Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΤΥΧΕΡΟΥ ΤΖΟΝΑΘΑΝ
Μια φορά, στην πόλη Α. κάπου στα βορειοδυτικά του Νότου, ζούσε ένας άνθρωπος ονόματο Τζόναθαν Ντος, ο οποίος ήταν πολύ τυχερός.
Αυτό είχε φανεί από την αρχή της ζωής του – και ακόμα πιο πριν: όταν ο Τζόναθαν συνελήφθη για πρώτη φορά (όπως όλοι) με την κατηγορία του προπατορικού αμαρτήματος, και βρέθηκε φυλακισμένος σ’ ένα σκοτεινό μπουντρούμι (όπως όλοι) εκείνος, από καθαρή τύχη, κατάφερε να βγει έξω πριν καν συμπληρώσει τους 7 μήνες (αντί τους 9 όπως οι περισσότεροι).
Την δε τελευταία φορά που συνελήφθη, σε ηλικία 8 χρονών (όταν κατηγορήθηκε ότι έκλεψε δυο μανταρίνια από μια αχλαδιά), τη γλύτωσε μόνο με μια ελαφριά διάρροια – πάλι από καθαρή τύχη, γιατί οι αυτόπτες μάρτυρες έπεσαν σε αντιφάσεις και γιατί η εν λόγω αχλαδιά, την συγκεκριμένη μέρα του αδικήματος, χωρίς να το γνωρίζει ούτε η ίδια, βρισκόταν σε γειτονική ήπειρο εξαιτίας μιας μικρής, διπλωματικής μετατόπισης της συνοριακής γραμμής.
Η τύχη ακολουθούσε παντού τον τυχερό Τζόναθαν. Δεν υπήρχε στιγμή που να νην έκανε αισθητή την παρουσία της στη ζωή του: όταν ξυπνούσε το πρωί, τύχαινε να μπορεί να ξανακοιμηθεί, όταν έχανε κάτι (π.χ. ένα κουμπί), τύχαινε να βρίσκει αμέσως κάτι καλύτερο (π.χ. μια γάτα), όταν υπήρχε κάποια δουλειά που έπρεπε να κάνει, τύχαινε να μην υπάρχει λόγος να την κάνει, κ.τ.τ.
Μια νύχτα λοιπόν, καθώς ο τυχερός Τζόναθαν έφευγε από το σπίτι κάποιας Βεατρίκης, μετά την άρνησή της να τον παντρευτεί, βρήκε ένα χρυσό νόμισμα στη λάσπη. Το γεγονός αυτό ήταν πράγματι αξιοσημείωτο γιατί η πόλη Α. δεν είχε ούτε λάσπες ούτε χρυσά νομίσματα και όλες της οι εμπορικές συναλλαγές βασίζονταν σε ένα απλό δυαδικό σύστημα με φασόλια.
Αυτό το χρυσό νόμισμα άλλαξε τελείως τη ζωή του. Μπόρεσε να αγοράσει τόσους τόνους φασόλια που θα έφταναν να καλύψουν ως τους ώμους μέχρι και τα δισέγγονά του, ακόμα κι αν αυτά θα υπερέβαιναν τα 28 άτομα, ακόμα κι αν ανέβαιναν το ένα στους ώμους του άλλου.
Τώρα πια, ο τυχερός, πάμπλουτος Τζόναθαν, θεωρητικά, δεν είχε πια ανάγκη ούτε να δουλεύει ούτε να ζητά δανεικά ούτε άλλη έννοια, παρά μόνο να αποκτήσει αμέσως δισέγγονα.
Είναι όμως αρκετά πολύπλοκο να αποκτήσει κανείς δισέγγονα και ποτέ μα ποτέ κανείς δεν το πέτυχε με την πρώτη όσο πάμπλουτος και τυχερός κι αν ήταν. Έτσι, ο τυχερός Τζόναθαν, μετά από αρκετές αποτυχημένες απόπειρες, αποφάσισε να κάνει ένα διάλειμμα και να πάει κάπου να πιει για να ξεχάσει.
