You are currently viewing Παναγιώτης Σκορδάς: Μια συνομιλία με τον Στέφανο Γιονά για το βιβλίο του «Γιάννης Σκαρίμπας» από το Ίδρυμα Τάκης Σινόπουλος

Παναγιώτης Σκορδάς: Μια συνομιλία με τον Στέφανο Γιονά για το βιβλίο του «Γιάννης Σκαρίμπας» από το Ίδρυμα Τάκης Σινόπουλος

Στέφανος Γιονάς: Οι αρετές του Σκαρίμπα κρύβονται στην αμηχανία ή την απορριπτική στάση των κριτικών του

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ στον Παναγιώτη Σκορδά

Σκέφτηκα ότι είναι μια καλή ευκαιρία να δημοσιοποιηθούν μερικά αποσπάσματα από  συζητήσεις που κατά καιρούς κάνουμε στη Μυτιλήνη με τον Στέφανο Γιονά,  φιλολογικό ψευδώνυμο του Συμεών Σταμπουλού, (ζει μόνιμα στον κάμπο της Ερεσού),  συζητήσεις ουσιαστικές και μεστές, μιας και ο Συμεών, διακρίνεται για την ευγένειά του,  την καθηλωτική φιλολογική του αρματωσιά, τον τρόπο που ξεδιπλώνει τις σκέψεις του και υποστηρίζει τις απόψεις του.

Ο Συμεών Γρ. Σταμπουλού  ακολούθησε κλασικές σπουδές και εκπόνησε διδακτορική διατριβή με τίτλο «Πηγές της πεζογραφίας του Γιάννη Σκαρίμπα στον τομέα της συγκριτολογίας». Παρακολούθησε μαθήματα συγκριτικής φιλολογίας στο πανεπιστήμιο του Tübingen στη Γερμανία (1997-2001).  Δίδαξε την ελληνική γλώσσα και συγκριτική λογοτεχνία στα πανεπιστήμια του Ελσίνκι και της Λειψίας (2002-2011). Δημοσίευσε λογοτεχνικά δοκίμια και μεταφράσεις  σε πολλά περιοδικά και έχει εκδώσει βιβλία με μελέτες και μεταφράσεις. Τον Νοέμβριο του 2013 τιμήθηκε με το Βραβείο Μεταφρασμένης Ποίησης “Άρης Αλεξάνδρου”, που απονέμεται με χορηγία της Γενικής Διεύθυνσης Μετάφρασης της Ε.Ε., για τη μετάφραση του βιβλίου του Ράινερ Μαρία Ρίλκε, “Ελεγείες από το Ντουίνο” και με το Κρατικό Βραβείο λογοτεχνικής μετάφρασης έργου ξένης λογοτεχνίας στην ελληνική γλώσσα.

 

  • Κύριε Γιονά, φίλε Συμεών,  πώς προέκυψε η ιδέα να ετοιμάσετε το παρόν βιβλίο με τα ανθολογημένα ποιήματα του Γιάννη Σκαρίμπα και την ιδιαίτερα κατατοπιστική εισαγωγή;

 

Η ιδέα και πρόταση για την έκδοση είναι του προέδρου του «Ιδρύματος Τάκης Σινόπουλος» Ξάνθου Μαϊντά, φυσικά και των μελών του Δ.Σ., που την ασπάστηκαν. Υπολογίστε ότι τα τελευταία χρόνια δεν κυκλοφορεί στην αγορά ποίηση του Σκαρίμπα. Η τελευταία επιμελημένη έκδοση των Απάντων στίχων του από τη Νεφέλη με τη φροντίδα της Κατερίνας Κωστίου -κυκλοφόρησε το 2010 και ανατυπώθηκε το 2017- είναι εξαντλημένη. Θα αναρωτηθείτε, έχει τόση μεγάλη ζήτηση ο Σκαρίμπας, και μάλιστα η ποίησή του; Μπορεί, αλλά υπήρχε και ένα δέλεαρ: το ένθετο δισκάκι ή ψηφιακός δίσκος με μελοποιημένα ποιήματά του από τον Διονύση Τσακνή. Χρειάστηκε, βέβαια, η άδεια των κληρονόμων, των άξιων τέκνων, Βασίλη και Γιώργου, της Τασίας Σελέκου, θετής κόρης του Σκαρίμπα, που μας παραχώρησαν ασμένως τα δικαιώματα. Τους ευχαριστούμε θερμά και από εδώ.

