You are currently viewing Όσκαρ Ουάιλντ, Η αηδόνα και το ρόδο. Μετάφραση: Μάνος Κοντολέων

Όσκαρ Ουάιλντ, Η αηδόνα και το ρόδο. Μετάφραση: Μάνος Κοντολέων

Η Αηδόνα και το Ρόδο

 

«Μου είπε πως θα μου χάριζε εκείνη ένα χορό της, αν πρώτα εγώ της είχα χαρίσει κόκκινα τριαντάφυλλα» φώναξε ο νεαρός Φοιτητής, «Αλλά μέσα σε όλον τον κήπο μου δεν υπάρχει μήτε μια τριανταφυλλιά»

Η Αηδόνα, από τη φωλιά της, εκεί κάπου ανάμεσα στα κλαδιά της Βελανιδιάς, άκουγε με θαυμασμό αυτά τα λόγια.

«Μήτε ένα ρόδο σε όλον τον κήπο μου!» φώναξε και πάλι ο Φοιτητής και τα όμορφα μάτια του είχαν πλημμυρήσει με δάκρυα. «Αχ, από τι ασήμαντα πράγματα καμιά φορά εξαρτάται η ευτυχία κάποιου! Έχω διαβάσει όλα όσα έχουν γράψει οι σοφοί του κόσμου, κάθε μυστικό της φιλοσοφίας το έχω ξεκλειδώσει κι όμως η ζωή μου μαραίνεται γιατί δεν έχω ένα απλό, κόκκινο ρόδο!»

«Επιτέλους να και ένας αληθινά ερωτευμένος άνδρας!» είπε η Αηδόνα. «Μπορεί μέχρι σήμερα να μην τον είχα γνωρίσει, αλλά όλα τα τραγούδια μου σε αυτόν ήταν αφιερωμένα. Νύχτες αμέτρητες μιλούσα γι αυτόν στα αστέρια και να που τώρα, επιτέλους, τον αντικρύζω. Τα μαλλιά του έχουν το σκούρο χρώμα του υάκινθου και τα χείλη του το κόκκινο ενός ρόδου σαν αυτό που ποθεί να βρει. Μα το πρόσωπό του έχει τις αποχρώσεις του ελεφαντόδοντου -τόσο χλωμό είναι! Και η λύπη έχει χαράξει ρυτίδα στο μέτωπό του»

«Αύριο το βράδυ ο ο Πρίγκιπας δίνει ένα χορό» μουρμούριζε ο νεαρός Φοιτητής, «Και η κυρά των ονείρων μου είναι καλεσμένη. Αν μπορέσω να της χαρίσω ένα κόκκινο ρόδο, θα χορεύει μαζί μου ως την αυγή. Με το κόκκινο ρόδο που θα της προσφέρω, θα την έχω μέσα στην αγκαλιά μου, το κεφάλι της θα γένει πάνω στον ώμο του και το χεράκι της θα έχει φωλιάσει μέσα στο δικό μου. Αλλά κόκκινο ρόδο δεν υπάρχει στον κήπο μου κι έτσι εγώ θα μείνω μόνος, εκείνη δε θα μου δίνει σημασία κι εγώ… Αχ, η καρδιά μου δεν θα αντέξει και θα ραγίσει!»

«Μα στ΄ αλήθεια αυτό ο άνδρας ξέρει να αγαπά!» είπε η Αηδόνα, «Υποφέρει για κάτι που εγώ υμνώ κι ότι για μένα είναι χαρά γι’  αυτόν είναι πόνος. Η αγάπη είναι κάτι το μοναδικά εξαίσιο. Πιο πολύτιμη από σμαράγδι, πιο ακριβή από καθαρό οπάλιο. Δεν μπορείς κανείς να την αγοράσει στο παζάρι όσα μαργαριτάρια και κοσμήματα κι αν προσφέρει. Κανείς έμπορος δεν την έχει κι αν θελήσεις να τη ζυγίσεις θα τη βρεις πιο βαριά και από χρυσάφι.»