Στην ευνομούμενη πόλη Α. δεν υπήρχαν μπαρ και θα έπρεπε να πάει στην πόλη Β. Το ταξίδι αυτό εθεωρείτο επικίνδυνο γιατί η πόλη Β. βρισκόταν πολύ βόρεια, τόσο που δεν πήγαινε άλλο. Λεγόταν επίσης πως αν τύχαινε κι έβρισκες εκεί κάποιο μπαρ κι έμπαινες μέσα, υπήρχε περίπτωση, βγαίνοντας, να έχεις χάσει τελείως τον προσανατολισμό σου και να μην ξέρεις πού βρίσκεσαι.
Ο τυχερός Τζόναθαν το διακινδύνευσε, καθώς δεν είχε ποτέ θεωρήσει ιδιαιτέρως επικίνδυνο το να μην ξέρεις πού βρίσκεσαι γιατί, χάρη στην επιμελημένη του μόρφωση, γνώριζε πρώτον, ότι έτσι κι αλλιώς κανένας μας δεν ξέρει ούτε από πού έρχεται ούτε πού πηγαίνει και, δεύτερον, ότι η ευθεία δεν είναι η συντομότερη οδός μεταξύ αυτών των δυο σημείων.
Έφτασε λοιπόν απρόσκοπτα στην πόλη Β. με το τελευταίο δρομολόγιο του ποδηλάτου του.
Το πρώτο πράγμα που συνάντησε ήταν ένα ανταλλακτήριο συναλλάγματος, στο οποίο εξαργύρωσε μισό κιλό μαυρομάτικα και πήρε ένα μεγάλο ποσόν τοπικών μπαρμπουνιών για να μπορέσει να κινηθεί. Το δεύτερο, ήταν ένα σκοτεινό μπαρ με φωτεινή επιγραφή.
Ο τυχερός Τζόναθαν μπήκε, κάθισε σ’ ένα σκαμπό και, μη ξέροντας από ποτά, έδειξε με το δάχτυλο στον σκυθρωπό μπάρμαν τυχαία ένα μπουκάλι, πιο τετράγωνο από τα άλλα, στη βιτρίνα πίσω του.
Ο μπάρμαν, μετά από στιγμιαία έκπληξη που την διαδέχτηκαν σαρκαστικό στιγμιαίο χαμόγελο και υπεραστικό τηλεφώνημα, του έδωσε το μπουκάλι και απομακρύνθηκε αμέσως.
Ο Τζόναθαν σερβιρίστηκε μόνος του κι άρχισε να πίνει.
Σύντομα, επειδή ήταν άμαθος στο ποτό, επηρεάστηκε – αλλά όχι όπως ακριβώς το περίμενε. Ξέχασε μεν την δικιά του έννοια, αλλά ξαφνικά θυμήθηκε την έννοια του αρνητικού μεγέθους, την έννοια του ωραίου και του υπέροχου, και επιπλέον, έμπλεξε με τις πολλές έννοιες του μπάρμαν και της θείας του, καθώς και με τις έννοιες κάποιου Ινδιάνου, που λεγόταν Καθιστός Αλιγάτορας και που το πορτραίτο του κοσμούσε τον τοίχο απέναντι.
Θολωμένος λοιπόν ο τυχερός Τζόναθαν από ανάκατες σκέψεις για κάτι καμένα κεφτεδάκια, για έναν πουλημένο διαιτητή, για ένα σπασμένο νύχι και για μια κουτσή φοράδα, σε συνδυασμό με κάποια χρέη στο πόκερ, ρευματισμούς, κουτσομπόλες και ποντίκια, βγήκε από την πίσω πόρτα του μπαρ για ν’ ανασάνει.
Βγαίνοντας, έπεσε πάνω σε μια περιοδεύουσα τσιγγάνα, ονόματι Καλομοίρα (και χαϊδευτικά, Μοίρα), που του άρπαξε αμέσως το χέρι.
