You are currently viewing Νεκτάριος Μουρδικούδης: Αλαΐδε Βεντούρα Μεδίνα, «Ραγισμένοι», εκδ. Carnivora, 2024

Νεκτάριος Μουρδικούδης: Αλαΐδε Βεντούρα Μεδίνα, «Ραγισμένοι», εκδ. Carnivora, 2024

«Εμείς, οι ραγισμένοι, αναγνωρίζουμε εύκολα ο ένας τον άλλον, έλκουμε και απωθούμε εξίσου ο ένας τον άλλον. Απαρτίζουμε μια θλιβερή και ηττημένη συντεχνία. Είμαστε το χωριό που χτίστηκε δίπλα στο ηφαίστειο, η πόλη που υψώθηκε σε σαθρό έδαφος. Κάθε μέρα είναι η μέρα του μεγάλου σεισμού» (σ. 91).

Οι ραγισμένοι, στο ομότιτλο βιβλίο της Αλαΐδε Βεντούρα Μεδίνα, που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Carnivora σε μετάφραση της Μαρίας Αθανασιάδου και επιμέλεια των Ασπασίας Καμπύλη και Χριστίνας Φιλήμονος, δεν «ορίζονται» απλώς ως θύματα με την κοινότοπη έννοια, αλλά ως μια άτυπη, άρρητη κοινότητα ανθρώπων, που κουβαλούν το ίδιο είδος ρωγμής: μια ρωγμή υπαρξιακή, που η επούλωσή της φαντάζει ουτοπική. Η εικόνα του χωριού χτισμένου δίπλα στο ηφαίστειο και της πόλης πάνω σε σαθρό έδαφος μεταφέρει με εντυπωσιακή ακρίβεια τη συνθήκη της μόνιμης απειλής. Για τους ραγισμένους, κάθε μέρα είναι «η μέρα του μεγάλου σεισμού», δεν υπάρχει αποκατάσταση της κανονικότητας, μόνο αναμονή της επόμενης κατάρρευσης.

Είναι, άραγε, οι ραγισμένοι μια «συντεχνία» και πώς «φυλακίσθηκαν» εντός της; Πρόκειται περισσότερο για μια έλξη αναπόφευκτη, σχεδόν φυσική μεταξύ τους: όσοι έχουν μάθει να ζουν μέσα στον φόβο αναγνωρίζουν ο ένας στον άλλον το ίδιο εσωτερικό τοπίο. Την ίδια στιγμή, αυτή η έλξη συνοδεύεται από απώθηση. Οι ραγισμένοι καθρεφτίζουν ο ένας στον άλλον το τραύμα τους, και ο καθρέφτης συχνά «πονά». Αν ξετυλίξουμε το νήμα μέχρι την άκρη του, η γενεσιουργός αιτία δεν είναι άλλη από τον πρώτο τόπο κοινωνικοποίησης: την οικογένεια. Εκεί όπου, αντί για ασφάλεια, εγκαθιδρύεται ο φόβος, αντί για γλώσσα, η σιωπή.

Οι «Ραγισμένοι» της Μεδίνα μπορούν να διαβαστούν ως ένα ιδιότυπο Bildungsroman, ένα μυθιστόρημα διάπλασης, κατά το οποίο η ενηλικίωση δεν λειτουργεί ως έξοδος από το τραύμα, αλλά ως διαδικασία κατανόησής του, ως αργή και επώδυνη χαρτογράφηση των συνεπειών του. Η αφήγηση οργανώνεται γύρω από μια κεντρική φωνή, αυτή της αδελφής και γύρω από μια σιωπή που βαραίνει εξίσου, αυτή του αδελφού της, Χουλιάν. Παρότι ο Χουλιάν μιλά ελάχιστα, έως καθόλου, είναι το αόρατο κέντρο βάρους του βιβλίου. Μέσα από αυτόν, και κυρίως μέσα από τις φωτογραφίες που διασώζει, αρχειοθετείται το παρελθόν.