«Οι μουσικοί της ορχήστρας θα κάθονται στην εξέδρα τους» συνέχισε ο νεαρός Φοιτητής, «και η αγαπημένη μου θα χορεύει στη μελωδία που θα παίζουν η άρπα και το βιολί. Και θα είναι τόσο ανάλαφρος ο χορός της που τα ποδιά της δεν θα αγγίζουν τα μάρμαρα του πατώματος, ενώ τριγύρω της θα βρίσκονται οι αυλικοί ντυμένοι με τις πλούσιες και φανταχτερές στολές τους. Με όλους τους θα χορεύει. Μα όχι και με μένα γιατί δεν θα έχω ένα κόκκινο ρόδο να της προσφέρω»

Αυτά είπε και ρίχτηκε πάνω στο γρασίδι και έκρυψε μέσα στα χέρια του το κεφάλι του και ξέσπασε σε λυγμούς.

«Μα για ποιο λόγο θρηνεί;» ρώτησε μια μικρή πράσινη Σαύρα που περνούσε δίπλα του με την ουρά της να πηγαινοέρχεται όλο νάζι.

«Για ποιον αλήθεια λόγο;» αναρωτήθηκε και μια Πεταλούδα που φτερούγιζε γύρω από μια ηλιαχτίδα.

«Μα τι τάχα να του συμβαίνει;» ψιθύρισε μια Μαργαρίτα στα διπλανά της λουλούδια.

«Κλαίει για ένα κόκκινο ρόδο» εξήγησε η Αηδόνα.

«Για ένα κόκκινο ρόδο!» με μια φωνή όλοι ξαφνιάστηκαν, «Μα είναι γελοίο!» είπαν και η μικρή σαύρα, με την γνωστή της αναίδεια, γέλασε κιόλας.

Μόνο η Αηδόνα είχε καταλάβει το μυστικό που βάραινε την καρδιά  του Φοιτητή και εκεί πάνω στα κλαριά της βελανιδιάς σιωπηλή αναλογιζότανε το μέγα μυστήριο της αγάπης.

Κι έπειτα, ξάφνου ξεδίπλωσε τα καστανόχρωμα φτερά της και πέταξε ψηλό στον αιθέρα.  Διέσχισε ίδια σκιά το άλσος και πάλι ως σκιά γλίστρησε πέρα από τον κήπο.

Κι έφτασε σε ένα καταπράσινο περιβόλι, όπου στη μέση του ακριβώς φύτρωνε μια όμορφη Τριανταφυλλιά. Μόλις την είδε, πήγε και στάθηκε πάνω σε ένα κλαρί της.

«Δώσε μου ένα κόκκινο ρόδο» της ζήτησε, «Κι εγώ θα τραγουδήσω μόνο για χάρη σου το πιο όμορφο τραγούδι μου»

Μα η Τριανταφυλλιά κούνησε το κεφάλι της

«Τα δικά μου τριαντάφυλλα είναι όλα κίτρινα» απάντησε, «Κίτρινα σαν τις πλεξούδες  της γοργόνας που κάθεται σε θρόνο φτιαγμένο από κεχριμπάρι, πιο κίτρινα και από τους ασφόδελους που ανθίζουν στο λιβάδι προτού φτάσει εκεί ο θεριστής με το δρεπάνι του. Μα μπορείς να πας στην αδελφή μου, αυτή που ζει κάτω από το παραθύρι του Φοιτητή. Ίσως αυτή να μπορέσει να σε βοηθήσει»

Κι έτσι η Αηδόνα πέταξε προς την Τριανταφυλλιά που φύτρωνε κάτω από το παράθυρο του Φοιτητή.

«Δώσε μου ένα κόκκινο ρόδο» της φώναξε, «Κι εγώ θα σου τραγουδήσω το πιο όμορφο τραγούδι μου»

Μα εκείνη κούνησε το κεφάλι της.

