You are currently viewing Παυλίνα Παμπούδη: ΑΥΤΟΣ ΕΓΩ (1977)

Παυλίνα Παμπούδη: ΑΥΤΟΣ ΕΓΩ (1977)

Υπονοώ περισσότερα απ’ όσα

Μπορώ να φανταστώ: Γράφω.

 

 

Άλλοθι

 

Νυφικό το χαρτί και γράφω.

Κυρτωμένο το φως και φθίνω.

Μακραίνουν οι δρόμοι της φωνής

Καθώς βυθίζεται

Ακούγομαι πιο δυνατά καθώς βυθίζεται.

Υπονοώ περισσότερα απ’ όσα μπορώ

Να φανταστώ: Γράφω.

 

 

Βιογραφικό

 

Ασφαλής ο κόσμος και το σπίτι.

Με μικρά παράθυρα που βλέπουν σε παράθυρα

Που βλέπουν σε παράθυρα.

Κατοίκησα σεμνά.

Κρύβοντας σαν αισχρές φαντασιώσεις

Την καρδιά μου, τα νεφρά και τα έντερα

Τον εγκέφαλο, το συκώτι, τους πνεύμονες

Το κουβάρι των νεύρων,

Τη ντροπή των εκκρίσεων

Την πρόθεση, την πράξη και το αίμα τους.

 

Εμένα και το λάθος πνεύμα

Που χτυπιέται με στριγκλιές

Μες στο μπουκάλι του.

 

 

Ο καθαρμός

 

Το κίτρινα φωσφορίζοντας στο κεφάλι

Στο σκοτάδι το φεύγοντας, είναι ο Τράγος

Και η έρημος είμαι

Και στην αρχή μου

Συνωστισμός

Ο περιούσιος λαός κοιτά

Χαιρέκακος και τρομαγμένος-

 

 

Ο αρραβώνας

 

Κρέμεται στα πατζούρια πλαταγίζοντας

Έρχεται και σε ύπνο βαθύ τον κοιτάζω αλύπητα

Με το διπλό κεντρί στο μέτωπο

Πονώντας στις συμφύσεις μας.

Αυτός αέρας μαύρος από τρύπα κόκκινη

Εγώ το μπαμπάκι στα ρουθούνια

Κι η αποφορά του ονείρου.

Αυτός το σκυλί που ουρλιάζει

Και μακραίνει το σώμα μου

Αυτός το Αυγό

Εγώ η Νύμφη

Αυτός η Μύγα.

Αυτός Εγώ.

Θανάσιμα αποχρωματισμένος και απομυζώ

Πράσινο το πιο τοξικό

Από την ίριδα μου-

 

 

Η σχέση

 

Δεν έχω τίποτα να πω και σε κανένα.

Εξάλλου, δεν υπάρχω

Μέσα στην σαρκοφάγο σχέση

Που αφουγκράζομαι.

Όμως Αυτός, είναι σχεδόν εδώ

Γιατί ανασαίνει και θαμπώνει

Στα χείλη ο καθρέφτης

Ή θυμάται συχνά

Με απαλά χτυπήματα απ’ τον αφαλό

Παθητικά σε παγίδα

Ανάμεσα στην λαστιχένια μάσκα

Και στα πλαστικά οστά-

 

Γελάω γοερά

Ξέρω πως θα υπάρξω

Πότε θα υπάρξω

Κάποτε, παραλύοντας, παραληρώντας

Όταν μαζί σε οργασμό

Τιναχτούμε στο χάος

Θρυψαλιάζοντας το φόντο

Με τα πιτσούνια, τα άνθη

Και τα χρόνια πολλά-

 

 

Ο Ευαγγελισμός

 

Παραπατάμε τρέμουμε

Τρέχουμε στα τέσσερα

Μαστιγωμένοι, ενωμένοι απ’ τον γοφό

Προς τον χαμό με την μικρότερη κλίση-

 

Στα έγκατα του

Περιμένει ο άγγελος

Με τον κεφαλοθραύστη του Ευαγγελισμού-

 

 

Η Γέννηση

 

Βγαίνω την νύχτα διψώντας

Δεν έχω μάτια σχεδόν πουθενά

Σέρνομαι με τις στρεβλωμένες ρίζες μου

Πάνω απ’ το χώμα.