Η τριμερής δομή του βιβλίου αποτυπώνει τις φάσεις της τραυματικής ενηλικίωσης των δύο αδελφών, που ξεκινούν το ταξίδι της ζωής με το βαρύ φορτίο της ενδοοικογενειακής βίας. Η πρώτη ενότητα, με 45 συνεχή κείμενα – θραύσματα μνήμης, επικεντρώνεται στα παιδικά και μαθητικά τους χρόνια, περίοδος η οποία τους επηρέασε βαθύτατα. Η αφήγηση κινείται άλλοτε γραμμικά και άλλοτε με απότομες διακοπές, με αναδρομές και προλήψεις, που μιμούνται τον τρόπο με τον οποίο το τραύμα επανέρχεται: απρόσκλητο, επίμονο, ασυνεχές. Οι παρεμβαλλόμενες σημειώσεις της αφηγήτριας, εν είδει παύσης, όχι μόνο δεν αποδυναμώνουν τον κορμό της αφήγησης, αλλά, αντίθετα, τον ενισχύουν, σαν ψίθυροι που συνοδεύουν την κύρια φωνή. Ακολουθεί η δεύτερη ενότητα, αφιερωμένη στα χρόνια του πανεπιστημίου, όπου η αδελφή επιχειρεί μια «νέα αρχή», μια απομάκρυνση από τον τόπο της βίας. Ωστόσο, η απόσταση αυτή αποδεικνύεται τελικά μόνο γεωγραφική. Η τρίτη ενότητα, με τη συγκατοίκηση των δύο αδελφών, λειτουργεί ως επιστροφή, όχι στο σπίτι, αλλά στο κοινό τραύμα και προοικονομεί σταδιακά το τέλος…

Ξεκινώντας από τις πρώτες σελίδες, η οικογένεια παρουσιάζεται ως το πρωταρχικό πεδίο μάχης: «Ο πρώτος πόλεμος μερικές φορές είναι το σπίτι» (σ. 11). Ο πατέρας ενσαρκώνει μια πατριαρχία ωμή και ανεξέλεγκτη, που εκδηλώνεται με κάθε τρόπο: Δεν δέχεται επισκέψεις στο σπίτι, έχει έντονα νευρικά ξεσπάσματα, προκαλώντας καταστροφές τόσο σε φυσικά αντικείμενα όσο και βιαιοπραγώντας ενάντια στη μητέρα ή και τα αδέλφια, ενώ εκσφενδονίζει επάνω τους αντικείμενα, με συγκλονιστική στιγμή όταν πετάει το ίδιο του παιδί από το παράθυρο. Η βία εναντίον των μικρών παιδιών είναι αδιανόητη, ιδίως προς τον Χουλιάν, που «δεν ήταν αρκετά αντράκι» (σ. 20). Ο Χουλιάν, σε όλο αυτό το περιβάλλον, συρρικνώνει ολοένα και περισσότερο τον εαυτό του, επιλέγοντας ως άμυνα τη σιωπή.

Απέναντι σε αυτήν τη βία, η μητέρα στέκει μέσα σε μια σιωπηλή αποδοχή: «Η μητρική μου γλώσσα είναι η σιωπή» (σ. 19). Η μητέρα προσφέρει, σε άλλες στιγμές, φροντίδα, τρυφερότητα, μια προσπάθεια εξισορρόπησης του σκοταδιού, όμως χωρίς ρήξη. Το ερώτημα αν αυτό αρκεί, παραμένει αναπάντητο –και ίσως δεν μπορεί να απαντηθεί χωρίς να αναγνωριστεί το βάθος του τραύματος.

Ιδιαίτερη σημασία αποκτά το «παιχνίδι των ορισμών» μεταξύ των δύο παιδιών: «Το παιχνίδι των ορισμών ήταν ιδέα του μπαμπά, που πάντα ήθελε να έχει έξυπνα παιδιά. […] Συνεχίσαμε να παίζουμε με το λεξικό ακόμα κι όταν μεγαλώσαμε πια. Αρχίσαμε να επινοούμε δικούς μας ορισμούς» (σ. 18-19). Η επανασημασιοδότηση των λέξεων από τα δύο αδέλφια γίνεται έτσι πράξη αντίστασης. Δημιουργώντας δικούς τους ορισμούς, επιχειρούν να οικοδομήσουν έναν κόσμο όπου η εμπειρία τους θα έχει όνομα. Ενδεικτικά, ακολουθούν μερικοί χαρακτηριστικοί «ορισμοί» τους:

—«Φόβοι: η σιωπή, η γελοιοποίηση, η μοναξιά, να πληγώνεις ένα αγαπημένο πρόσωπο, ο θάνατος, ο μπαμπάς» (σ. 26)

—«Η πλάτη της: ο χάρτης πάνω στον οποίο ο μπαμπάς χάραξε τα ίχνη του» (σ. 31)

—«Ουλή: υπενθύμιση. Μαμά» (σ. 46).

