You are currently viewing Μαριέττα Μπιρμπίλη: Τέλος καλοκαιριού

Μαριέττα Μπιρμπίλη: Τέλος καλοκαιριού

Πρώτη φορά μέσα στο καλοκαίρι ένιωθε τέτοια κακοκαιρία έξω. Κακό σημάδι. Πάλι αυτός θα είχε τα νεύρα του. Δεν του άρεσε όταν το υπόγειο ήταν ακατάστατο αλλά, με τα νερά να στάζουν, ήταν αναπόφευκτο. Είχανε βάλει όπως όπως ό,τι βρήκαν για να μαζεύουν τις σταγόνες άλλα πάλι δεν ήταν αρκετό. Η κατάσταση ήταν τραγική. Το μέρος μύριζε χειρότερα από ποτέ και η υγρασία σε συνδυασμό με την αυγουστιάτικη ζέστη προκαλούσαν μια αποπνικτική ατμόσφαιρα. Όλα τα παιδιά ήξεραν ότι, όταν θα ερχόταν αυτός, το γέλιο θα κοβόταν, αλλά, τουλάχιστον, όσος χρόνος τους έμενε, έπρεπε να τον εκμεταλλευτούν.

Ήταν η σειρά του Κοσμά να διαλέξει παιχνίδι αυτή την φορά. Όπως πάντα, επινόησε ένα. Ήτανε, λέει, κατάσκοποι στο διάστημα και έπρεπε να βρουν και να νικήσουν τον αρχηγό των εξωγίηνων. Μόνο που μοναδικό τους όπλο ήταν μια κιμωλία και μαθηματικές πράξεις. Ο Κοσμάς, πέρα από πολύ έξυπνος, είχε και τεράστια φαντασία. Όταν ήταν η σειρά του να διαλέξει παιχνίδι, δεν έμενε ποτέ κανένας παραπονεμένος. Όλοι έπαιζαν και διασκέδαζαν με την ψυχή τους.

Και, πάνω που ήταν έτοιμοι να λύσουν την μαθηματική πράξη, άκουσαν τον μαρτυρικό ήχο της εξωτερικής κλειδαριάς και έτρεξαν να παραταχθούν σε σειρά. Έπειτα η εσωτερική κλειδαριά. Όλοι κρατούσαν την ανάσα τους. Λες και, αν σταματούσαν να αναπνέουν, θα τους άφηνε, επιτέλους, ήσυχους. Από τα βήματά του και μόνο καταλάβαινε η Εύη ότι δεν είχε όρεξη. Ήταν σίγουρη ότι το παραμικρό θα μπορούσε να ενεργοποιήσει τον θυμό του. Ήταν μια από τις πολύ κακές μέρες του, το ήξερε. Το αριστερό της πόδι έτρεμε και η καρδιά της κόντευε να σπάσει, περισσότερο από τις άλλες φορές. Ευτυχώς ήταν, μέχρι στιγμής, η ευνοούμενη.

Όταν επρόκειτο για το κακό,σχεδόν πάντα διάλεγε την Κατερίνα. Ήταν η πιο όμορφη από τις άλλες εκεί μέσα και η πιο άτυχη. Είχε τεράστια μαύρα μάτια που σε μαγνήτιζαν με βλεφαρίδες να τα πλαισίωναν. Τα χείλη της ήταν ζουμερά και καλοσχηματισμένα και η μύτη της μεγάλη και πλατιά σαν νέγρας. Τα μαλλιά της ήταν σοκολατί μπούκλες που δεν χαλούσαν ποτέ, παρόλο που είχαν να πλυθούν μήνες.

