Λευκά τα σπίτια
λευκή η εκκλησία
λευκό το χιόνι
αίμα κόκκινο πάντα
να χύνεται στα μάτια
παντού το χιόνι
– πόσο πρέπει να πέσει
για να σκεπάσει
την πρόσφατη ιστορία
φρέσκο το χιόνι
μιλά συνεχώς
στο κινητό της Γίντις
δεν βγάζω λέξη
το βαγόνι προχωρεί
– για πού τότε και τώρα;
βαριά η σκιά
της ιστορίας – όπου
και να κοιτάξεις
στρατόπεδα – χιλιάδες
ψυχές των αιχμαλώτων
über die man spricht
στις αφίσες του μετρό
– για τι ομιλούν;
ήταν κακιά στιγμή – ή
…τον κακό τους τον καιρό
στα εκθέματα
να ένα σταυρουδάκι
– σε ποιον ανήκε;
Σταυρός της οικουμένης
της οικουμένης είναι
μια ώρα δρόμος
ένας αιώνας αίμα
ώς το Νταχάου
τοίχοι άβαφοι
– τι μπορεί να καλύψει
το άλικο αίμα;
υγρό το μίσος
– ήταν ποτέ άνοιξη
ή καλοκαίρι;
ναι, τραγουδούσαν
τα lieder του Νταχάου
ηχούν ακόμη…
ο ξεναγός μας
ο νεαρός Μπένεντικτ
χαμογελούσε…
ποτέ ξανά – μα
ίδια τα πάντα μένουν
– ρέει το ποτάμι
ένα μικρό δωμάτιο
να ζήσεις, να πεθάνεις
Zyclon B
τόσοι επισκέπτες…
συγχώρεσέ μας, Θεέ μου
πού είμασταν τότε;
καπνός απ’ τα φουγάρο
– ναός Προτεσταντών
έξω απ’ τον τοίχο
– μα πού τους πάνε;
φράουλες τον χειμώνα
για να μαζέψουν
πάνω στο χαρτί
– στρατόπεδο εργασίας
σταγόνες βροχής
ο κόσμος έξω
και ο κόσμος εντός του
τότε και τώρα
ένα καμιόνι
έρχεται απ’ τον δρόμο
μα μπαίνει μέσα
οι γυμνές λεύκες
μάρτυρες γεγονότων
και τα κοράκια
χώματα, νερά
– πάνω στα βήματά τους
σιγά περπάτα
σώματα ζώντων –
τρίζουν τα χαλίκια
ψυχές απόντων
πορεία θανάτου
βροχή και κρύο
– ένα φυλάκιο
στα βήματά τους
πάνω στα χαλίκια
μέχρι το τέλος
αχνό γαλάζιο
η ζωή του θανάτου
πάνω στο γκρίζο
όλα τα δέντρα
έχουν ρίξει τα φύλλα
σεβάσμια στέκουν
μόνο σιωπή
σιωπή της ποίησης
να περιγράφει
νεκροί που φύγαν…
δυστύχημα δεν ήταν
έγκλημα ήταν