Οι ορισμοί λειτουργούν, συν τοις άλλοις, κι ως μικρά ποιήματα τραύματος, για το πώς η βία εγγράφεται πάνω στο δέρμα, αλλά και στη συνείδησή τους.

Στο παρόν της αφήγησης, οι πληγές αυτές δεν έχουν κλείσει· έχουν μετατραπεί σε συμπεριφορές. Η αφηγήτρια καταγράφει με οδυνηρή ειλικρίνεια τις διαταραχές, τις ενοχές, τις αυτοκαταστροφικές παρορμήσεις της: «Ποιον να κατηγορήσω για αυτήν την κατάσταση διαρκούς άγχους στην οποία ζω; Σε ποιον να αποδώσω την ευθύνη για τις εναλλαγές της διάθεσής μου, για αυτήν την παρόρμηση να σπάσω τα δάχτυλά μου, να φάω τα νύχια μου, να περνάω μέρες ολόκληρες χωρίς να τρώω και μετά να τρώω ψυχαναγκαστικά και να κάνω εμετό το φαγητό, για την αρρωστημένη μου ζήλια και την ικανότητά μου να προδίδω, για αυτό το συναίσθημα ότι δεν είμαι τίποτα στον κόσμο, ότι είμαι μόνη, ότι είμαι νεκρή;» (σ. 113).

Οι φωτογραφίες του Χουλιάν λειτουργούν σε όλο το μυθιστόρημα ως ο βασικός άξονας, γύρω από τον οποίο η Μεδίνα οικοδομεί το αφηγηματικό της σύμπαν. Η ανάσυρση αντικειμένων μέσα από τα συντρίμμια έχει νόημα μόνο αν οι αναμνήσεις είναι πολύτιμες, αλλά οι φωτογραφίες αυτές δεν είναι παρά μικρές προσωπικές «άβυσσοι, ουλές που ποτέ δεν επουλώθηκαν καλά» (σ. 13). Είναι μια προσπάθεια να μπει τάξη στο χάος, να χαρτογραφηθεί ένας προορισμός στον οποίο έφτασαν «χωρίς να ξέρουν από πού» (σ. 185). Ο πατέρας παραμένει πάντοτε «δαίμονας, τραύμα» (σ. 185), όχι ως παρελθόν, αλλά ως παρούσα δύναμη.

Η Μεδίνα αποστρέφεται συνειδητά τη γλώσσα της υπέρβασης και επιμένει σε εκείνο που συνήθως αποσιωπάται: στη μνήμη που δεν εξαγνίζεται, στη σιωπή που βαραίνει, στη ρωγμή ως τον μοναδικό τόπο όπου μπορεί ακόμη να αρθρωθεί αλήθεια. Μέσα από τη μυθοπλασία της φωτίζει τις υπόγειες διαδρομές της βίας. Τα τραύματα εγγράφονται παντού: σε εικόνες και μυρωδιές, σε σιωπές και αντανακλαστικές κινήσεις, σε σκέψεις που επιστρέφουν επίμονα, στο ίδιο το σώμα που θυμάται. Η επιβίωση εδώ δεν εξισώνεται με λύτρωση, αλλά με μια διαρκή, εύθραυστη διαπραγμάτευση με το τραύμα. Ένα βιβλίο σκληρό και απολύτως αναγκαίο για την εποχή μας, που καθιστά ορατή τη σιωπηλή κληρονομιά της κακοποίησης και υπερασπίζεται την επίμονη προσπάθεια να ζήσει κανείς μέσα από τις ρωγμές του, χωρίς να τις απαρνηθεί.

*

 

 

Ο Νεκτάριος Μουρδικούδης είναι φιλόλογος με ΜΑ στη Νεοελληνική Φιλολογία.

 

Αφήστε μια απάντηση

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.