Ο Σωκράτης, συνήθως, αναλάμβανε τις δύσκολες δουλειές εκεί μέσα. Κάποιο κουβάλημα ή μερεμέτι. Δεν μιλούσε πολύ. Δεν ήξερε καλά ελληνικά. Μάλλον τον μισούσε αυτός, επειδή ήτανε ξένος, δεν εξηγείται αλλιώς. Με κάθε ευκαιρία τον έβριζε και τον ξυλοφόρτωνε. Είχε πάντα στην τσέπη του ένα εξάρτημα σαν αυτό που κουβαλάνε οι αστυνομικοί- μπορεί κι αυτός να ήτανε αστυνομικός, ποτέ δεν έμαθαν- και με το παραμικρό τον μαστίγωνε στις παλάμες ή, αν δεν βαριόταν να περιμένει να βγάλει το παντελόνι, ανάμεσα στα μπούτια. Όταν τελείωνε με τις ξυλιές έβαζε τα μαλλιά στη θέση τους, το εξάρτημα στην τσέπη και κατέβαζε το πουλί του που ήταν σηκωμένο από ικανοποίηση.

Η Μαρία ήταν η πιο μεγάλη. Την πείραζε κι αυτήν αλλά πολύ σπάνια. Ήταν σαν μαμά όλων. Μαγείρευε και καθάριζε και έλεγε τα βράδια παραμύθια. Όταν συνέβαινε το κακό, αυτή αγκάλιαζε τα υπόλοιπα παιδιά, τους έκλεινε μάτια και αφτιά και μουρμούριζε μια μελωδία για να μην ακούγονται τα αγκωμαχητά και τα παρακάλια της Κατερίνας.

Σήμερα όλοι το ήξεραν ότι η μελωδία δεν θα αρκούσε. Σήμερα έπρεπε να είναι η μέρα που σχεδίαζαν τόσους μήνες. Είχαν καταφέρει να κρατήσουν, χωρίς να το καταλάβει, μία λεπίδα από το κοπίδι, τη μέρα που ο Σωκράτης έφτιαχνε ένα κομμάτι από την οροφή. Την έβαλε κάτω από την γλώσσα του, όπως κάνουν οι φυλακισμένοι κι από τότε την κρατούσαν κρυμμένη σε μια χαραμάδα στο αυτοσχέδιο μπάνιο που τους είχε φτιάξει. Μόλις άκουσαν την έξω κλειδαριά να ανοίγει, η Μαρία έτρεξε κι έβαλε κάτω απ’την γλώσσα της τη λεπίδα λες και ήταν συνεννοημένοι.

Καθώς περίμεναν σε παράταξη, αυτός πέρασε από μπροστά τους και τους κοίταξε όλους βαθειά μέσα στα μάτια. Η Εύη, αν και δεν ήξερε τι είχε κάνει η Μαρία, ένιωθε ότι θα λυποθυμούσε από την αγωνία. Είχε την αίσθηση ότι κάτι πολύ κακό θα της συνέβαινε σήμερα, παρόλο που αυτή ήταν το παιδί που λάμβανε όλα τα χάδια και τα δώρα από αυτόν.

Όταν έφτασε μπροστά στη Μαρία, άνοιξε την παλάμη του και είπε: «Φτύσ’ το».

Όλοι γύρισαν και την κοίταξαν απορημένοι. Αυτός, χωρίς καθόλου υπομονή, ουρλιάζοντας αυτή τη φορά, επανέλαβε: «Φτύσ’ το».

Η Μαρία έβγαλε τη λεπίδα με προσοχή από το στόμα της και την έδωσε σε αυτόν με χέρι τρεμάμενο. Η Κατερίνα, χωρίς να το θέλει, φυσικά, έβγαλε έναν ήχο ανακούφισης. Ήξερε ότι, μετά από αυτό, δεν θα την διάλεγε, παρά θα τιμωρούσε τη Μαρία γι’ αυτό που είχε κάνει, αφήνοντας την ίδια ελεύθερη για σήμερα, τουλάχιστον.