Κρατάω άλιωτο

Μόνο το ερωτικό μου στόμα με το αίμα του

Το άγνωστο μου φύλο

 

Και σε βαθιά εγκατάλειψη αναπαράγομαι

Ο πρώτος απ’ το τέλος του είδους μου-

 

 

Η Βάφτιση

 

Φοβάμαι

Την επίκληση να μην ξεχάσω, την επίκληση

Κι είναι κιόλας καιρός που δεν μ’ ακούω μέσα

Επειδή κοιμάμαι, λείπω ή, εξημερωμένος

Γλείφομαι

Με διαλείψεις επιθυμώντας τον άνθρωπο

Που κι αυτός δεν υπάρχει.

 

Θορυβώ ηλίθια, κινδυνεύω

Τ’ όνομα μου να μην ακούσω, τ’ όνομα

Που στο φως ήταν αλλιώς

Και στο σκοτάδι πρήζεται

Που καθηλώνοντας τους άλλους, έντρομο,

Θα μ’ απομαγνητίσει-

 

 

Η Κοινωνία

 

Πάλι νυχτώνει. Εντελώς ιδιωτικά.

Ο ουρανός με οξύ συριγμό ξεφουσκώνει

Αυτός, όπως και χθες, στο οινόπνευμα

Ενώ, βγάζω νύχια και φώτα που σημαίνουν, Είσαι εδώ.

 

Είμαι. Και πλέουν στους καπνούς

Άμορφοι όσοι αγάπησα-

 

 

 

Η Τριάδα

 

Ο Άγγελος στο ξύλο. Τρίζω.

Γυρισμένα μέσα μου τα μάτια του.

Τρυφεροί άσπροι βολβοί,

Στον αμφιβληστροειδή

Ήδη, αργά,

Ο άλλος γαλαξίας εντυπώνεται-

 

Ο Προφήτης στο κήτος. Εξεμώ.

Διαλυμένο το φάσμα του σε κύτταρα φωνήεντα

Τα πράσινα, τα μαύρα, τα συριστικά-

Στα ουράνια σώματα, στα πάνδημα σώματα

Η αφροδίσια μόλυνση απλώνει-

 

Ο Ποιητής στο κλουβί. Κρώζω.

Χτυπιέται στα κάγκελα,

Το φτερό μου αναφλέγεται

Χτυπιέμαι στα κάγκελα, η γλώσσα του σκίζεται.

Το κρανίο του ανοίγει. Αδειανό.

Το μυαλό μου φωσφορίζει στην φορμόλη-

 

 

Το Έργο

 

Τώρα περνάω

Στον τόπο τον πιο αδειανό κι από γαλάζιο

Όπου δονούν τον αέρα αιχμές ίσκιοι

Και στις παραμορφώσεις τρέμει η εικόνα.

Τώρα εξορκίζω τις μαγνητικές φωνές

Ν’ ανασυρθούν απ’ τους κρατήρες, τώρα,

Άφωνος στην περιφορά των αργών πλανητών

Κατευθύνω τις εκπομπές σχημάτων

Που αλλάζουν

Εξαπολύω τις συχνές επιδρομές των κτηνών.

 

Άφωνος, ο μισός χτισμένος στο πλευρό μου

Δείχνοντας μόνο την αριστερή μου όψη

Την κατεστραμμένη-

 

Η Προφητεία

 

Θα σκίσεις την σελίδα. Την Τετάρτη

Θα κοιμάσαι.

Με το φτερό καρφωμένο στον λαιμό

Με το μενεξελί σου αίμα

Και το μαύρο σπέρμα μου.

Με στεγνωμένα τα ούρα στα μάτια σου.

 

Και ο πλανήτης θα δύσει με βουή

Στον ανατιναγμένο εγκέφαλο.

Και κενό το κενό θα πληρώσει:

 

Σκοτάδι θα γίνει και δεν θα’ χει να κρύψει

Θα τρέμει η γη και δεν θα υπάρχει

Νερά τα νερά θα αφανίζουν.

 

Και θα πέσει θάνατος

Και δεν θα υπάρχω ο θάνατος

Να δοξαστώ-

 

Περπατώντας στην θάλασσα

 

Κι όμως ξεκίνησα απ’ το νερό.

