You are currently viewing Παυλίνα Παμπούδη: Μνήμη Γιώργου Σεφέρη (29/2/1900 – 20/9/1971)

Παυλίνα Παμπούδη: Μνήμη Γιώργου Σεφέρη (29/2/1900 – 20/9/1971)

Ποιος – τι ήταν ο Γιώργος Σεφέρης;

* Ευτυχισμένος που έκανε το ταξίδι του Οδυσσέα

* Κράτησε τη ζωή του ψιθυριστά μέσα στην απέραντη σιωπή

*Του άρεσαν οι σπηλιές στην αμμουδιά κι οι ζωγραφιές της θάλασσας

* Είδε τις φλέβες των ανθρώπων

 σαν ένα δίχτυ των θεών όπου μας πιάνουν σαν τ’ αγρίμια

 προσπάθησε να το τρυπήσει

* Κι είχε στα μάτια ψηφιδωτό τον καημό της Ρωμιοσύνης.

 

Τον περιγράφω όπως τον είδα τελικά με τα χρώματα και το μαύρο των στίχων του, όπως τελικά τον ανακάλυψα.

Διάβασα τα ποιήματα του, πολύ νεαρή, με σεβασμό (αλλά όχι με ταραχή, όπως τα αντίστοιχα του Ελύτη που συνέβη να ανακαλύπτω επίσης εκείνη την εποχή…)

Μετά τον διάβαζα, βεβαίως, συχνά – όμως απλώς τον διάβαζα: δεν κατέφευγα σ’ αυτόν – δεν τον ένιωθα «ποιητένιο» ποιητή.

Θεωρούσα πάντα την ποίηση άνθος ή καρπό μιας παράξενης κατάστασης χάριτος, τη συνέδεα με τα μεγάλα πετάγματα, τις εξάρσεις και τις εκστάσεις μιας εφηβείας στο διηνεκές. Η δική του ποίηση, όμως, βρισκόταν ανέκαθεν σε ηλικίωση, εξέπεμπε σε άλλες συχνότητες.

Ο Γιώργος Σεφέρης ήταν για μένα πολύ «καθώς πρέπει»: σοβαρός αστός, αυστηρός, βαρύς (με τούτο το μαρμάρινο κεφάλι στα χέρια), μπορούσα αβασάνιστα να ταυτίζω την αίσθηση που απέπνεε η ποιητική του μ’ εκείνη τη μελαγχολία ενός ευαίσθητου φαρμακοποιού που διανυκτερεύει.

Τη δεύτερη απόπειρα προσέγγισης στο έργο του την έκανα μετά το θάνατό του. Ο λόγος του νομπελίστα ποιητή αδιάκοπα αναδυόταν στο νου μου

σαν το χρυσόψαρο κολυμπώντας

 μέσα στα χάσματα της αστραπής –  μια λάμψη καθοδηγητική.

Ακόμα όμως δεν ήμουν έτοιμη: πάλι δεν άγγιζε την καρδιά μου. Το περισσότερο που μπορούσα να κάνω ήταν μια «φιλολογική» προσέγγιση – όπως άρμοζε σ’ ένα έργο που δεν το αντιλαμβανόμουν ως ζωντανό αλλά ως «μνημειωμένο»…

 

Ο Γιώργος Σεφέρης, αντικειμενικά, είχε όλες τις αρετές: ήταν απαλλαγμένος από περιττό φόρτο κοσμητικών και περιφράσεων, ήταν άμεσος, λιτός πυκνός… Τους στίχους του, ενορχηστρωμένους με τραγικότητα χορικών, τους διέτρεχαν φλέβες ρυθμών: αλλού ο δεκαπεντασύλλαβος, αλλού ο δεκατρισύλλαβος, ακόμα και επτασύλλαβος και εννεασύλλαβος… Υπήρχε μια   πολυσύνθετη,  οργανωμένη, κινησιολογία των λέξεων – έδειχνε πόσο τον απασχολούσε η μορφή καθώς έκτιζε το ποίημα.