Όσο για την Εισαγωγή που είναι ασυνήθιστα εκτεταμένη –σας ευχαριστώ για τον θετικό χαρακτηρισμό-, θεωρώ ότι η ποίηση του Σκαρίμπα, κοντά έναν αιώνα μετά την πρώτη του εμφάνιση στα γράμματα, πολυδαίδαλη, μετέωρη ανάμεσα στην παράδοση και τον μοντερνισμό, ήταν καιρός να αξιολογηθεί ριζικά, και μάλιστα απέναντι στη Γενιά του Τριάντα που έδωσε σπουδαίους ποιητές και δύο Νομπέλ και με την οποία ο Σκαρίμπας δεν τα είχε, φαινομενικά τουλάχιστον, ποτέ καλά. Από τη μια ο Σεφέρης, ο Ελύτης, ο Εμπειρίκος, ο Εγγονόπουλος, από την άλλη οι στιβαρές, πρώτη και δεύτερη, μεταπολεμικές γενιές με πολιτικές, κοινωνικές ανησυχίες. Ο Σκαρίμπας πέρασε μέσα από τις γραμμές τους, όπως περνά κανείς τις Συμπληγάδες, και συνέχισε μόνος. Είναι μέγα το ζήτημα αυτό.

 

Όταν συνάντησα τον Σκαρίμπα στη Χαλίδα…

 

  • Η δική σας συστηματική φιλολογική ενασχόληση με το έργο του Γιάννη Σκαρίμπα χρονικά πότε τοποθετείται και με ποια αφορμή έγινε;

 

Πρωτοδιάβασα τον Σκαρίμπα, όπως οι περισσότεροι της γενιάς μου, στα φοιτητικά μου χρόνια, μέσα στη Χούντα, αρχές της δεκαετίας του ᾿70. Μας συνεπήρε όλους το πολύκροτο ᾿21 κι η αλήθεια που έφτασε τους πέντε τόμους, η ασιδέρωτη ιστορία απέναντι στους φαιδρούς εορτασμούς των Απριλιανών στα 150χρονα της ελληνικής Επανάστασης. Τότε που σε μια μέρα, ας πούμε στις 25 Μαρτίου 1971, ο Σκαρίμπας έγινε ιστορικός και ο Σεφέρης έγραψε το κύκνειο άσμα του «Επί ασπαλάθων». Εγώ τι έκανα; Πήρα το τραινάκι «Αθήνα-Χαλκίδα» και τον επισκέφτηκα – αληθινό θράσος. Είχα διαβάσει ένα άρθρο της δημοσιογράφου Νίκης Μαραγκού, έχει συχωρεθεί χρόνια τώρα, στην εφημερίδα «Τα Νέα», για τον «μπάρμπα-Γιάννη» που έπαιζε Καραγκιόζη στα παιδιά. Πήγα κι εγώ να δω Καραγκιόζη. Είδα ένα βραχύσωμο γεροντάκι σε ένα στενό καμαράκι. Έλαμπε το μέτωπό του. Δεν θα το ξεχάσω. Ήταν το μέτωπο της ιδιοφυΐας.

Μου χάρισε τον Μαριάμπα του που τον διάβασα στο τραίνο της επιστροφής. Λίγα πράγματα κατάλαβα, αρκετά όμως για να χαθώ στη μαγγανεία του. Συστηματικά κατέγινα με το έργο του από το 1991, όταν κέρδισα υποτροφία του Ι.Κ.Υ και άρχισα να μελετώ αρχεία και να δουλεύω απερίσπαστος σε βιβλιοθήκες. Λίγο αργότερα, έφυγα στο εξωτερικό, σπούδασα συγκριτολογία στο Τύμπινγκεν της Γερμανίας, εφόδιο απαραίτητο στην αναζήτηση των Πηγών της Πεζογραφίας του. Ήταν το θέμα της διατριβής μου. Με αυτήν πήγα στο Α’ Συνέδριο για τον Σκαρίμπα που έγινε το 2005 στη Χαλκίδα. Πρώτο και τελευταίο μέχρι σήμερα.

