You are currently viewing Μαρία Βέρρου: Η μέλισσα
bee isolated on the white

Μαρία Βέρρου: Η μέλισσα

Τις Κυριακές η γιαγιά έντυνε τον παππού αυτοκρατορικά. Συνήθεια αποκτημένη μετά που γύρισε από τη Μικρασία. Πρώτα ο πρωινός καφές, μετά δύο απανωτά τσιγάρα, που δεν ήσαν δύο ακριβώς αλλά ένα κομμένο στη μέση, θα το κόψω το ρημάδι έλεγε και ξανάλεγε στη γιαγιά κάθε φορά που του παραπονιόταν, αμάν βρε Γιωργάκη μου, βρώμισε όλο το σπίτι, κι ύστερα ανέβαινε πάνω, μικρό δίπατο ήταν, κάτω σαλόνι κουζίνα, πάνω οι κρεβατοκάμαρες, στηριζόταν στην κάσα της πόρτας ξεροβήχοντας και παρακολουθούσε τη γιαγιά μου στα σούρτα φέρτα της. Άνοιγε την ντουλάπα του, έβγαζε το παντελόνι, το σακάκι, το πουκάμισο, λευκό παρακαλώ, τη γραβάτα, τις κάλτσες, και τέλος τα παπούτσια και τη βούρτσα. Αυτά ήθελε να τα γυαλίζει μόνος του. Δική μου δουλειά είναι  αυτό κυρά, έλεγε και το στόμα του έσταζε μέλι. Μέλι έσταζε και σε κάθε παράπονο της, βρε χριστιανέ μου κάθε Κυριακή στο καφενείο, τι λέτε τόσες ώρες εκεί μέσα, κι όταν γυρίζεις βρωμοκοπάς τσιγαρίλα, και παλιοκουβέντες, κολλημένες είναι πάνω στο σακάκι σου και στα μαλλιά σου· μέλι έσταζε και κάθε απάντηση του για όλους αυτούς τους χαραμοφάηδες όπως τους έλεγε η γιαγιά, τάχα συμπολεμιστές του, έλα βρε γυναίκα, κι αυτοί πονεμένοι άνθρωποι είναι, κάπου θέλουν να ξεσπάσουν, κάπου να πουν τα παράπονά τους. Και τα δικά μου τα παράπονα ποιος τ’ ακούει Γιωργάκη μου; Άντε κυρά μου χαμογέλα λίγο, Κυριακή σήμερα, χαρά Θεού. Ναι, ν’ άλλαζες λίγο τις συνήθειές σου, να πηγαίναμε και καμιά βόλτα στο πάρκο Γιωργάκη μου με το παιδί! Οι συνήθειές είναι σαν τα ψέματα· βολικά κι ατέλειωτα της έλεγε. Κι όταν έβαζε τα παπούτσια, μετά τον πόλεμο μόνο τέτοια φορούσε, καλογυαλισμένα και τριζάτα, όπως και τα σανίδια του παρκέ που κάθε λίγο και λιγάκι έτριβε η γιαγιά, ήξερα ότι ούτε εκείνη την Κυριακή θα πηγαίναμε στην πλατεία κι εγώ θα έπαιζα μόνη μου παρέα με τα μουρμουρητά της, ανακατωμένα με τους ατμούς του φαγητού που έβραζε και γέμιζε το σπίτι μυρωδιές και παράπονα.

Τούτη η συνήθεια της Κυριακής κράτησε μέχρι που πια δεν μπορούσε να περπατήσει κι έτσι καθόταν στην βεράντα και σιγομουρμούριζε, ίσα με την προηγούμενη Κυριακή που η γιαγιά τον βρήκε ακίνητο στην πολυθρόνα ν’ ατενίζει έναν άγνωστο ορίζοντα, με το μισό τσιγάρο ανάμεσα στα δάχτυλα. Απ’ την άκρη των μισάνοιχτων χειλιών του γυαλιστερές κρέμονταν δύο σταγόνες, διάφανες και πηχτές. Πάνω τους είχε καθίσει μία μέλισσα.

Πάντα μέλι έσταζε το στόμα του, την άκουσα να   ψιθυρίζει!

 

Αφήστε μια απάντηση

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.