Αυτού του είδους ο διαυγής λόγος, άριστο όχημα σε δοκιμιακό πεδίο (δύσβατο για μένα), φαινόταν να αποσκοπεί και στην εξερεύνηση κάποιων απόκρυφων τοπίων μιας βαθιάς, καθολικής μυθολογίας – ταξίδευε στην ιστορία, στο χρόνο, διαπλέοντας τις Συμπληγάδες της μοίρας του ανθρώπου – αλλά εμένα δεν με οδηγούσε πουθενά. Παρέμενα καχύποπτη. Αυτές οι «αρετές» με έκαναν επιφυλακτική, μου φαινόταν ότι το ποίημα ήταν «υπερσυνειδητό υποσυνείδητο» τέχνημα,  δεν του είχε δοθεί – το είχε εκβιάσει, το είχε επεξεργαστεί εξαντλητικά  και η  εφηβική μου αντίληψη περί ποίησης (την οποία διατηρούσα), αντιδρούσε. (Τ’ είναι ποιητής , τι μη ποιητής / και τι τ’ ανάμεσό τους; αναρωτιόμουν, παραφράζοντας δικό του στίχο (!)…)*

Αδυνατούσα να μεθέξω συγκινησιακά στο έργο του, όσο στο έργο του Ελύτη λ.χ. Αλλά, βέβαια «δεν μπορούμε να μετρούμε το ένα έργο με το άλλο –να πούμε πως ο Παλαμάς είναι ένα ελαττωματικό είδος Σολωμού, ο Σικελιανός ένα ελαττωματικό είδος Παλαμά, ο Καβάφης ένα ελαττωματικό είδος Σικελιανού» – όπως λέει ο ίδιος ο Γιώργος  Σεφέρης. Εκείνος, ήταν είδος από μόνος του και ο μόνος από το είδος του – και αυτό τελικά μετράει, όχι ο βαθμός συγγενείας που περιμένεις να αναγνωρίσεις…

Το ανάστημά του, το μέγεθός του, το βάρος του, ο ίσκιος του, εμπόδιζαν τότε τη χαμηλή βλάστηση της σκέψης μου ολόγυρά του…

Χρόνια ολόκληρα ο αμφίβιος πεζός / ρυθμικός λόγος του αργόπλεε μισοβυθισμένος στον νου μου, προσεχτικά, κρατώντας ισορροπία και αποστάσεις από κάθε άλλον.

Αυτός ο Λόγος, όμως, με είχε διαποτίσει ερήμην, η ηχώ του με ακολουθούσε από την εφηβεία μου – από τότε που τον μισοάκουσα απρόσεχτα. Και μόνο στην πραγματική Ποίηση:

σαν από δοξαριού νευρά μένει πνιχτό βουητό.

Τώρα καταλαβαίνω. Τα ποιήματα του Γιώργου Σεφέρη, συμπυκνωμένα σχεδιάσματα μεγάλης πνευματικής δυναμικότητας ή βαριά ολόγλυφα σήματα -κάτι στέρεο που διαρκεί στο χρόνο-, αυτά που έβλεπα ως «σχολαστικά ποιητικά», ως επιτύμβια, μουσειακά, ποιήματα αγάλματα, μάρμαρα σπασμένα, κολόνες, πέτρες, ήταν τα δομικά υλικά με τα οποία εκείνος αρχιτεκτονούσε την αθανασία.

Τη δική του και της φυλής:

Τούτες τις πέτρες τις εσήκωσα όσο βάσταξα

Τούτες τις πέτρες τις αγάπησα όσο βάσταξα

Τούτες τις πέτρες, τη μοίρα μου.