«Τα τριαντάφυλλα που βγάζω είναι κόκκινα» απάντησε, «Κόκκινα σαν τα πόδια του κύκνου, πιο κόκκινα και από τις μεγάλες βεντάλιες τις φτιαγμένες από κοράλλια, εκεί πέρα στις θαλασσινές σπηλιές. Μα ο χειμώνας πάγωσε το υγρό μέσα στις φλέβες μου, η παγωνιά έκαψε τα μπουμπούκια μου, η καταιγίδα έσπασε τα κλαριά μου κι έτσι εφέτος δε θα βγάλω μήτε ένα ρόδο»

«Α!» φώναξε η Αηδόνα, «Το μόνο που θέλω είναι ένα κόκκινο ρόδο…. Και δεν υπάρχει τρόπος να το αποκτήσω;»

«Υπάρχει τρόπος» απάντησε η Τριανταφυλλιά, «Μα είναι τόσο τρομερός που δεν τολμώ μήτε να στον ξεστομίσω»

«Όχι, πες τον μου!» είπε η Αηδόνα. «Δεν φοβάμαι να τον ακούσω»

«Λοιπόν, ας θες ένα κόκκινο ρόδο πρέπει σε νύχτα πανσελήνου να το δημιουργήσεις εσύ η ίδια  με  τη μουσική και μετά να το βάψεις κόκκινο με το ίδιο το αίμα της καρδιάς σου. Κι αυτό για να συμβεί πρέπει όσο κελαηδάς να ακουμπάς το στήθος σου πάνω σε ένα αγκάθι μου. Κι όλη τη νύχτα πρέπει να μου τραγουδάς ώσπου το αγκάθι να φτάσει βαθιά και να τρυπήσει την καρδιά σου. Το αίμα σου πρέπει να τρέξει μέσα στις δικές μου φλέβες, πρέπει να γίνει ο δικός μου χυμός»

«Είναι πολύ ακριβή μια τέτοια τιμή! Ένας θάνατος, για να φτιαχτεί ένα κόκκινο ρόδο» φώναξε η Αηδόνα «Και η ζωή για όλους είναι πολύτιμη. Κι είναι όμορφα να κάθεσαι μέσα στο πράσινο δάσος κι άλλοτε να βλέπεις το χρυσό άρμα του Ήλιου κι άλλοτε το μαργαριταρένιο της Σελήνης. Είναι γλυκιά η ευωδιά των θάμνων, γλυκιά και η εικόνα με τις καμπανούλες  που ξεπροβάλουν μέσα στα χορτάρια, γλυκά και να βλέπεις τα ρείκια να ανθίζουν στους λόφους. Αλλά πάλι, η αγάπη είναι πιο πολύτιμη και από την ίδια τη ζωή και στο τέλος, τέλος τι αξία έχει η καρδιά  ενός πουλιού  μπροστά στην καρδιά ενός ανθρώπου;»

Αυτά είπε η Αηδόνα κι άπλωσε τα καστανόχρωμα φτερά τξς και πέταξε και πάλι προς τον ουρανό, διέσχισε τον κήπο και σαν σκιά γλίστρησε μέσα στο άλσος.

Ο Φοιτητής ήταν ακόμα εκεί, έτσι όπως τον είχε αφήσει. Τα δάκρυα δεν είχαν ακόμα στεγνώσει στα όμορφα μάτια του.

«Μην κλαις!» του φώναξε η Αηδόνα, «Θα έχεις το κόκκινο ρόδο σου. Θα το φτιάξω εγώ με το τραγούδι μου μέσα στη σεληνόφωτη νύχτα και θα το χρωματίσω με το αίμα της καρδιάς μου. Το μόνο που σου ζητώ για αντάλλαγμα είναι το να αγαπάς αληθινά και για πάντα. Γιατί η Αγάπη είναι πιο σοφή ακόμα και από την πιο σπουδαία Φιλοσοφία και πολύ πιο δυνατή ακόμα και από την πιο μεγάλη Εξουσία. Τα φτερά της Αγάπης τα έχουν βάψει οι φλόγες κι όλο της το κορμί από φλόγες πυρπολείται. Τα χείλη της αγάπης έχουν τη γλύκα του μελιού και η ανάσα της την οσμή του λιβανιού»

Ο Φοιτητής ανασήκωσε το κεφάλι κι άκουσε… Μα τι του έλεγε η Αηδόνα δεν μπορούσε να το καταλάβει. Αυτός είχε μάθει να κατανοεί μόνο τα λόγια που υπήρχαν μέσα στα βιβλία γραμμένα.