 

  • Τι είναι αυτό που σας αρέσει, σας ελκύει, σας συγκινεί στο έργο του Σκαρίμπα;

 

Τώρα να σας πω τι είναι αυτό που με τραβά και με συγκινεί στο έργο του, είναι μάλλον αδύνατον να διατυπωθεί. Σκέφτομαι μια λέξη με την οποία ο Μυριβήλης χαρακτήρισε τον Καραγκιόζη: «σορολόπ». Σορολόπ στη διάνοια και στη γραφή. Με άλλα λόγια, δημιουργικό χάος. Πλήρης αταξία που καταλήγει στην απόλυτη τάξη. Καμία παραχώρηση στις ευκολίες του αναγνώστη. Ο Έλιοτ είπε, όταν αρχίζω μια πρόταση, δεν ξέρω πώς θα την ολοκληρώσω. Ο Σκαρίμπας ξεκινά με μια λέξη δυναμίτη και βάζει φωτιά στα θεμέλια τους αστικού μυθιστορήματος. Ανατρέπει όχι μόνο αξίες, αλλά και γραμματικούς και συντακτικούς κανόνες. Ο Άγγλος καθηγητής Ντέιβιντ Ρηκς τον τοποθέτησε στο ίδιο ύψος με τον Μπέκετ. Ο Μπέκετ δεν δουλεύει με σενάρια, αλλά με λέξεις. Τέτοια έργα απαιτούν γυμνασμένους αναγνώστες, αθλητές. Δεν ξέρω αν είμαι ο σωστός αναγνώστης τους. Πάντως προπονούμαι.

Ποιήματα από όλα τα προσφιλή του μοτίβα

 

  • Πόσα ποιήματα ανθολογήσατε και με ποια κριτήρια;

 

Ο Σκαρίμπας έγραψε, σε διάστημα μισού αιώνα, από το 1930 ως το τέλος της ζωής του, γύρω στα 150 ποιήματα. Τα μισά σχεδόν τα απέρριψε. Εκτός από τον Καβάφη κανένας άλλος δεν είχε την τόλμη να πετάξει το μισό του έργο. Ο «κανόνας» του περιέχει μόλις 84 ποιήματα, μοιρασμένα σε τρεις κύκλους, του 1936, του 1950 και του 1968. Από αυτά επέλεξα γύρω στα σαράντα, ανάμεσά τους και ορισμένα αποκηρυγμένα. Τα κριτήρια της επιλογής δεν είναι αισθητικά, δεδομένου ότι όλα τα ποιήματα του «κανόνα» είναι από την τεχνική πλευρά άρτια, εννοώ το μέτρο, τη στιχουργική αρμονία, την αβίαστη ρίμα, τον γλωσσικό πλούτο. Είπαμε, ένας μοντέρνος της παράδοσης, που τον ζήλεψε ο Σεφέρης, τον θαύμασε ο Ρίτσος. Μπορώ να πω ότι η ανθολόγηση έγινε με κλειστά μάτια, αλλά αυτή είναι η μισή αλήθεια. Στην ποίησή του υπάρχουν σταθερά μοτίβα που τα συναντούμε στους νεορομαντικούς και νεοσυμβολιστές του μεσοπολέμου: της φυγής και περιπλάνησης, με πλοίο ή τραίνο, του απεγνωσμένου έρωτα, της κέρινης κούκλας, του πιερότου… Συνεπώς, φρόντισα να υπάρχουν ποιήματα από όλα τα προσφιλή του μοτίβα. Πρέπει πάντως να πω ότι τα θέματα του Σκαρίμπα είναι η γλώσσα του. Η ποίηση γράφεται με λέξεις και όχι με ιδέες, όπως είπε ο Βαλερύ.