Κι αυτό συνέβαινε, ίσως, γιατί ήξερε κάτι άρρητο:

Οι άγγελοι είναι λευκοί

πυρωμένοι λευκοί

και το μάτι μαραίνεται που θα τους αντικρίσει

και δεν υπάρχει άλλος τρόπος

πρέπει να γίνεις σαν την πέτρα όταν γυρεύεις τη συναναστροφή τους…

 

Ο χρόνος είναι άσχετος. Ο ίδιος ο ποιητής, ταξιδεύοντας πάντα παρά δήμον ονείρων,  γνέφει μεγαλόψυχα:

…κι είναι δικό σου αυτό το τριαντάφυλλο είναι δικό σου

 μπορείς να το πάρεις τώρα ή αργότερα, όταν θελήσεις.

 

Εγώ το παίρνω λοιπόν τώρα (τόσο αργότερα), και το ασπάζομαι.

Τώρα γνωρίζω πως όποτε κι αν αφεθείς, βρίσκεσαι ξαφνικά μέσα στην ποίησή του σαν 

σ’ ένα μεγάλο σπίτι με πολλά παράθυρα ανοιχτά

 τρέχοντας από κάμαρα σε κάμαρα,

μην ξέροντας από πού να κοιτάξεις πρώτα,

 γιατί θα φύγουν τα πεύκα και τα

καθρεφτισμένα βουνά και το τιτίβισμα των πουλιών

 θ’ αδειάσει η θάλασσα,

θρυμματισμένο γυαλί, από βοριά και νότο

 θ’ αδειάσουν τα μάτια σου απ’ το φως της μέρας

πώς σταματούν ξαφνικά κι όλα μαζί τα τζιτζίκια.

 

*Σ.Σ: Ο στίχος “τι ο θεός, τι μη θεός και τι τ’ ανάμεσό τους” ό, τι θεός ή μη θεός ή το μέσον / τις φησ΄ερευνήσας βροτών “είναι από την ΕΛΕΝΗ του Ευριπίδη – Τον είχε παραφράσει και ο Γ. Σεφέρης…

 

Ο Γιώργος Σεφέρης, από τους σημαντικότερους Έλληνες ποιητές, τιμήθηκε με το Νόμπελ Λογοτεχνίας το 1963.

Το πραγματικό του όνομα ήταν Γιώργος Σεφεριάδης και γεννήθηκε στις 29 Φεβρουαρίου  του 1900 στα Βουρλά της Σμύρνης. Ήταν το μεγαλύτερο παιδί του Στυλιανού Σεφεριάδη,  δικηγόρου, σημαντικού κοινωνικού παράγοντα της Σμύρνης και ανθρώπου με λογοτεχνικές ανησυχίες – και της Δέσποινας Τενεκίδη με καταγωγή από τη Νάξο.

Ο Σεφέρης ξεκίνησε τις εγκύκλιες σπουδές του το 1906 στη Σμύρνη και τις ολοκλήρωσε το 1918 στην Αθήνα, όπου είχε εγκατασταθεί η οικογένειά του από το 1914. Στη συνέχεια γράφτηκε στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου της Σορβόνης, από την οποία αποφοίτησε με διδακτορικό το 1924. Τα χρόνια παραμονής του στο Παρίσι ήταν καθοριστικά για τη διαμόρφωση της ποιητικής του φυσιογνωμίας. Ήταν η εποχή που το κίνημα του μοντερνισμού βρισκόταν στην ακμή του.

Μετά την επιστροφή του στην Ελλάδα διορίστηκε υπάλληλος του Υπουργείου Εξωτερικών (1926), αρχίζοντας έτσι μια λαμπρή καριέρα στο διπλωματικό σώμα, που κορυφώθηκε το 1957, με την τοποθέτησή του ως πρεσβευτή της Ελλάδας στη Μεγάλη Βρετανία. Παρέμεινε στο Λονδίνο έως το 1962, οπότε και συνταξιοδοτήθηκε. Στις 10 Απριλίου του 1941, μία ημέρα μετά την κατάληψη της Θεσσαλονίκης από τους Γερμανούς, είχε νυμφευτεί στην Πλάκα τη Μαρώ Ζάννου, με την οποία δεν απέκτησε παιδιά.