Μα η Βελανιδιά όλα τα κατάλαβε και πολύ, πάρα πολύ λυπήθηκε. Γιατί είχε αδυναμία στην Αηδόνα που είχε επιλέξει τα δικά της κλαδιά για να στήσει τη φωλιά της.

«Έλα, τραγούδησέ μου για τελευταία φορά» παρακάλεσε, «Όταν φύγεις θα είναι μόνη μου πια»΄

Και η Αηδόνα της έκανε το χατίρι. Τραγούδησε. Και τραγούδι της ακούστηκε ίδια με γάργαρο νερό που χύνεται από ασημένιο λαγήνι.

Όταν τελείωσε, ο Φοιτητής σηκώθηκε και έβγαλε από τις τσέπες του ένα σημειωματάριο κι ένα μικρό μολύβι.

«Ομολογώ πως αυτό το τραγούδι έχει φτιαχτεί με τεχνική» μονολόγησε καθώς απομακρυνότανε από το άλσος, «Αυτό δεν μπορεί κανείς να  το αρνηθεί. Μα το ερώτημα είναι -έχει και συναισθήματα; Λοιπόν, φοβάμαι πως όχι. Όπως, άλλωστε, και οι περισσότεροι καλλιτέχνες. Ύφος περίτεχνο, αλλά καθόλου πηγαίο. Κανείς τους  δε θα σκεφτότανε να θυσιαστεί για κάποιον άλλον. Μόνο η μουσική τους ενδιαφέρει κι όλοι ξέρουμε πια πόσο εγωιστική είναι η Τέχνη. Από την άλλη δεν μπορεί κανείς να μην της αναγνωρίσει πως διαθέτει κάποιους όμορφους τόνους στη φωνή της. Μα τι κρίμα που δεν έχουν κανένα νόημα και πουθενά δεν ωφελούνε»

Επέστρεψε στο δωμάτιο του, ξάπλωσε στο ξύλινο κρεβάτι του με το αχυρένιο στρώμα κι άρχισε να σκέφτεται το αντικείμενο του πόθου του… Μέχρις ότου -δεν άργησε δα και πολύ!- τον πήρε ο ύπνος.

Μα η  Αηδόνα, μόλις το φεγγαρόφωτο απλώθηκε σε όλον τον ουρανό, πέταξε στην Τριανταφυλλιά κι ακούμπησε το στήθος της πάνω σε ένα αγκάθι. Όλη τη νύχτα τραγούδαγε και το ψυχρό σαν κρύσταλλο φεγγάρι άκουγε το τραγούδι κι είχε σκύψει και παρακολουθούσε το αγκάθι ολοένα και πιο βαθιά να χώνεται μέσα στο στήθος του πουλιού.

Όλη τη νύχτα ακουγότανε το τραγούδι. Όλη τη νύχτα το αγκάθι μπηγότανε στο στήθος της Αηδόνας και ρούφαγε το αίμα της.

Το τραγούδι πρώτα ύμνησε την αγάπη που γεννιέται στις καρδιές ενός αγοριού και μιας κοπελιάς -και στο πιο ψηλό κλαδί της Τριανταφυλλιάς ξεπετάχτηκε ένα πανέμορφο μπουμπούκι με πέταλα που μεγαλώνανε στο ρυθμό του τραγουδιού. Το χρώμα του νέου λουλουδιού ήταν ακόμα ωχρό όπως η ομίχλη που πλανιέται πάνω από τα νερά του ποταμού, ωχρό ίδια με τα χνάρια του πρωινού και μετά ασημί ίδιο με τις φτερούγες της χαραυγής. Κάτι σαν το είδωλο μικρού τριαντάφυλλου σε ασημένιο καθρέφτισμα, σαν αντανάκλαση  μπουμπουκιού  πάνω στα νερά μιας στέρνας -ναι, κάπως έτσι έμοιαζε το νέο ρόδο που είχε ξεπροβάλει πάνω στο πιο ψηλό κλαδί της Τριανταφυλλιάς.

Όμως το φυτό ικέτευε την Αηδόνα να ενωθεί περισσότερο με το αγκάθι.

