Πρόσθεσε άλλη μια στρώση ζελέ στ’ ατίθασα μαλλιά του μπροστά στον καθρέφτη και σκούπισε μ’ ένα κομμάτι χαρτί τα σταγονίδια του ιδρώτα που κρύβονταν στο τούρκικο μουστάκι.
Έξω ένας επίμονος ήλιος του Αυγούστου καίει ασταμάτητα την πλατεία.
Βγαίνει στητός κατά πως πρέπει με την ολόλευκη στολή του σερβιτόρου, αυτή με τα μακριά μανίκια, το Μάο γιακά και τα χρυσά κουμπιά ν’ αστράφτουν στο φως. Στολή κολλαρισμένη με τσάκιση ευλαβική στα μπατζάκια.
Με το δίσκο επιτηδευμένα στηριγμένο στη δεξιά παλάμη περπατά καμαρωτά ανάμεσα στα τραπέζια.
Κοιτάζει ευθεία μπροστά αγνοώντας τη μύγα που έρχεται κατευθείαν στο πρόσωπο του και βομβίζει ενοχλητικά. Η μόνη αντίδραση το ανασήκωμα του αριστερού φρυδιού.
Είναι η τελευταία του παραγγελία για τη σημερινή βάρδια.
Σταματά μπροστά στο γωνιακό τραπέζι. Στάθηκε όρθιος κατά πως έπρεπε, λες κι είχε μες στο θώρακα του βακτηρία.
Έγειρε ελαφρά το σώμα χωρίς να ρίξει βλέμμα στον πελάτη.
Απίθωσε κατά πως έπρεπε με μία κίνηση σχεδόν ρομποτική, το κολονάτο ποτήρι με το καφέ περιεχόμενο επάνω στο τραπέζι.
“Esspresso Martini” λέει δυνατά με σπασμένη ιταλική προφορά που μοιάζει περισσότερο με σισιλιάνικη.
Ο τριμμένος πάγος του ποτού, γυαλίζει ιδιότροπα από τις αντανακλάσεις του επίμονου ήλιου της πιάτσα Ντελ Πόπολο.
Έβαλε γρήγορα το λευκό χαρτί του λογαριασμού στο μεταλλικό ποτηράκι.
Σήκωσε το σώμα του -η βακτηρία πάντα μέσα. Ρίχνει μιαν ακαθόριστη ματιά απέναντι, στην τρίαινα του Ποσειδώνα*.
Φεύγει στητός γυρίζοντας όλο του τον κορμό κατά εκατόν ογδόντα μοίρες και μπαίνει στο καφέ.
Ξεντύνεται στο μικρό δωμάτιο των σερβιτόρων. Κρεμάει με θρησκευτική ευλάβεια τη λευκή στολή. Κρατιέται από το ξύλινο τραπεζάκι και λυγίζει τη μέση του πολλές-πολλές φορές.
Ανοίγει το στόμα, θαρρείς για να βγει από μέσα το μπαστούνι που τον κράταγε τόση ώρα άκαμπτο.
Με τα δάκτυλα ανοιχτά ανακατεύει τα στρωμένα του μαλλιά και το μουστάκι.
Σήκωσε τη λευκή φανέλα και κοιτάχτηκε στον ολόσωμο καθρέφτη. Έβαλε το δείκτη του δεξιού χεριού στην τρύπα του αφαλού. Τον έβγαλε και τον κόλλησε στη μύτη. Μετά τον έφερε στο στόμα. Έγλυψε το δάκτυλο στιγμιαία. Το έτριψε επάνω στη φανέλα.
Κάνει μια χορευτική φιγούρα γύρω από τον εαυτό του.
Ντύνεται γρήγορα τα καθημερινά του ρούχα.
Παίρνει βαθιά αναπνοή και ανοίγει την πόρτα εξόδου.
Πέφτει πάνω στο συνάδελφο της επόμενης βάρδιας.
Τον χαιρετάει με σισιλιάνικη προφορά.
Κλείνει με ικανοποίηση γάτου τα μάτια, καθώς ο μεσημεριανός ήλιος μπαίνει μέσα του – ύλη ζεστή.
Περπατάει με κινήσεις ελεύθερες ανεβοκατεβαίνοντας στο πεζοδρόμιο και σιγοψιθυρίζοντας έναν ακατανόητο σκοπό.
*Αναφέρεται στη μαρμάρινη Κρήνη του Ποσειδώνα(Fontana del Nettuno) στην Πιάτσα ντελ Πόπολο της Ρώμης, η οποία βρίσκεται στη δυτική πλευρά της πλατείας, απεικονίζοντας τον θεό Ποσειδώνα με τρίαινα, πλαισιωμένο από Τρίτωνες και δελφίνια.
Βιογραφικό σημείωμα
Η Σοφία Ελευθερίου γεννήθηκε στην Αθήνα. Είναι διδάκτορας Χημείας του Πανεπιστημίου Πατρών. Από το 2000 εργάζεται ως Χημικός σε φαρμακευτική εταιρεία στην Πάτρα, όπου μένει μόνιμα με την οικογένειά της. Γράφει ποιήματα και διηγήματα που κατά καιρούς έχουν δημοσιευτεί σε έντυπα και ηλεκτρονικά περιοδικά και σε συλλογικές εκδόσεις βιβλίων. Το ΜΑΤΙ ΤΗΣ ΒΕΛΟΝΑΣ ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ (εκδόσεις Ενύπνιο, 2023) είναι πρώτο της βιβλίο. Η νουβέλα της ΗΛΙΟΣ ΚΑΙ ΓΙΑΣΕΜΙ (Εκδόσεις 24γράμματα) εκδόθηκε το 2024 στο συλλογικό τόμο, ΟΚΤΩ ΝΟΥΒΕΛΕΣ ΓΥΝΑΙΚΩΝ