 

  • Εκτός από τα ποιήματα τι άλλο θα βρει ο αναγνώστης στην παρούσα έκδοση;

 

Πέρα από την Εισαγωγή και το ανθολογημένο ποιητικό corpus υπάρχει ένα ευρύ ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ, εκατό περίπου σελίδων, με παραθέματα από την πεζογραφία του Σκαρίμπα, που διαβάζονται καθαρά ως πεζοποιήματα, απόδειξη ότι το έργο του είναι αμιγώς ποιητικό, χωρίς ειδολογικές διακρίσεις∙ ακόμη διαλέξεις και σημειώματά του σχετικά με τη λειτουργία της ποίησης και τους ποιητές που, κατά τη γνώμη του, στέκονται στην πρώτη γραμμή, όπως ο Καρυωτάκης. Σε ξεχωριστό Επίμετρο σχολιάζω ένα-ένα όλα τα φιλοξενούμενα ποιήματα, γενεαλογία, πρώτες δημοσιεύσεις, κριτικές αποτιμήσεις κ.λπ. Παραθέτω Γλωσσάρι των ιδιωματικών και λησμονημένων σήμερα όρων, Εργοβιογραφικό σημείωμα, κατάλογο των Πηγών και της Βασικής Βιβλιογραφίας που χρησιμοποιήθηκε. Τέλος, υπάρχει πλούσιο Εικονογραφικό Παράρτημα με άγνωστο, κατά βάση, φωτογραφικό υλικό, σχέδια και σκίτσα ζωγράφων εμπνευσμένα από το έργο του, πορτραίτα του και εξώφυλλα των πρώτων εκδόσεων των βιβλίων του, εξαντλημένων και άγνωστων, φυσικά, σήμερα. Πλουσιοπάροχη έκδοση του «Ιδρύματος Τάκης Σινόπουλος», με ποιοτικό χαρτί , να το πούμε κι αυτό, με ραμμένη τη ράχη και όχι με κόλλες και τα συναφή. Όπως λειτουργούσε η τυπογραφία τον παλιό καλό καιρό.

 

 Η έκδοση της Νεφέλης η πρώτη σεβαστή προσέγγιση του έργου του

 

  • Φιλολογικά έχει μελετηθεί επαρκώς το έργο του Σκαρίμπα;

 