«Πιο βαθιά άστο να μπει μέσα σου, μικρή μου Αηδόνα!» ζήταγε η Τριανταφυλλιά, «Διαφορετικά  θα ξημερώσει και το ρόδο δεν θα έχει σχηματιστεί»

Κι έτσι η Αηδόνα πίεζε το στήθος της πιο πολύ πάνω στο αγκάθι και το τραγούδι της γινότανε ακόμα πιο παθιασμένο. Τώρα υμνούσε  το πάθος που ενώνει τις ψυχές ένας νέου και μιας κοπελιάς.

Ένα απαλό ρόδινο χρώμα πήραν τα πέταλα του λουλουδιού, ίδιο με το ελαφρύ κοκκίνισμα στα μάγουλα του γαμπρού όταν φιλά τα χείλη της καλής του.

Όμως το αγκάθι ακόμα δεν είχε φτάσει την καρδιά της Αηδόνας. Δεν την είχε τρυπήσει κι έτσι το λουλούδι έμενε  ακόμα λευκό, γιατί μόνο το αίμα της καρδιάς μιας Αηδόνας θα μπορούσε να βάψει κόκκινα τα πέταλά του.

Κι έτσι η Τριανταφυλλιά συνέχιζε να ζητά –«Πιο βαθιά άστο να μπει μέσα σου, μικρή μου Αηδόνα! Διαφορετικά το ρόδο που ζητάς δεν θα ολοκληρωθεί ποτέ!»

Και η Αηδόνα πίεζε ακόμα πιο πολύ το στήθος της πάνω στο αγκάθι… Πίεζε, μέχρις ότου ένας δυνατός πόνος διαπέρασε το κορμάκι της. Το αγκάθι είχε τρυπήσει την καρδιά της. Κι όσο ο πόνος δυνάμωνε, τόσο και το τραγούδι γινότανε πιο παθιασμένο -ένα τραγούδι που υμνούσε την αγάπη που τολμά να θυσιαστεί, την αγάπη που αμφισβητεί τη λησμονιά του τάφου.

Και τότε πια το νέο, το υπέροχο και ολόφρεσκο ρόδο πήρε ένα βαθύ κόκκινο χρώμα, ίδιο με τις αποχρώσεις του ουρανού την ώρα της ανατολής. Κόκκινα πέταλα στεφάνωναν την κατακόκκινη, σαν ρουμπίνι, καρδιά του.

Αλλά η φωνή της Αηδόνας ολοένα και περισσότερο έσβηνε, τα μικρά φτερά της τρεμουλιάζανε και ένα σκοτεινό πέπλο σκέπασε τα μάτια της.

Αδύναμο, ολοένα και περισσότερο έσβηνε το τραγούδι της κι ένας κόμπος στο λαιμό της έπνιγε την ανάσα.

Μα μπόρεσε για μια ακόμα φορά να τραγουδήσει. Και το χλωμό Φεγγάρι ακούγοντας, απολησμονήθηκε και έμενε ακόμα στον ουρανό.

Το Ρόδο άκουγε κι αυτό το τραγούδι και τρεμουλιάζοντας άφησε τα πέταλά του να ανοίξουν ολότελα και το ψυχρό πρωινό αεράκι τα χάιδεψε.

Η Ηχώ πήρε με τη σειρά της το τραγούδι και το ταξίδεψε  μέχρι τους λόφους, εκεί όπου οι βοσκοί κοιμόντουσαν, μα που τώρα  ξυπνήσανε και ξεχάσανε τα όνειρα που είχαν δει.

Στη συνέχεια ήταν το ποτάμι που πήρε μαζί του το τραγούδι και το μετέφερε στις καλαμιές, μετά το ταξίδεψε έως τη θάλασσα.

«Κοίταξε! Κοίταξε!» φώναξε η Τριανταφυλλιά, «Το Ρόδο είναι πανέμορφο! Καμάρωσέ το!»

Μα η Αηδόνα δεν απάντησε. Πεσμένη πάνω στο γρασίδι, νεκρή με το αγκάθι χωμένο βαθιά μέσα στην καρδιά της.

Το μεσημέρι ο Φοιτητής άνοιξε το παράθυρό του και κοίταξε έξω.

