Οἱ φωνὲς τῶν πουλιῶν
(τῆς ποταμίδας τοῦ λιναρίτη
τοῦ κότσυφα καὶ τοῦ νυκτάλωπος
καὶ τοῦ μικροῦ τρυποκάρυδου)
κι οἱ ὀσμὲς καὶ τὰ χρώματα
(τῆς Μαδάρας μὲ τὰ ψήφια,
τοῦ ἀσπάλαθου μὲ τὶς κίτρινες σπίθες,
τοῦ φλόμου μὲ τὸ φαρμάκι,
τοῦ θύμου μὲ τὸ κάλεσμα τῆς μέλισσας
καὶ τῶν λεμονανθῶν σὲ ὧρες Ἐπιτάφιου)
φωνήματα κι ἐπιφωνήματα,
ἴδια ἑόρτιος, χορὸς ἀόρατος,
τελεστικὰ περνοῦν καὶ πορεύονται,
καὶ τὰ θωροῦνε οἱ σαλοὶ κι οἱ νεραϊδοπαρμένοι
νὰ στάζουν ἀπ’ τὸν ἄμβυκα
μυστικῆς Κασταλίας
ἄλαλα ἄφατα ὄνειρα.