Όσο κι αν φαίνεται παράξενο, για την πεζογραφία και την ποίησή του, έγραψαν, και μάλιστα αναλυτικά, όλοι οι σημαντικοί κριτικοί του μεσοπολέμου και μέχρι τη δεκαετία του ᾿50: Ανδρέας Καραντώνης, Βάσος Βαρίκας, Αιμίλιος Χουρμούζιος, Πέτρος Σπανδωνίδης… Μπορώ να αναφέρω δεκάδες ονόματα. Το ζήτημα είναι πόσοι τον κατάλαβαν. Οι περισσότεροι στάθηκαν αμήχανοι, επιφυλακτικοί, αν όχι αρνητικοί, όπως ο πολύς Καραντώνης που χρειάστηκε τριάντα χρόνια για να αναγνωρίσει τη μεγαλοσύνη του. Τολμώ να πω ότι οι αρετές του Σκαρίμπα κρύβονται στην αμηχανία ή την απορριπτική στάση των κριτικών του. Ανεπιφύλακτος θαυμαστής του ήταν μόνο ο Σπανδωνίδης – και οι κόλακες φίλοι στη Χαλκίδα. Αυτά μέχρι το 1960 περίπου, όταν είχε κυκλοφορήσει το μεγαλύτερο μέρος του έργου του. Έκτοτε σιωπή και λήθη. Τον ξαναγέννησε το ᾿21 και η αλήθεια. Το πρωτοέβγαλε το 1971 ο αείμνηστος Φίλιππος Βλάχος των εκδόσεων Κείμενα. Τότε έπεσαν όλοι επάνω του, ποιος να πρωτοεκδώσει τα λησμονημένα μεγάλα έργα του της δεκαετίας του ᾿30. Ο μόνος που τον αντιμετώπισε με σεβασμό, μετά τον Φίλιππο Βλάχο, ήταν ο Γιάννης Δουβίτσας των εκδόσεων Νεφέλη. Άρχισε με γενναιότητα να εκδίδει τα άπαντά του με επιμέλεια της Κωστίου. Ήταν η πρώτη σεβαστή προσέγγιση του έργου του. Ο Σκαρίμπας είχε φύγει από τη ζωή, αλλά όπως είχε πει: «Τώρα που θα πεθάνω, με κοιλοπονάει η μάνα γη». Έφυγε και ο Δουβίτσας, αλλά το όραμά του το συνεχίζει επαξίως ο γιος του, ο Περικλής. Στο μεταξύ έγιναν σημαντικά αφιερώματα, από την εφημερίδα «Η Καθημερινή», τα περιοδικά Περίπλους, Θεσσαλική Εστία, Τα Νεφούρια, Οροπέδιο, Μανδραγόρας, the books᾿ journalΚυκλοφόρησαν μονογραφίες του Ξ. Κοκόλη, της Σ. Παπαγεωργοπούλου, της Κωστίου, του Σ. Σταμπουλού, του Γ. Παγανού, του Τ. Καλαθέρη κ.ά. Έγιναν ημερίδες στο Πανεπιστήμιο Πατρών και στο Μέγαρο Μουσικής στην Αθήνα. Διασκευασμένα πεζά του κείμενα παίχτηκαν σε θεατρικές σκηνές. Στη γενέτειρά του, την Αγία Ευθυμία Παρνασσίδος, και την Χαλκίδα διοργανώνονται κάθε χρόνο τα «Σκαρίμπεια». Μαθαίνω ότι σε τμήματα Νεοελληνικών Σπουδών πολλών Πανεπιστημίων εκπονούνται διατριβές, όπως πρόσφατα της Ελένης Κόλλια, και γράφονται διπλωματικές εργασίες ενδιαφέρουσες, έχω διαβάσει αρκετές, σύμφωνα με τις σύγχρονες ακαδημαϊκές προσεγγίσεις, αλλά στο ευρύ αναγνωστικό κοινό –θα μου πείτε, ποιο είναι αυτό; μήπως το γνωρίζουμε;- ο Σκαρίμπας είναι ένας ξένος, τουλάχιστον ένας ιδιόρρυθμος και δύσκολος γραφιάς. Φοβάμαι ότι σε λίγο θα αρχίσουμε να τον «μεταφράζουμε», όπως μεταφράσαμε τον Παπαδιαμάντη, τον Βιζυηνό, τον Ροΐδη, ακόμη και τον Σολωμό!

 

Πού να περισσέψει χώρος για τους «ήσσονες» ποιητές;

 

  • Διαβάζεται σήμερα το ποιητικό και πεζογραφικό έργο του Σκαρίμπα;

 

Το ζήτημα πρέπει να τεθεί διαφορετικά και με ρητορικού τύπου ερώτηση. Μήπως διαβάζονται σήμερα ο Παπαδιαμάντης, ο Βιζυηνός, ο Παλαμάς, ο Σικελιανός; Διαβάζονται οι γενάρχες της νεώτερης λογοτεχνίας μας, ο Σολωμός και ο Μακρυγιάννης; Λέω ναι, αλλά από μια «σέκτα» αναγνωστών και κάποιων σπουδαστών υποχρεωμένων λόγω εξεταστικού προγράμματος να τον διαβάσουν. Εποχή της ραθυμίας∙ να το πω πιο απλά: του καναπέ και -αφού βρισκόμαστε στην περιοχή της ποίησης- των ομοιοκατάληκτων «φραπέ, λουφέ, Ο.ΠΕ.ΚΕ.ΠΕ.». «Ο ποιητής, κύριοι, περισσεύει», έγραψε νωρίς ο Νίκος Καρούζος. Σήμερα που χιλιάδες αυτόκλητοι ποετίσκοι, αρσενικοί και θηλυκοί, λυμαίνονται με τις αυτοεκδόσεις τους την αγορά, ομφαλοσκοπούν στα αριστουργήματά τους και αλληλολιβανίζονται στις παταγώδεις βιβλιοπαρουσιάσεις, ποιητές και κριτικοί και θεωρητικοί της δεκάρας∙ σήμερα που κάθε γραφιάς χαρακτηρίζεται ο «σπουδαιότερος της γενιάς του», πού να περισσέψει χώρος για τους «ήσσονες», τύπου Κρυστάλλη, Σκαρίμπα, Κοτζιούλα, Αγγουλέ, Κούσουλα, Γαλάτη, Γκόρπα… Είπαμε, η ποίηση, και όχι τα πλεονάζοντα γύρω μας σκαλαθύρματα, θέλει αθλητικές επιδόσεις για να κατακτηθεί.