«Είσαι τυχερό άνθρωπο εσύ» του είπε με βαθιά φωνή.
«Ναι, το ξέρω…» ψέλλισε αυτός με ετοιμότητα.
«Θέλεις να σου πω το μοίρα σου; Ένα μπαρμπούνι για να στο πω, δυο για να μη στο πω…»
«Πάρε τρία» είπε πρόθυμα ο Τζόναθαν, αλλά δεν κατάφερε να την μπερδέψει.
«Φέρ’τα! Θα σου πω και τη δικιά μου» είπε η τσιγγάνα βιαστικά.
«Μα, όχι, δεν είναι ανάγκη, δεν πρέπει…» έκανε ο Τζόναθαν με αμηχανία.
Εκείνη τη στιγμή, μέσα στο μπαρ ξέσπασε φωτιά κι όλα τα υποκείμενα και τα αντικείμενα που στεγάζονταν εκεί, λόγω της υψηλής τους περιεκτικότητας σε οινόπνευμα και τριγλυκερίδια, τυλίχτηκαν στις φλόγες.
Άρχισε να βγαίνει πυκνός καπνός και ο Τζόναθαν, βήχοντας διακριτικά, προσπάθησε να τραβήξει το χέρι του.
Η Μοίρα όμως δεν τον άφηνε. Συνέχισε να μελετά την παλάμη του με θαυμασμό, ενώ από το φλεγόμενο μπαρ εκσφενδονίζονταν αδιάκοπα διάφορα: σανίδια, μπουκάλια, σκαμπώ, ποντίκια, ο σκυθρωπός μπάρμαν, ο Καθιστός Αλιγάτορας, ποτήρια, θαμώνες κλπ.
Μετά από αρκετή ώρα, ο τυχερός Τζόναθαν κατάλαβε πως η Μοίρα του έλεγε πολύ σοβαρά πράγματα για φλέγοντα θέματα, αλλά δεν ακουγόταν καθόλου, καθώς γύρω τους γινόταν πανδαιμόνιο και η φωτιά εξαπλωνόταν ανεξέλεγκτη. Συνειδητοποίησε επίσης πως, τώρα που τα μαύρα μαλλιά της είχαν γίνει κατακόκκινα, του άρεσε περισσότερο.
Σκέφτηκε τότε να απομακρυνθεί. Εφόσον είχε πληρώσει και είχε αφήσει πουρμπουάρ, τίποτα δεν τον κρατούσε πια εκεί, εκτός από την Μοίρα – που είχε πλέον λιποθυμήσει και ροχάλιζε κρεμασμένη στο μπράτσο του.
Ήταν λίγο δύσκολο να την αφήσει γιατί τα ψεύτικα νύχια της είχαν λιώσει και είχαν κολλήσει με τα δικά του.
Θα επέστρεφε με τα πόδια, γιατί και το ποδήλατό του επίσης είχε λιώσει και είχε συγχωνευτεί με τα υπόλοιπα ποδήλατα της πόλης Β. Έκανε μια προσπάθεια και ξεκίνησε σέρνοντάς τη.
Φάνηκε τυχερός, για μια ακόμα φορά. Η λαίλαπα της πρωτοφανούς πυρκαγιάς (που ήδη την έσβηνε μια πρωτοφανής νεροποντή), είχε συγχωνεύσει και τα περίχωρα της πόλης Β. με τα περίχωρα της πόλης Α.
Έτσι, ο τυχερός Τζόναθαν κατάφερε να φτάσει πολύ γρήγορα στο σπίτι του.
Εκεί, μπόρεσε να ξεκολλήσει τα νύχια του από τα νύχια της Μοίρας – αλλά όχι και την μοίρα του από την δική της.
Την παντρεύτηκε λοιπόν με συνοπτικές διαδικασίες και απέκτησαν στα γρήγορα 28 δισέγγονα.
Ηθικό δίδαγμα: Όπου τυχερός και η μοίρα του…
