You are currently viewing Σοφία Βασιλειάδου: Με άλλα λόγια.

Σοφία Βασιλειάδου: Με άλλα λόγια.

Σαν να μην άκουσε καλά. Ποτέ δεν ήταν προετοιμασμένη για επίθεση  μασκαρεμένη με ενδιαφέρον και αγάπη.Γι΄αυτήν, να αγαπάς σημαίνει να έχεις πάντα στην τσέπη ένα σοκολατάκι να φιλέψεις τη γιαγιά, που σε βλέπει στα χέρια κάθε φορά που πας για επίσκεψη και το τρώει  με εκείνη την έκπληξη της γλύκας στο στόμα. Αυτής που σε κάνει να ξεχνάς την πίκρα.

Αιφνιδιάστηκε . Αυτό που άκουσε έμοιαζε με εκείνη την προτροπή της δασκάλας στο δημοτικό «μάθε επιτέλους τα χρώματα, δε βάφουμε γαλάζιες τις στέγες των σπιτιών.Γαλάζιος είναι ο ουρανός».Κι αν αυτή ήθελε γαλάζιες σκεπές; Ανοιχτές ; Προέκταση του ουρανού; Πείσμωνε στη φυλακή της συμβουλής. Κι άπλωνε  πάνω στα σπίτια όλο το γαλάζιο του βιβλιοπωλείου  ανασαίνοντας λίγη ελευθερία. Εκεί  δραπέτευε στη φαντασία της , πάνω στις γαλάζιες στέγες ,με όλο τον κόσμο να την ψάχνει.

Απροετοίμαστη, λοιπόν. Όπως όταν πιάνει βροχή κι η ομπρέλα είναι στην άλλη τσάντα. Όχι κατά λάθος. Σκόπιμα . Κάθε φορά που συννεφιάζει, μετακινεί  την ομπρέλα. Της αρέσει η βροχή. Από μικρή τη νόμιζε δώρο από τον ουρανό, πολλές μικρές σχεδόν αόρατες smarties  καραμελίτσες ΄ γι΄αυτό άνοιγε το στόμα καταπίνοντας τις σταγόνες της βροχής  κι ο μπαμπάς τη μάλωνε γελώντας που η κόρη του ήταν μια φαντασιόπληκτη τολμηρή. «Θα κρυώσεις!». Ε, και ; Διπλό κέρδος. «Οι καραμελίτσες στο στομάχι μου κι εσύ, μπαμπά, να με ταίζεις κοτόσουπα…».

Η κουβέντα που άκουσε δεν ήταν βροχή . Ούτε χιόνι. Ήταν χαστούκι σαν εκείνο που ο πατέρας – όχι μπαμπάς τώρα- της έδωσε όταν άργησε να γυρίσει κάποιο βράδυ. Γιατί όταν λέμε εντεκάμιση εννοούμε εντεκάμιση. Κι η ώρα ήταν μόλις δώδεκα παρά 20. Αν δηλαδή αργούσε κι άλλο ένα δεκάλεπτο , θα έτρωγε δυο χαστούκια; Δεν το δοκίμασε ποτέ. Κανένας από τους δύο.

Σκληρή ήταν η κουβέντα και τη χτύπησε κατευθείαν στο στομάχι.Τότε θυμήθηκε κάτι που συνήθιζε η μάνα της να λέει, «ο λόγος σου με χόρτασε και το ψωμί σου φάτο». Μικρή ξαφνιαζόταν στην ιδέα πως ίσως έκοβαν το ψωμί από τον φούρνο του κυρ Στέλιου στη γωνία κι άρχιζαν να μασουλάνε λόγια.Μεγαλώνοντας κατάλαβε πως οι άνθρωποι και το στομάχι τους έχουν μια σχέση ιδιότυπη. Πεινάνε και χορταίνουν με τροφή. Πεινάνε και χορταίνουν με χάδι, με γέλιο, με τραγούδι, με μια καλή κουβέντα και βέβαια…βάφοντας τις στέγες των σπιτιών γαλάζιες. Σαν τον κυρ Ανέστη που δεν παντρεύτηκε ποτέ και κάθε μεσημέρι μέχρι που έφυγε ή ξέφυγε – αμφιταλαντεύονται οι γνώμες- έτρωγε μόνος στο μαγειρείο της γειτονιάς, στο ίδιο πάντα τραπέζι, χωρίς γέλιο, χάδι , χωρίς μια καλή κουβέντα. Χορτάτος πεινασμένος.

Άκουσε καλά, λοιπόν. Η κουβέντα ήταν απροσδόκητα σκληρή. Ο κυρ Ανέστης  τουλάχιστον είχε γλιτώσει από τέτοιες . Κάτι κερδίζεις και κάτι χάνεις.Μετά το ξάφνιασμα, πήρε από το χέρι το κοριτσάκι του δημοτικού, χαρτιά και γαλάζιους μαρκαδόρους κι ανέβηκε στη στέγη. Ελεύθερη  πια θα ζωγράφιζε. Και τι ευτυχία, μπαμπά! Πιάνει βροχή! Γελώντας άνοιξε το στόμα να γευτεί smarties καραμελίτσες.

 

Αφήστε μια απάντηση

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.