«Απίστευτο! Τι βλέπουν τα μάτια μου!» φώναξε, «Ένα κατακόκκινο τριαντάφυλλο! Και τόσο όμορφο! Μοναδικό! Δεν μου έχει τύχει άλλο παρόμοιο να έχω συναντήσει! Είναι τόσο τέλειο που σίγουρα  θα έχει και κάποια επίσημη λατινική ονομασία!» είπε και δίχως να διστάσει, άπλωσε το χέρι του και το έκοψε.

Κι αμέσως φόρεσε το καπέλο του κι έτρεξε  στο σπίτι του καθηγητή, κρατώντας στο χέρι του το ρόδο.

Βρήκε την κόρη του καθηγητή στην βεράντα του σπιτιού της. Στα πόδια της ήταν κουλουριασμένο το σκυλάκι της, ενώ η ίδια τύλιγε μεταξωτή κλωστή στην ανέμη της.

«Είχες πει πως αν εγώ σου έφερνα ένα κόκκινο τριαντάφυλλο, εσύ θα μου χάριζες ένα χορό» της φώναξε ο Φοιτητής, «Να ‘το, λοιπόν! Το πιο κόκκινο τριαντάφυλλο του κόσμου όλου! Θα το καρφιτσώσεις απόψε δίπλα στην καρδιά σου κι όπως θα σε κρατώ στην αγκαλιά μου και θα χορεύουμε, εκείνο θα σου μιλά για την αγάπη μου»

Αλλά η κοπελιά κατσούφιασε.

«Μάλλον το χρώμα του δεν θα ταιριάζει με αυτό του φορέματός μου» αποκρίθηκε, ΚΙ άλλωστε ο ανιψιός του Αρχιθαλαμηπόλου  μου έστειλε κάτι αληθινά κοσμήματα κι όπως όλοι πολύ καλά γνωρίζουν ένα κόσμημα κοστίζει πολύ περισσότερο από ένα λουλούδι»

«Μα τον θεό και αυτό που λέω του εννοώ -είσαι αχάριστη!» αγανάκτησε ο Φοιτητής. Και πέταξε το ρόδο κάτω, στο λασπωμένο χώμα και σε λιγάκι πέρασε από εκεί ένα κάρο και το πάτησε.

«Αχάριστη εγώ;» θύμωσε η κοπέλα, «Πρέπει να σου πως δεν έχεις καθόλου καλούς τρόπους… Κι έπειτα ποιος νομίζεις ότι είσαι; Ένας φοιτητάκος και τίποτε παραπάνω. Μήτε ποτέ μου πίστεψα πως θα μπορούσες να έχεις ασημένιες αγκράφες στα παπούτσια σου, όπως αυτές που έχει ο ανιψιός του Αρχιθαλαμηπόλου» είπε και σηκώθηκε και μπήκε μέσα στο σπίτι της.

«Α, τι ανοησία είναι αυτό που το λένε αγάπη!» συλλογιζότανε ο Φοιτητής καθώς έφευγε. Καμιά χρησιμότητα δεν έχει, δεν μπορεί τίποτε να αποδείξει, υπόσχεται κάποια πράγματα που δεν μπορεί να συμβούνε και καταφέρνει να πείθει για κάποια άλλα πως μπορεί να τα κατορθώσει. Στην πραγματικότητα είναι κάτι το παράλογο και  καθόλου χρήσιμο. Μα στην εποχή μας το να είσαι πρακτικός είναι που μετράει. Λοιπόν, το πιο φρόνιμο που έχω να κάνω είναι να επιστρέψω στις μελέτες μου… Φιλοσοφία αλλά και Μεταφυσική… Αυτές είναι για μένα!» κατέληξε.

Και επέστρεψε στο δωμάτιό του, πήρε ένα χοντρό, σκονισμένο τόμο κι άρχισε να διαβάζει…

 

 

 

(Προδημοσίευση από τη συλλογή παραμυθιών του Όσκαρ Ουάιλντ σε μτφρ. Μάνου Κοντολέων που θα κυκλοφορήσει από τις εκδόσεις  Στιγμός)

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Αφήστε μια απάντηση

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.