Παρεκβατικώς, κύριε Σκορδά, επιτρέψτε μου μια πρόταση, για να απαντήσουμε σ᾿ αυτή τη μιζέρια. Βλέπω πόσο δραστήριος και ικανός είστε στον σχεδιασμό και την πραγματοποίηση ουσιαστικών πολιτιστικών εκδηλώσεων στο νησί μας. Σκέφτομαι από καιρό την ιδιαίτερη, και όχι τόσο γνωστή, σχέση που είχε ο Σκαρίμπας με σημαντικούς λόγιους και λογοτέχνες της Λέσβου, της «Λεσβιακής Άνοιξης». Με τον Μυριβήλη, τον Βενέζη, τον Κόντογλου∙ αν θυμάμαι καλά, και με τον Ασημάκη Πανσέληνο. Αλληλογραφούσε μαζί τους και σχολίαζε το έργο τους σε στήλες που κρατούσε στον ευβοϊκό, κυρίως, τύπο. Ενδιαφέρον υλικό προς διερεύνηση που μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο Ημερίδας στη Μυτιλήνη με θέμα τη σχέση του με τη «Λεσβιακή Άνοιξη», έστω και ανταγωνιστική – θυμίζω τους διαξιφισμούς που είχε ορισμένως με τον Μυριβήλη.

 

  • Εάν σας ζητούσα να διαλέξετε ένα ποίημα του Σκαρίμπα που το ξεχωρίζετε, ποιο θα ήταν αυτό;

 

Όπως σας είπα ήδη, και με κλειστά μάτια να ανοίξει κανείς το βιβλίο, θα πέσει στο καλύτερο ποίημα. Τους αδύναμους, ελαττωματικούς στίχους του φρόντισε να τους ρίξει στον Καιάδα. Αν πρέπει, ωστόσο, να σταθώ σε μια ξεχωριστή, και ως προς το θέμα, στιγμή του, θα αναφέρω το ποίημα «Έτι δέομαί Σου». Σπαρακτικό σε ειλικρίνεια και ωμή αλήθεια. Τέσσερεις στροφές. Θέλετε ν᾿ ακούσουμε την πρώτη και την τελευταία;

 

Κύριε, είμ᾿ ένας άθεος!  Και είμαι αδερφός

του χαρτοπαίχτη, του μπεκρή. Και σάρκα έχω και αίμα.

Κι όπως εχώρισες εσύ τα σκότη από το φως

έτσι χωρίζω κι αγαπώ -απ᾿ το σωστό- το ψέμα.

…………………………………………………………

Κι είμ᾿ άθεος! Καρδίας συ που ετάζεις και νεφρούς,

πρόσεχε: αγαπώ πολύ τα «πλήθη αμαρτιών μου».

Συ που νεφέλας ανιστάς και ξαναζείς νεκρούς,

-στ᾿ άνθισμα είμαι των παθών – τα αίσχη πλήθυνόν μου!… 

 

Μια γεύση της ποιητικής του για όσους δεν τον έχουν διαβάσει ακόμη.

 

 

 

 

 

Παναγιώτης Σκορδάς
Σημ: Ο Παναγιώτης Σκορδάς  είναι δρ. Νεοελληνικής Φιλολογίας, εκπαιδευτικός και υπεύθυνος και επιμελητής της ετήσιας έκδοσης «Λεσβιακό Ημερολόγιο. Γράμματα – Τέχνες – Πολιτισμός».

 

 

Αφήστε μια απάντηση

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.