Χάνοντας λίγο – λίγο

Τα βράγχια μου, τα λέπια μου

Και τα φτερά

Τις ύποπτες κεραίες, τις φολίδες

Το μισό μου τρίχωμα

Τ’ αγκάθια μου, τα νύχια και τα δόντια μου

Τέλος, το ραχοκόκαλο.

Γυρνώ τώρα στο κύμα κι η θάλασσα σε κώμα

Βρίθει νεκρούς

Μ’ αδύναμες κατάρες εξατμίζεται.

 

 

Η μοιχαλίδα

 

Πάντως, είναι ζωντανή. Βασανίζεται

Υποφωτισμένο κεφάλι χωρίς επιφοίτηση

Θερμός λαιμός με σφυγμό και σημάδι.

 

Κάτι τρομάζει. Πολλαπλασιάζεται ακαριαία.

Την αγαπά, την κρύβει, κρύβεται.

Της ραγίζει με τα κέρατα την κοιλιά.

 

Μες στον παντοτινό της λήθαργο θα γεννήσει

Μετεωρόλιθους, κομήτες,

Αστεροειδείς και νεφελώματα.

 

(Εγώ αμέτοχος. Κοιτάζοντας από μέσα.

Ακούγοντας

Μόνο εκείνη

Τη μισοτελειωμένη σκέψη από κρέας

Γαμψή και εξαδάκτυλη,

Βαθιά στο κρέας

Να σαπίζει-)

 

 

Ο Δείπνος

 

Κάποτε αποσύρονται

Οι μελαγχολικοί συνδαιτυμόνες.

Στην μέση, μένει το σώμα μισοφαγωμένο.

Απ’ τα λειψά πλευρά σηκώνεται

Μια μικρή θύελλα δωματίου

Κι αποφλοιώνει τα έπιπλα. Τ’ ακούω

Να τρίζουν, να γογγύζουν και ν’ ανάβουν.

Να βυθίζονται τα μισά στο χαλί

Και τ’ άγρια στο ταβάνι.

Ο χώρος διαστέλλεται.

Χωράω-

 

Στον λόφο με τις ελιές

 

Η έρημος της δύσης

Στα κίτρινα μου μάτια με τα δάκρυα.

Στο στήθος μου με τους καπνούς, βουλιάζει

Χνάρι θεού

Ακόμα τούτη η άνοιξη

Που σκουληκιάζει.

 

 

Η ονείρωξη

 

Γλιστράω προς τα κάτω ήρεμα

Ακολουθώντας την γραμμή στην παλάμη μου

Ψιθυρίζοντας τ’ όνομα μου μέχρι

Που σύγκορμο μ’ απορροφά η μαύρη τρύπα.

Προσευχόμενος στ’ όνομα μου μέχρι

Που ανάβει σε μεγαλύτερο βάθος αιωρούμενος

Θηλυκός Αυτός με τα υπνοφόρα μάτια

Και την φωνή του καπνού –

 

Τον νιώθω

Να περνά πάλι και πάλι

Θερμός πάνω στο πρόσωπό μου χωρίς σχήμα.

Με δάχτυλο χωρίς σχήμα με χαράζει

Η αμυχή πλημμυρίζει γύρη με ρίγη.

 

Μέσα μου

Καταρρέω ένδοξος

Τινάζοντας μέσα του θραύσματα –

 

Τότε

Αρχίζει να ακούγεται ξανά

Ο πρόσθετος, ο άρρυθμος σφυγμός

Στην αρτηρία

Εξημερώνοντας με, για να μείνω

Κρυμμένος άλλα τόσα χρόνια στη ζωή μου

Μαζί μ’ εκείνη που γλυκά μιλάει-

 

 

Η Σταύρωση

 

Τέλος ο πίνακας ανάποδα

Κι έχει σκιστεί από καιρό

Ανέλπιστη προοπτική

Το μονοπάτι βγάζει στον καθρέφτη

Διακεκομμένο το λιβάδι, ο καιρός

Στην μαγική εικόνα κάπου

Ο Κύριος ο ασαφής

Μέχρι την μέση

Πεθαμένος

Κι αρπαγμένος απ’ τ’ άθλια δέντρα

Με σπασμούς, τρωκτικά στις αρθρώσεις

Και σφιχτά τα χόρτα απ’ τις μασχάλες-

 

 

Το Όραμα

 

Ο Θεολόγος Δράκοντας στο κέντρο.