Αυτός ήταν εκτός εαυτού. Άφησε τη λεπίδα στο τραπέζι και άρπαξε τη Μαρία από τα μακριά της μαλλιά και με τα δύο χέρια, λες και δεν έφτανε το ένα. Της κοπάνισε το κεφάλι στον νεροχύτη κι έπειτα την έσπρωξε στον τοίχο. Έβγαζε άναρθρες κραυγές και τα σάλια του είχαν μαζευτεί πηχτά στις άκρες των χειλιών του λες και είχε πάθει λύσσα. Με το ένα χέρι άρπαξε πάλι τη Μαρία από το σβέρκο και με το άλλο έλυσε τη ζώνη του. Ετοιμαζόταν για το κακό, με τους άλλους να κοιτάνε συγκλονισμένοι τη μανία του.

Η Μαρία ήταν πεσμένη στα γόνατα κι αυτός την ανάγκασε να τον πάρει στο στόμα της αλλά κάτι δεν πήγαινε καλά. Για πρώτη φορά τόσους μήνες δεν μπορούσε να αποδόσει. Την έσπρωξε μακριά και ύστερα κοίταξε προς το μέρος της Κατερίνας. Αυτή κούρνιασε σε μια γωνιά και έκλαιγε εκλιπαρώντας, όπως κάθε φορά. Αυτός της έβγαλε το εσώρουχο και προσπάθησε να εισχωρήσει μέσα της αλλά δεν τα κατάφερε.

Τότε επικράτησε το χάος. Δεν υπήρξε αντικείμενο εκεί μέσα που να μην το έσπασε. Το τραπέζι, τις καρέκλες, την κουζίνα, τον νεροχύτη, τα ντουλάπια, τη λεκάνη, το κρεβάτι…όλα. Έπειτα έστρωσε τα μαλλιά του, έβαλε τα κλειδιά στην θέση τους, γιατί είχαν πέσει και κάλεσε την Εύη να κάτσει στα γόνατά του. Είχε έρθει η ώρα της. Ήρεμα κι ωραία.

Αυτή έκατσε στα πόδια του με σιγουριά και με μια απλότητα στις κινήσεις της τον αγκάλιασε, του έκοψε την καρωτίδα με την λεπίδα, τον είδε να πεθαίνει αφήνοντας όλο του το αίμα στο υπόγειο, πήρε τα κλειδιά από την τσέπη του και ελευθερώθηκε. Βγήκε στον έξω κόσμο, έπειτα από μήνες σκλαβιάς. Δεν πήρε μαζί της τους άλλους, τους άφησε εκεί μαζί του, άλλωστε ήταν απλώς δημιούργημα της φαντασίας της. Ήταν η άμυνα του οργανισμού της απέναντι στα μαρτύρια που υπέστη. Αλλά θα τους είχε για πάντα στην καρδιά της και στη μνήμη της. Πολλά κομμάτια του εαυτού της που θα την συντρόφευαν για μια ζωή. Ήταν αυτοί που την είχαν σώσει. Αλλά η πραγματική περιπέτεια ξεκινούσε τώρα, τέλος καλοκαιριού, που έπρεπε να επαναφέρει την ψυχή της.

 

 

 

Βιογραφικό

Ονομάζομαι Μαριέττα Μπιρμπίλη και γεννήθηκα το 1985 στην Θεσσαλονίκη. Σπούδασα στα ΙΙΕΚ αργυροχρυσοχοΪας MOKUME και έπειτα πήρα το πτυχίο από το τμήμα Θεατρικών σπουδών στο πανεπιστήμιο της Πάτρας. Έχω ανεβάσει δύο θεατρικές παραστάσεις και έχω σκηνοθετήσει τρεις ταινίες μικρού μήκους. Έχω δουλέψει στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση στο μάθημα της θεατρικής αγωγής στην Κρήτη. Τώρα μένω στα Χανιά και είμαι παντρεμένη με δύο παιδιά. Στον ελεύθερό μου χρόνο ασχολούμαι με τη συγγραφή σεναρίων και παραμυθιών.

Αφήστε μια απάντηση

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.