Τα ποιήματα γεννιούνται στη σιωπή
Στο πιο βαθύ σκοτάδι της μέρας
Όταν εκείνη έχει ντυθεί τα πιο ακριβά ρήγματα
Μέσα τους κρύβεται η αγωνία
Με ρουφούν
Βρίσκομαι στα πιο βαθιά σημεία τους
Στις φλέβες
τις σκουρόχρωμες που μοιάζουν
καλοταϊσμένοι μεταξοσκώληκες
Γλείφουν τις γάμπες της γυναίκας με τα κόκκινα παπούτσια
Που περπατούσε στο πεζοδρόμιο της οδού Αστυδάμαντος
Τη νύχτα που έπαιζα την τυφλόμυγα με την έμπνευση
Τικ τακ τικ τακ
Τα δάχτυλα στο πληκτρολόγιο
Τικ τακ τικ τακ
Καρφώνουν το αδιέξοδο
Καρφώνουν το άσπιλο κι αμόλυντο παρθένο της σελίδας
και του μέσα μου.