Στα ελληνικά γράμματα ο Γιώργος Σεφέρης εμφανίστηκε το 1931, με την ποιητική συλλογή Στροφή, η οποία από την πρώτη στιγμή της κυκλοφορίας της προκάλεσε το ενδιαφέρον της λογοτεχνικής κοινότητας της Αθήνας, με θετικές και αρνητικές αντιδράσεις. Οι θαυμαστές του -Γιώργος Θεοτοκάς, Γιώργος Κατσίμπαλης και Ανδρέας Καραντώνης- υποστήριξαν ότι η Στροφή εγκαινιάζει μια καινούργια εποχή για την ελληνική ποίηση, ενώ οι επικριτές του, όπως ο Άλκης Θρύλος και ο Τάκης Παπατσώνης, ισχυρίστηκαν ότι η ποίηση του Σεφέρη είναι σκοτεινή και εγκεφαλική, χωρίς πραγματικό συναίσθημα. Με την πάροδο του χρόνου, η Στροφή απέκτησε τεράστιο συμβολικό βάρος, επειδή θεωρήθηκε από την κριτική ότι έστρεψε την ελληνική ποίηση από την παραδοσιακή στη μοντέρνα γραφή. Ο Μοντερνισμός του Σεφέρη, παρατηρεί ο Γιώργος Θεοτοκάς, υπήρξε «ένας μοντερνισμός τολμηρός, αλλά που κρατούσε το νήμα της παράδοσης, με αίσθημα ευθύνης και με σεβασμό για τη γλώσσα».

 

Παραλαμβάνοντας το βραβείο Νόμπελ

Από τη δεκαετία του ’50 το έργο του Σεφέρη μεταφράστηκε και εκτιμήθηκε στο εξωτερικό. Τον Δεκέμβριο του 1963, τιμήθηκε με το Βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας.

Στις 28 Μαρτίου του 1969 στηλίτευσε τη χούντα δηλώνοντας στο ραδιόφωνο του BBC: «Είναι μια κατάσταση υποχρεωτικής νάρκης, όπου όσες πνευματικές αξίες κατορθώσαμε να κρατήσουμε ζωντανές, με πόνους και με κόπους, πάνε κι αυτές να καταποντισθούν μέσα στα ελώδη στεκάμενα νερά» τόνισε μεταξύ άλλων.

Στις αρχές Αυγούστου του 1971 ο Γιώργος Σεφέρης εισάγεται στον Ευαγγελισμό και εγχειρίζεται στον δωδεκαδάκτυλο. Θα πεθάνει από μετεγχειρητικές επιπλοκές τα ξημερώματα της 20 Σεπτεμβρίου του 1971. Η κηδεία του, δύο ημέρες αργότερα, θα είναι πάνδημη και θα λάβει αντιδικτατορικό χαρακτήρα.

Πηγή: https://www.sansimera.gr/biographies/697

© SanSimera.gr

 

Παυλίνα Παμπούδη

Η Παυλίνα Παμπούδη σπούδασε στη Φιλοσοφική Σχολή του Καποδιστριακού Πανεπιστημίου (Ιστορία – Αρχαιολογία) και παρακολούθησε μαθήματα Μαθηματικών στη Φυσικομαθηματική Σχολή και ζωγραφικής στην Σχολή Καλών Τεχνών στην Αθήνα και στο κολέγιο Byahm Show School of Arts του Λονδίνου. Έχει εκδώσει μέχρι στιγμής 15 ποιητικές συλλογές, 3 βιβλία πεζογραφίας, περισσότερα από 40 βιβλία δήθεν για παιδιά και 31 μεταφράσεις λογοτεχνικών έργων. Επίσης, έχει κάνει 3 ατομικές εκθέσεις ζωγραφικής, και έχει γράψει σενάρια για το ραδιόφωνο και την τηλεόραση, καθώς και πολλά τραγούδια.

Αφήστε μια απάντηση

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.