλλοτριώνεται από τον συνάνθρωπο και από τον ίδιο του τον εαυτό. Ωστόσο, όμως, μέσα από τη θεατρική τεχνική που χρησιμοποιεί ο ποιητής, εκτός από την παραπομπή στα καταστροφικά αποτελέσματα του πολέμου, αφήνει να διαφανεί η ανάγκη για ειρηνική συνύπαρξη των λαών και επιτυγχάνει την εξαγωγή ενός πανανθρώπινου αντιπολεμικού μηνύματος.
Για το ποίημα (Ποιήματα που μας διάβασε ένα βράδυ ο λοχίας Otto V…, II), σημειώνει ότι κινείται «στο ίδιο κλίμα και στην ίδια λογική με το προηγούμενο». Το κύριο δραματικό στοιχείο του ποιήματος είναι η σκηνοθεσία του χώρου. Στη φωτογραφία που κρατά στα χέρια του ο Γερμανός στρατιώτης Otto V εικονίζεται ο χώρος της νεότητας, ενώ η σφαίρα που βρίσκει τον στρατιώτη στο μέτωπο είναι ο χώρος στον οποίο εναποτίθεται ο πόνος όλων των ανθρώπων από τα δεινά που έρχονται ως συνέπεια του πολέμου. Η συγγραφέας εύστοχα παραλληλίζει το ποίημα με αποσπάσματα από τη Ζ΄ ραψωδία της Ιλιάδας και πιο συγκεκριμένα με τη σκηνή της συνάντησης του Έκτορα με την Ανδρομάχη. Αναλύοντας το τρίτο ποίημα (Επιτύμβιον), η Ευσταθία Δήμου παρουσιάζει ευκρινέστερα το δραματικό στοιχείο, καθόσον εκεί συγκρούονται δύο τελείως διαφορετικοί ανθρώπινοι χαρακτήρες που εμφανίζονται στα δύο μέρη του. Στο πρώτο έχουμε την περιγραφή μιας επικήδειας τελετής για τον Λαυρέντη, έναν άνθρωπο λαμπρό, οικογενειάρχη, πατριώτη, του οποίου η προσφορά αναγνωρίστηκε με ψηφίσματα, λόγους, στέφανα. Στο δεύτερο αναιρούνται με ιδιαίτερη ένταση όσα ειπώθηκαν στο πρώτο μέρος και αποκαλύπτεται ο πραγματικός χαρακτήρας του Λαυρέντη∙ κάθαρμα και κάλπικος παράς, ψεύτης σε όλη του τη ζωή, κατάφερε με την υποκρισία να παρουσιάσει προς τα έξω έναν εαυτό που καμιά σχέση δεν είχε με την πραγματικότητα. Και είναι αυτό το στοιχείο που προκαλεί την αγανάκτηση του ποιητικού υποκειμένου, η οποία κορυφώνεται στον τελευταίο στίχο του ποιήματος, που μπορεί να εκληφθεί και ως το συμπέρασμα. Λαυρέντηδες υπήρχαν, υπάρχουν και θα υπάρχουν πολλοί, όσο θα επιβραβεύονται οι άνθρωποι του «φαίνεσθαι», που αλλάζουν με ιδιαίτερη μαεστρία τα προσωπεία, και όχι οι άνθρωποι του «είναι».
Για το τέταρτο ποίημα (Νέοι της Σιδώνος, 1970), η συγγραφέας παρακάμπτει την παράλληλη ανάγνωση με το ομότιτλο ποίημα του Κ.Π. Καβάφη και επικεντρώνεται στους νέους, στους νέους της Αθήνας του 1970 και της Ελλάδας γενικότερα. Εύστοχο το σχόλιό της για τους νέους, οι οποίοι προβληματίζονται, εκφράζουν την αλληλεγγύη τους για τον πάσχοντα συνάνθρωπο, αλλά μένουν στο επίπεδο της συζήτησης και δεν προχωρούν στην ανάληψη δράσης, σε μια περίοδο μάλιστα που η Ελλάδα διοικείται από τυραννικό καθεστώς. Και εδώ ακριβώς εντοπίζει τη δραματικότητα του ποιήματος, καθόσον ο ποιητής από το λεκτικό στρέφεται στο σκηνικό επίπεδο, όπου επικρατεί απραξία. Γι’ αυτό και «επιστρέφει» στη δική του γενιά για να επικοινωνήσει και να εκφράσει την απογοήτευσή του.
Τέλος, στο τέταρτο ποίημα (Θεσσαλονίκη, Μέρες του 1969 μ.Χ.), η δραματική σύγκρουση, σημειώνει η συγγραφέας, μετακινείται στον χώρο της πόλης, της Θεσσαλονίκης. Σύγκρουση του παρελθόντος με το παρόν. Σύγκρουση που οφείλεται στην αλλαγή όχι απλώς της εικόνας που παρουσιάζει η πόλη, αλλά κυρίως στην αλλαγή που συνδέεται με την πολιτική και την εδραίωση νέων ιδεών και αντιλήψεων. Ο ποιητής δεν εξιδανικεύει το παρελθόν αλλά διαπιστώνει με θλίψη ότι κριτήριο των πάντων στο παρόν είναι το χρήμα και η εμπορευματοποίηση της ζωής. (Τράπεζα συναλλαγών, τουριστικά γραφεία, πρακτορεία μεταναστεύσεως, τροχοφόρα, ωραίες εκκλησίες, επιγραφές και συνθήματα της δικτατορίας).
Η «σπουδή» στα τέσσερα αυτά ποιήματα του Μανόλη Αναγνωστάκη είναι πολύ διαφωτιστική, εμβαθύνει στις πτυχές τους και αναδεικνύει με πληρότητα τα δραματικά τους στοιχεία. Η Ευσταθία Δήμου, με τη φιλολογική της επάρκεια και την οξυδερκή κριτική της, προσέθεσε ένα αρκετά ενδιαφέρον πόνημα στη βιβλιογραφία γα την ποίηση του Μανόλη Αναγνωστάκη.