Αριστερά, ο επίορκος με την διχάλα

Του συντρίβει

Τις κρύες κεφαλές του που σφυρίζουν.

 

Μισοσβησμένη δεξιά, η γυναίκα.

 

Στο βάθος είναι ο λόφος.

Ο λόφος, θηλάζει το Βρέφος-

 

 

Ο Θάνατος

 

Κι αυτό το κάτι γρατζουνά τον ύπνο μου

Τώρα που ξαφνικά όλα τα εννοώ

Και τ’ αντέχω.

 

(Αμέσως τότε, ξημερώνει.

Γίνονται σωροί στάχτης τα βουνά.

Ένας αναίτιος άνεμος σηκώνεται.)

 

Το θα του θανάτου

Θάλλει στο φως

Καθώς

Ένα Χι

Από ψυχή

Βήχει

Απαρηγόρητα.

 

Οι αγγελιαφόροι

 

Όλο και πιο ρηχά κι όμως εισβάλλουν πάντα

Οι αγγελιαφόροι από τον πάνω κόσμο.

Γλείφουν λόγια γλυφά καθώς στο τηλέφωνο

Ξεχνάω τον κώδικα.

 

Ασεβώ στην μνήμη μου, χύνομαι

Απ’ την διπλή έλικα του πανικού

Χύνομαι στον λαβύρινθο.

 

Αυτός ακούει. Αποσπά ακόμα λίγο κρέας

Αποστρέφοντας τα έμβολα μάτια-

 

 

Η Ανάσταση

 

Το αίμα του από τρεις μέρες, πάλι ζωντανό.

Με απειλές, τρέφει τ’ άπληστα ρύγχη

Που ανοίγονται στο σώμα μου. Με τρόμο

Πνίγει τον οξύ μου ήχο στο στερέωμα.

 

Με σώζει

Καθώς στον ανεστραμμένο κόσμο

Γρυλίζει προχωρώντας η σκουριά-

 

 

Η Ανάληψη

 

Εγώ. Και στον καθρέφτη

Εγώ του άλλου κόσμου.

Μονοδιάστατος, χωρίς αέρα, χωρίς ήχο.

Γρατζουνώντας να βγω. Μη-

 

Χα. Να πάλι η πέτρα του αναμάρτητου.

 

Το ράγισμα βουίζει κυκλικά.

Δραπέτευσα.

Κανένας πια.

 

Μόνο αυτή η συνεχής χρυσόμυγα-

 

 

 

Παυλίνα Παμπούδη, Εγνατία – ΤΡΑΜ, 1977

Παυλίνα Παμπούδη

Η Παυλίνα Παμπούδη σπούδασε στη Φιλοσοφική Σχολή του Καποδιστριακού Πανεπιστημίου (Ιστορία – Αρχαιολογία) και παρακολούθησε μαθήματα Μαθηματικών στη Φυσικομαθηματική Σχολή και ζωγραφικής στην Σχολή Καλών Τεχνών στην Αθήνα και στο κολέγιο Byahm Show School of Arts του Λονδίνου. Έχει εκδώσει μέχρι στιγμής 15 ποιητικές συλλογές, 3 βιβλία πεζογραφίας, περισσότερα από 40 βιβλία δήθεν για παιδιά και 31 μεταφράσεις λογοτεχνικών έργων. Επίσης, έχει κάνει 3 ατομικές εκθέσεις ζωγραφικής, και έχει γράψει σενάρια για το ραδιόφωνο και την τηλεόραση, καθώς και πολλά τραγούδια.

This Post Has One Comment

  1. Χριστίνα Αργυροπούλου

    Εξαιρετική ποίηση, στοχαστική, αγγίζει ιδιαίτερα τον/την αναγνώστη αναγνώστρια. Μέσα από καθημερινές εύκολες και δύσκολες καταστάσεις και έννοιες η Παμπούδη ποιεί ποίηση ποιότητας. Συγχαρητήρια.

Γράψτε απάντηση στο Χριστίνα Αργυροπούλου Ακύρωση απάντησης

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.